Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Φαινόταν διαφορετική, νεώτερη, όταν σηκώθηκε και πλησίασε στα βιβλία του ραφιού, ίσως γιατί κινιόταν με μιαν αποφασιστικότητα γεμάτη σφρίγος, που έκανε τις άκρες του ανοιχτού της στρατιωτικού πουκάμισου να ανεμίζουν, ή γιατί τα μάτια της ήταν πιο μπλε από ποτέ και έμοιαζαν να χαμογελούν όταν επέστρεψε στο τραπέζι με δύο τεύχη του Τέν τεν στα χέρια: Το μυστικό του "Μονόκερου" και Ο θησαυρός του Κόκκινου Ράκαμ.

"Μου είπες πως δεν είσαι τεν-τενόφιλος, σωστά;"

Ο Κόυ κούνησε το κεφάλι στην περίεργη ερώτηση και επανέλαβε ότι δεν τον πήγαινε με τίποτα. Εκείνου του άρεσαν Το νησί του θησαυρού, ο Τζέρρυ στο νησί και άλλα βιβλία σχετικά με τη θάλασσα, του Στήβενσον, του Βέρν, του Ντιφόου, του Φρεντερίκ Μάρρυατ και του Λόντον, πριν περάσει πλησίστιος στο Μόμπυ Ντικ. Ο Κόνραντ ήρθε αργότερα, με φυσιολογικό τρόπο, με το Γραμμή σκιάς και με το χρόνο . 

"Είναι αλήθεια ότι διαβάζει μόνο βιβλία σχετικά με τη θάλασσα;"

"Ναι"

"Σοβαρά;"

"Σοβαρά. Αυτά που σου ανέφερα τα έχω διαβάσει όλα. Ή σχεδόν όλα".

"Δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο. Δεν υπάρχουν βιβλία που να τα ξεχωρίζω από τα άλλα. Όλα τα βιβλία που μιλούν για τη θάλασσα, από την Οδύσσεια ως το τελευταίο μυθιστόρημα του Πάτρικ Ο' Μπράιαν, είναι αλληλοσυνδεόμενα, όπως μια βιβλιοθήκη".

"Η βιβλιοθήκη του Μπόρχες..."

Η Τάνχερ χαμογελούσε και ο Κόυ σήκωσε με απλότητα τους ώμους.

"Δεν το ξέρω. Δε διάβασα ποτέ κάτι αυτουνού του Μπόρχες. Αυτό όμως που λέω είναι αλήθεια: η θάλασσα μοιάζει με βιβλιοθήκη".

"Τα βιβλία που μιλούν για τη στεριά είναι κι αυτά ενδιαφέροντα".

"Αφού το λες..."

Τότε, εκείνη, καθώς κρατούσε τα δύο τεύχη στο στήθος της ξέσπασε σε γέλια.  Φαινόταν πολύ διαφορετική γυναίκα όπως γελούσε έτσι, ειλικρινά, ευχάριστα. Σε λίγο είπε χίλιες χιλιάδες των χιλιάδων κεραυνοί. Του είπε βαθαίνοντας τη φωνή, όπως θα το έλεγε ένας μονόφθαλμος και κουτσός πειρατής με έναν παπαγάλο στον ώμο. Και καθώς ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο έκανε ακόμα πιο χρυσαφιές τις ασύμμετρες άκρες των μαλλιών της, κάθισε πάλι δίπλα στον Κόυ, άνοιξε τα τεύχη του Τεν τεν και τα ξεφύλλισε. Κι εδώ υπάρχει θάλασσα, είπε. Κοίτα. Κι εδώ μπορεί να υπάρχει περιπέτεια. Μπορεί να μεθύσει κανείς χίλιες φορές μαζί με τον Κάπτεν Χάντοκ. Το ουίσκι Losh Lomond, αν δεν το ξέρεις, δεν έχει μυστικά για μένα. Έπεσα με αλεξίπτωτο στον μυστηριώδη αερόλιθο με την πράσινη σημαία του Ευρωπαϊκού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών στα χέρια, διέσχισε άπειρες φορές τα σύνορα ανάμεσα στη Σιλδαβία και στη Βορδούρια, μπαρκάρισα στο "Καραμπουρτζάν", στο "Ραμόνα", στο "Σπέντολ Σταρ", στο "Αυγή" και στο "Σείριος" -σίγουρα σε πιο πολλά πλοία απ' ότι εσύ-,. έψαξα το θησαυρό του Κόκκινου Ράκαμ, πάντα δυτικά, και περπάτησα στη σελήνη, καθώς  οι Ντυπόν και Ντιπόν, με τα μαλλιά βαμμένα, έμοιαζαν με παλιάτσους. Και όταν είμαι μόνη, Κόυ, όταν είμαι πολύ μόνη πολύ μόνη πολύ μόνη, τότε ανάβω ένα τσιγάρο απ' αυτά του φίλου σου του Ήρωα, κάνω έρωτα με τον Σαμ Σπέιντ και ονειρεύομαι μαλτέζικα γεράκια, καθώς καλώ γύρω μου, μέσα στον καπνό, τους παλιούς φίλους, Αμπντουλάχ, Τσαγκ, Τσέστερ, Ζορίνο, Ολιβέιρα, Ντε Φιγκουέιρα,
, ενώ από το στερεοφωνικό ακο9ύγεται η άρια του Φάουστ σε μια παλιά εγγραφή της Μπιάνκα Κασταφιόρε...

Καθώς μιλούσε, είχε βάλει τα δυο τεύχη πάνω στο τραπέζι. Ήταν παλιές εκδόσεις, με μπλε ράχη το ένα και πράσινη το άλλο. Το εξώφυλλο του πρώτου έδειχνε τον Τεν τεν, τον Μιλού και τον Κάπτεν Χαντοκ με ένα καπέλο με φτερά, ενώ ένα γαλιόνι έπλεε με τα πανιά ανοιχτά. Στο δεύτερο ο Τεν τεν και ο Μιλού ταξίδευαν στο βυθό μ' ένα σκάφος που είχε τη μορφή καρχαρία. 

"Είναι το υποβρύχιο του καθηγητή Τουρνεσόλ" είπε η Τάνχερ. "Όταν ήμουν μικρή, μάζευα χρήματα για να αγοράσω τέτοια τεύχη, από γενέθλια, γιορτές και χριστουγεννιάτικα δώρα, όπως έκανε και ο ίδιος ο Σκρουτζ... Ξέρεις ποιος ήταν ο Σκρουτζ;"

"Κάποιος ναυτικός"

"Όχι. Ένας τσιγκούνης. Το αφεντικό του καλού Μπομπ Κράτσετ".

"Δεν έχω ιδέα".

"Δεν πειράζει" συνέχισε εκείνη. "Εγώ μάζευα σιγά σιγά τα χρήματα για να πάω στο βιβλιοπωλείο και να βγω με ένα τέτοιο τεύχος στα χέρια, με κομμένη την ανάσα, απολαμβάνοντας την αφή των χοντρών χάρτινων εξώφυλλων... Και μετά, μόνη, άνοιγα τις σελίδες και ανέπνεα τη μυρωδιά του χαρτιού, το φρεσκοτυπωμένο μελάνι, πριν ριχτώ στο διάβασμα. Έτσι, ένα ένα, μάζεψα 23... Από τότε πέρασε πολύ καιρός. Ακόμα και τώρα όμως, ανοίγοντας τα Τεν τεν, μπορώ να αισθανθώ εκείνο το άρωμα που από τότε συνέδεσα με την περιπέτεια και τη ζωή. Μαζί με τις ταινίες του Τζον Φορντ και του Τζον Χιούστον, τις περιπέτειες του Γιούλιβερ και ορισμένα βιβλία, αυτά τα τεύχη διαμόρφωσαν για πάντα τη δισκέτα της παιδικής μου ηλικίας".

Είχε ανοίξει το θησαυρό του Κόκκινου Ράκαμ στη σελίδα 40. Σε μια μεγάλη κεντρική εικόνα, ο Τεν τεν με στολή δύτη, πλησίαζε περπατώντας στο βυθό της θάλασσας το εντυπωσιακό κουφάρι του βυθισμένου "Μονόκερου'.

"Κοίτα τι καλά" είπε επίσημα. "Αυτή η εικόνα σημάδεψε τη ζωή μου".


Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Καθώς είπε σου έχω εμπιστοσύνη, είχε στραφεί επιτέλους προς το μέρος του. Καταραμένη, σκέφτηκε αυτός. Θα έλεγε κανείς ΄τι περνά τις νύχτες της σχεδιάζοντας κάθε της κίνηση. Παρατήρησε την ασημένια αλυσίδα που χανόταν στο λαιμό της άσπρης φανέλας, προς του όγκους που διαγράφονταν κάτω από το ανοιχτό πουκάμισο. Κατέπνιξε, όχι δίχως προσπάθεια, την παρόρμηση να το τραβήξει και να ρίξει μια ματιά.

"Αν δεν χρησιμοποιηθούν ειδικές συσκευές, ένα δύτης δεν μπορεί να φτάσει βαθύτερα από 80 μέτρα" εξήγησε. "Και πάλι, είναι πολύ μεγάλο βάθος. Επιπλέον, αν εργάζεσαι, κουράζεσαι και καταναλώνεις περισσότερο αέρα, όλα περιπλέκονται... Πρέπει επιπλέον να χρησιμοποιήσεις και θαλάμους αποσυμπίεσης".

"Δε θα είναι μεγάλο το βάθος. Τουλάχιστον έτσι πιστεύω"

"Έχεις κάνει ήδη τους υπολογισμούς σου;" 

"Στο μέτρο των δυνατοτήτων μου".

"Σε βλέπω πάντως πολύ σίγουρη".

Ο Κόυ χαμογελούσε. Το έκανε διακριτικά, αλλά δε φάνηκε να της αρέσει αυτό το χαμόγελο. 

"Αν ήμουν πολύ σίγουρη, δε θα σε χρειαζόμουν¨.

Εκείνος τεντώθηκε στην καρέκλα. Η κίνηση έκανε τον Θας να σηκωθεί και να του δώσει δυο στοργικές γλειψιές στο μπράτσο.

"Σ'αυτήν την περίπτωση" εκτίμησε "υπάρχει ως πιθανότητα να κατεβούμε. Αν κι αυτό με τη θέση του πλοίου είναι πάντα σχετικό, ακόμα και με τους σύγχρονους χάρτες και με τα GPS. Δεν είναι εύκολο να βρεις ένα πλοίο, ή ό,τι συνήθως  απομένει από αυτό. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για ένα πλοίο που βυθίστηκε πριν από διόμισι αιώνες... Εξαρτάται από τη φύση του βυθού και από άλλα πολλά πράγματα. Το ξύλο θα έχει πάει κατά διαόλου ή η λάσπη θα έχει καλύψει το κουφάρι του. Είναι και τα ρεύματα, η κακή ορατότητα... "

Η Τάνχερ είχε πιάσει το πακέτο τα τσιγάρα της, περιοριζόταν όμως να το παίζει στα δάχτυλά της. Παρατηρούσε τα χαρακτηριστικά του Ήρωα.

"Εχεις μεγάλη πείρα ως δύτης;" 

"Έχω κάποια. Έχω κάνει μερικά μαθήματα και ένα δυο καλοκαίρια δούλεψα καθαρίζοντας κύτη πλοίων με συρμάτινη βούρτσα και χωρίς να βλέπω πέρα από τη μύτη μου. Στις διακοπές επίσης έβγαζα αμφορείς μαζί με τον Πιλότο".

"Ποιος είναι ο Πιλότο;"

"Ο ιδιοκτήτης του "Carpanta" . Ένας φίλος".

"Τώρα αυτό απαγορεύεται".

"Το να έχεις φίλους;"

"Το να βγάζεις αμφορείς".

Είχε αφήσει το πακέτο και κοιτούσε τον Κόυ. Εκείνος νόμισε πως διέκρινε μια σπίθα ιδιαίτερης προσοχής στα μάτια της. 

"Ούτε τότε επιτρεπόταν" παραδέχτηκε. "Αλλά η παρανομία με συγκινούσε. Και ύστερα, κανένας φύλακας δεν κοιτά το σάκο σου όταν γυρνάς από μια κατάδυση σ'ένα λιμάνι όπου είσαι γνωστός. Λες γεια, σου λέει γεια χαμογελάς και τέλειωσες. Εκείνη την εποχή, απέναντι από την Καρθαγένη, η ακτή ήταν γεμάτη από αρχαία. Εγώ έψαχνα λαιμούς αμφορέων, που είναι πολύ όμορφοι, και δοχεία... Χρησιμοποιούσα μια ρακέτα του πιγκ πογκ για να βγάζω την άμμο που τα κάλυπτε. Κατάφερα να βρω δεκάδες".

"Και τί τα 'κανες όλα αυτά;"

"Τα χάριζα στις φιλενάδες μου".

Δεν ήταν αλήθεια, τουλάχιστον όχι απόλυτα. Όταν έβγαιναν στη στεριά, κουβαλώντας διακριτικά τα λάφυρά τους κάτω από τη μύτη των λιμενικών, τα πουλούσαν σε τουρίστες ή αντικέρ και μοιράζονταν τα κέρδη. Όσο για τις φιλενάδες, η Τάνχερ δε ρώτησε αν ήταν πολλές ή λίγες. Στην πραγματικότητα, ο Κόυ θυμόταν μόνο μία με ιδιαίτερη τρυφερότητα, μιαν Αμερικανίδα, την Εύα, κόρη ενός τεχνικού των διυλιστηρίων της νήσου Εσκομβρέρας. Μια ξανθιά και μαυρισμένη κοπέλα, με λευκά δόντια και γυμνασμένες πλάτες, που μαζί της πέρασε ένα καλοκαίρι όταν ήταν σπουδαστής στη σχολή. Ξεσπούσε σε γέλια με οτιδήποτε, είχε ωραίους γοφούς και ήταν παθιάρα και τρυφερή όταν έκαναν έρωτα σε κολπίσκους κρυμμένους σε απόκρημνες ακτές από μαύρο βράχο, με τη θάλασσα να τους γλείφει τα πόδια, με τα κοκκινωπά δειλινά τα γεμάτα αλάτι και άμμο. Για ένα διάστημα ο Κόυ είχε στα δάχτυλα και στο στόμα του τη γεύση της σάρκας της, αρώματα αλμύρας ιωδίου και νερού που στέγνωνε πάνω σ'ένα δέρμα ζεστό από τις ακτίνες του ήλιου. Φύλαξε επίσης και μια φωτογραφία για κάποια χρόνια: εκείνη μπροστά στη θάλασσα, με το στήθος γυμνό, το δέρμα βρεγμένο και το κεφάλι πίσω, καθώς έπινε κρασί από ένα ασκί, και ανάμεσα στα μικρά, υπεροπτικά στήθη της κύλαγαν ρυάκια σαν από αίμα. Σαν καλή Αμερικανίδα, η ιστορική της μνήμη, μόλις δυο τριών αιώνων, της έθετε εμπόδια στο να αποδεχτεί ότι εκείνο το κομμάτι λάσπης με τα χερούλια που της χάρισε ο Κόυ -ένας κομψός λαιμός αμφορέα λαδιού του πρώτου αιώνα -  βρισκόταν δυο χιλιάδες χρόνια στο βυθό της θάλασσας στης οποίας τις παραλίες είχαν αγαπηθεί εκείνο το καλοκαίρι. 

"Γνωρίζεις λοιπόν καλά αυτά τα νερά" είπε η Τάνχερ.

Δεν ήταν ερώτηση, αλλά μεγαλόφωνη σκέψη. Έδειχνε ικανοποιημένη, κι εκείνος έκανε μιαν αόριστη κίνηση πάνω στο χάρτη. 

"Σε μερικά σημεία ναι. Κυρίως μεταξύ του  ακρωτηρίου Τινιόσο και του ακρωτηρίου Πάλος. Επισκέφτηκα επίσης κανα δυο ναυάγια... Δεν άκουσα όμως ποτέ να μιλάνε για το "Dei Gloria".

"Ούτε εσύ ούτε κανένας άλλος. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που εξηγούν το γιατί. Κατ'αρχάς υπήρχε κάποιο μυστήριο στο πλοίο, όπως αποδεικνύουν τα λίγα στοιχεία που έχουμε από το νεαρό, καθώς και η περίεργη εξαφάνισή του. Επιπλέον η κατάθεση που έδωσε στις ναυτικές αρχές -"

"Αν υποθέσουμε πως είναι αυθεντική..."

"Ας το υποθέσουμε, γιατί δεν έχουμε κάτι άλλο".

"Κι αν δεν είναι;"

Η Τάνχερ σήκωσε τα φρύδια κι ανακάθισε στην καρέκλα αναστενάζοντας. 

"Τότε, εσύ κι εγώ θα έχουμε χάσει το χρόνο μας".

Φαινόταν αίφνης κουρασμένη, σαν η παρατήρησε του Κόυ να την είχε κάνει να δει την πιθανότητα αποτυχίας. Ήταν μόνο για μια στιγμή, που στη διάρκειά της είχε σκύψει μπροστά και κοιτούσε το χάρτη. Μετά ακούμπησε το χέρι στο τραπέζι, πρότεινε το πιγούνι και είπε πως υπήρχαν κι άλλοι λόγοι για τους οποίους δεν είχε αναζητηθεί το πλοίο. Η θέση που έδωσε ο νεαρός τοποθετούσε σε μια θαλάσσια περιοχή δύσκολης πρόσβασης το 1767. Η τεχνική πρόοδος διευκόλυνε αργότερα αυτού του είδους τις καταδύσεις, αλλά το " Dei Gloria" είχε πια θαφτεί μέσα σε φακέλλους και σκόνη και κανείς δεν το ξαναθυμήθηκε.

" Έως ότου εμφανίστηκες εσύ" είπε ο Κόυ. 

"Ακριβώς. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άλλος, ήμουνα όμως εγώ. Βρήκα τα σχετικά έγγραφα και στρώθηκα στη δουλειά. Τί άλλο μπορούσα να κάνω;..."  Άγγιξε, σχεδόν τρυφερά, με τις άκρες των δαχτύλων τον Ήρωα, στο πακέτο με τα τσιγάρα. "Έμοιαζε με αυτό που ονειρευόμουν μερικές φορές όταν ήμουν παιδί. Θάλασσα, θησαυρός... "

" Είπες πως δεν υπάρχουν θησαυροί στη μέση".

"Και είναι αλήθεια. Δεν υπάρχουν. Τουλάχιστον σε ράβδους ασημιού και σε χρυσά νομίσματα. Αλλά η γοητεία παραμένει... Θα σου δείξω κάτι".  

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

"Τη στεριά προτιμώ να την έχω στα είκοσι μίλια και πίσω από την πλάτη μου".    


Η Τάνχερ συγκατένευσε, σαν εκείνες οι λέξεις να επαλήθευαν κάτι.

"Η μάχη έγινε μετά το ξημέρωμα" είπε. "Υπήρχε δηλαδή φως".

"Το πιθανότερο είναι τότε να πήραν ως σημείο αναφοράς τη στεριά. Στίγματα. Θα τους αρκούσε να διασταυρώσουν δύο για να καθορίσουν τη θέση τους... Υποθέτω ότι ξέρεις πως γίνεται".

"Λίγο πολύ". Χαμογελούσε, καθόλου σίγουρη. "Αλλά δεν το έχω δει ποτέ να το κάνει ένας κανονικός ναυτικός".

Ο Κόυ πήρε το γωνιομετρικό όργανο, ένα τετράγωνο από διαφανές πλαστικό που είχε τυπωμένη γύρω γύρω τη διαβάθμιση των 360 μοιρών της περιφέρειας αριθμημένων ανά δέκα. Αυτό επέτρεπε τον υπολογισμό της πορείας με ακρίβεια, με την μεταφορά των ενδείξεων της μαγνητικής βελόνας του πλοίου στο ναυτικό χάρτη.

"Είναι εύκολο. Αν ζητάς ένα ακρωτήριο ή κάτι που να μπορείς να αναγνωρίσεις". Έβαλε τη γόμα πάνω στον χάρτη, σαν να ήταν ένα φανταστικό πλοίο, και πήγς το γωνιομετρικό όργανο ως την πλησιέστερη ακτή. 'Μετά το προσδιορίζεις με την πυξίδα του σκάφους, που σου δίνει, για παράδειγμα, 45 μοίρες σε σχέση με το βορρά. Πας λοιπόν στον χάρτη κι από εκείνο το σημείο χαράζεις μιαν αντίθετη γραμμή, προς τι; 225 μοίρες. Το βλέπεις;... Μετά παίρνεις άλλη αναφορά, με σαφώς διαφορετική γωνία από την πρώτη -ένα άλλο ακρωτήριο, ένα βουνό ή ό,τι να' ναι. Αν σου δώσει, για παράδειγμα 315 μοίρες, χαράζεις στο χάρτη την αντίθετη γραμμή, προς τις 135 μοίρες. Όπου διασταυρωθούν αυτές οι γραμμές, εκεί είναι το πλοίο σου. Αν οι αναφορές της στεριάς είναι ευκρινείς, η μέθοδος είναι σίγουρη. Κι αν την συμπληρώσεις και μ' ένα τρίτο στίγμα, ακόμα καλύτερα".

Η Τάνχερ είχε σουφρώσει τα χείλη της σκεφτική. Κοιτούσε τη γόμα με την προσοχή που θα έδινε σ' ένα πραγματικό πλοίο απέναντι από εκείνη την ακτή την τυπωμένη στο χαρτί. Ο Κόυ πήρε ένα μολύβι και διέτρεξε το σχέδιο του χάρτη.

"Αυτή η ακτή έχει ρηχές και αμμώδεις ακρογιαλιές" εξήγησε "κυρίως όμως απότομες ζώνες, με ψηλά βράχια. Υπάρχουν δηλαδή άφθονα σημεία αναφοράς που μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει... Φαντάζομαι πως ο τιμονιέρης του "Dei Gloria" θα μπορούσε εύκολα να τα βρει. Ίσως να το έκανε στη διάρκεια της νύχτας, αν υπήρχε φεγγάρι και η ακτή διαγραφόταν καλά... Αν κι αυτό είναι πιο δύσκολο. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν φάροι, όπως τώρα. Κάποιος πύργος, κάποιο φανάρι το πολύ. Που κι αυτό δεν το πιστεύω".

Σίγουρα όχι, σκέφτηκε κοιτάζοντας το χάρτη. Εκείνη τη νύχτα της 3ης προς 4η Φεβρουαρίου του 1767 δεν υπήρχε φως ούτε κανένα άλλο σημείο αναφοράς ούτε ναυτιλιακές οδηγίες ούτε τίποτα, μόνο ίσως η ακτογραμμή που διαγραφόταν κάτω από το φεγγάρι, από την αριστερή πλευρά του πλοίου. Μπορούσε να φανταστεί τη σκηνή. Το πλοίο να πλέει πλησίστιο γυρνώντας προς τα δεξιά, με τον άνεμο να σφυρίζει στα ξάρτια και την κουβέρτα, και τη βουή του νερού που το έσκιζε η πλώρη, με το φεγγάρι να λάμπει πάνω στη θάλασσα προς την προσήνεμη πλευρά του μπρικιού. Ένας ικανός άντρας στο τιμόνι, με το σκοπό γεμάτο αγωνία στην κουβέρτα, να κοιτά το σκοτάδι προς τα πίσω. Ούτε ένα φως στο σκάφος, κι ο καπετάνιος όρθιος στην δεξιά πλευρά του πάνω πρυμναίου καταστρώματος, έχοντας στραμμένο ψηλά το ανήσυχο πρόσωπό του, υπολογίζοντας όμως νοερά την απόσταση, την πορεία, την απόκλιση από την πορεία, με την αγωνία αυτού που ξέρει πως μια λανθασμένη απόφαση θα οδηγήσει ποίο και πλήρωμα στην καταστροφή. Αναμφίβολα αγνοεί ακόμα και την ακριβή του θέση, κι αυτό αυξάνει την ανησυχία του. Ο Κόυ φαντάζεται τις ματιές του στη μαύρη γραμμή της ακτής που εμφανίζεται στα δυο τρία μίλια, κοντινή αλλά απρόσιτη, τόσο επικίνδυνη στο σκοτάδι όσο και τα κανόνια του εχθρού. Και τον φαντάζεται να στρέφεται μετά προς τα πίσω, όπως κάνουτν οι ναυτικοί, προς το σκοτάδι, όπου, αόρατη μερικές φορές και αόριστα διαγραφόμενη κάποιες άλλες, σκίζει τη θάλασσα η πειρατική μπελού που τους καταδιώκει. Και νούριες ματιές προς την ακτή και τη νύχτα μπροστά, και προς τη θάλασσα στην πρύμνη, και μετά πάλι προς τα πάνω,  προς το θόρυβο που ακούγεται ψηλά, εκεί όπου φαίνεται να ταλαντεύονται τ' αστέρια κάθως σπάνε τα ξάτρια και τρίζει το αρμπουρέτο και παγώνει το αίμα των αντρών που είναι μαζεμένοι στις ανεμόσκαλες του προσήνεμου μέρους, μαύρε και σιωπηλές σιλουέτες στο σκοτάδι. Άντρες που, όπως κι ο ίδιος ο καπετάνιος, όλοι πλην ενός, την επομένη θα είναι νεκροί.

"Τί πιθανότητες μας δίνεις;"

Ο Κόυ ανοιγόκλεισε τα μάτια, σαν μόλις να είχε επιστρέψει από την κουβέρτα του μπρικιού. Η Τάνχερ τον κοιτούσε προσεχτικά, περιμένοντας μιαν απάντηση. Ήταν βέβαιο πως είχε μελετήσει τα πάντα από την καλή και την ανάποδη, ήθελε όμως να ακούσει και τη δική του άποψη. Εκείνος σήκωσε τους ώμους:

"Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι το πλήρωμα του "Dei Gloria" προσδιόρισε τη θέση του πάνω σ' αυτό το χάρτη και όχι πάνω στους σύγχρονους. Εμείς πρέπει να τοποθετηθούμε πάνω στους σύγχρονους, κι ας χρησιμοποιούμε αυτό μας το σημείο εκκίνησης... Θα πρέπει να υπολογίσουμε τις διαφορές μεταξύ του Ουρρούτια και των σημερινών χαρτών. Να μετρήσουμε ακριβώς τις μοίρες και όλ' αυτά. Ξέρουμε ήδη πως το ακρωτήριο Πάλος βρίσκεται στον Ουρρούτια δυο τρία λεπτά νοτιότερα". Έδειξε το χάρτη με το μολύβι. "Όπως μπορείς να δεις, όλη η ακτογραμμή από το Ακρωτήριο του Νερού είναι σχεδιασμένη σχεδόν ορζόντια, ενώ στην πραγματικότητα ανεβαίνει λίγο πλάγια, έτσι προς τα βορειονατολικά. Πρόσεξε πού είναι τα αβαθή των Ορμίγας στον Ουρρούτια και πού στον σημερινό χάρτη". 

Πήρε το διαβήτη, τον άνοιξε στην απόσταση του ακρωτηρίου Πάλος από τον κοντινότερο παράλληλο και μετά τον έβαλε πάνω στην κατακόρυφη κλίμακα στα αριστερά του χάρτη, για να τη μετρήσει σε μίλια. Η Τ άνχερ παρακολουθούσε τις κινήσεις του προσεκτικά, με το χέρι της ακίνητο πάνω στο τραπέζι, πολύ κοντά στο μπράτσο του Κόυ. Τα ίσια ξανθά μαλλιά έπεφταν πάλι στο πρόσωπό της,  χαϊδεύοντάς της το πιγούνι.

"Θα υπολογίσουμε ακριβώς... " ο Κόυ σημείωνε με μολύβι τους αριθμούς σε ένα φύλλο του τετραδίου. "Βλέπεις;... Οι 37 μοίρες 35΄ του Ουρρούτια μας κάνουν... Αυτό είναι. 37 μοίρες 38΄γεωγραφικό πλάτος. Στην πργματικότητα 37 μοίρες 37΄και κάπου 30 ή 40 δεύτερα, το οποίο, εκφρασμένο σε αριθμούς σε ένα σύγχρονο ναυτικό χάρτη, όπου τα δεύτερα εμφανίζονται ως δεκαδικός των πρώτων λεπτών, δίνει 37 μοίρες 37,5΄. Που σημαίνει δυόμισι  μίλια λάθος εδώ, στη μύτη του ακρωτηρίου Πάλος. Ίσως μέχρι ένα μίλι στο ακρωτήριο Τινιόσο. Αυτή η διαφορά είναι σημαντικότατη όταν πρόκειται για τον εντοπισμό ναυαγίου...  Μπορεί να βρίσκεται κοντά στην ακτή, στα είκοσι ή τριάντα μέτρα, όπου είναι εύκολο να φτάσει κανείς, ή πολύ μακριά, σε βάθη που αυξάνουν και ξεπερνούν τα εκατό, τα διακόσια ή και περισσότερα μέτρα, καθιστώντας αδύνατη την κατάδυση ή ακόμα και τον εντοπισμό".

Σταμάτησε και την κοίταξε. Παρατηρούσε, με σκυμμένο το πρόσωπο, τους αριθμούς του βάθους που ήταν σημειωμένοι στο χάρτη. Ήταν φανερό ότι η Τάνχερ τα ήξερε απέξω όλα αυτά. Ίσως να είχε ανάγκη να της τα επιβεβαιώσει κάποιος, σκέφτηκε ο Κόυ. Ίσως να ελπίζει να της το πουν ότι είναι δυνατόν να γίνει η δουλειά. Το θέμα εξακολουθεί να είναι γιατί εγώ. 

"Νομίζεις ότι μπορείς να κατεβείς ως τα 50 μέτρα;" ρώτησε εκείνη.

"Υποθέτω ναι. Έχω κατεβεί λίγο κάτω από τα 60, αν και το όριο ασφαλείας είναι τα 40. Τότε όμως ήμουν εικοσι χρόνια νεώτερος... το πρόβλημα είναι πως, σ' αυτό το βάθος, πρέπει να μείνεις κάτω πολύ λίγο, τουλάχιστον με τις κλασσικές συσκευές συμπιεσμένου αέρα... Εσύ δε βουτάς;"

"Όχι. Με πιάνει τρόμος. Ωστόσο... "

Ο Κόυ συνέχισε ν' αμολάει σκοινί. Ναυτικός. Δύτης. Γνώστης πλεύσης με ιστιοφόρο. Ήταν ολοφάνερο, σκέφτηκε, πως δεν τον είχε εκεί γιατί την γοήτευε η κουβέντα μαζί του. Μην έχεις λοιπόν ψευδαισθήσεις, φίλε. Δεν την ενδιαφέρει το ωραίο σου πρόσωπο. Αν υποθέσουμε πως είχες ποτέ ωραίο πρόσωπο.

"Ως πού υπολογίζεις ότι μπορείς να φτάσεις;" θέλησε να μάθει η Τ'ανχερ.

"Θα με αφήσεις να κατεβώ μόνος, χωρίς να βλέπεις τί κάνω;"

"Σου έχω εμπιστοσύνη"

¨Αυτό είναι που με μπερδεύει. Που μ' εμπιστεύεσαι τόσο".

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

4. Γεωγραφικό πλάτος και μήκος

Με ρωτάς σε ποιο γεωγραφικό πλάτος και μήκος βρίσκομαι.
Δεν έχω ιδέα τί είναι γεωγραφικό μήκος και πλάτος,
είναι όμως δύο θεσπέσιες λέξεις.
Λιούις Κάρρολ.Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων 

Ο Θας κουνούσε την ουρά του ξαπλωμένος στο πάτωμα και με το κεφάλι ακουμπισμένο στο παπούτσι του Κόυ. Μια ακτίνα ήλιου έμπαινε λοξά από το παράθυρο, κάνοντας να λάμπει το χρυσαφένιο τρίχωμα του λαμπραντόρ, αλλά και ο διαβήτης, οι παράλληλοι χάρακες και το γωνιομετρικό όργανο που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι, αγορασμένα εκείνο το ίδιο πρωί από το βιβλιοπωλείο "Robinson". Οι παράλληλοι και το γωνιομετρικό όργανο ήταν Blundell Harling και ο διαβήτης W & HC, ανοξείδωτος, από μπρούντζο και ατσάλι. Αυτά τα είχε ζητήσει ο Κόυ, μαζί με δυο μαλακά μολύβια, μια γόμα, ένα τετράδιο με μιλιμετρέ χαρτί και την τελευταία ενημερωμένη έκδοση του βιβλίου Φάροι και Πορείες αριθμός 2 του Υδρογραφικού Ινστιτούτου του Ναυτικού, που αντιστοιχούσε στις ισπανικές μεσογειακές ακτές. Η Τάνχερ Σότο τα είχε πληρώσει με την πιστωτική της κάρτα, και τώρα όλα βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι του σαλονιού του διαμερίσματος της λεωφόρου Ινφάντας Ισαβέλλας. Ο Άτλας του Ουρρούτια ήταν επίσης εκεί, ανοιχτός στο χάρτη υπ' αριθμόν 12, και ο Κόυ περνούσε τα δάχτυλά του πάνω στην ελαφρώς ρυτιδωμένη επιφάνεια του χοντρού χαρτιού, του λευκού και άθικτου, που είχε επιζήσει διακοσίων πενήντα ετών πολέμου, καταστροφών, πυρκαγιών και ναυαγίων. "Από το όρος Κόπε έως το Τόρρε Ερραδόρα ή Οραδάδα". Ο χάρτης περιλάμβανε εξήντα μίλια ακτής, οριζόντια και με κατεύθυνση ανατολικά ως το ακρωτήριο Πάλος, και από κει κατακόρυφα προς βορρά, όπως δύο πλευρές ενός ορθογωνίου, περικλείοντας τη λιμνοθάλασσα Μαρ Μενόρ, που χωρίζεται από τη Μεσόγειο με τη στενή λωρίδα άμμου της Λα Μάνγκα. Εκτός από το λάθος που είχε ήδη παρατηρήσει την πρώτη φορά που είδε το χάρτη -το Πάλος δύο λεπτά νοτιότερα από το πραγματικό του γεωγραφικό πλάτος-, η χάραξη της ακτής ήταν ακριβής για την εποχή της: ο πλατύς αμμώδης κόλπος του Μαθαρρόν στα δυτικά του ακρωτηρίου Τινιόσο, η βραχώδης ακτή και ο κόλπος του Πόρτους στα ανατολικά, το λιμάνι της Καρθαγένης με τα απειλητικά αβαθή της νήσου Εσκομβρέρας στην εκβολή του ποταμού, και μετά πάλι οι βράχοι ως το ακρωτήριο Πάλος και τις φοβερές νήσους Ορμίγας, με μοναδική προστασία τον όρμο Πόρτμαν, τον οποίο ο χάρτης έδειχνε ακόμα ελεύθερο από τη λάσπη των ορυχείων που θα τον έπνιγαν χρόνια αργότερα. Η χάραξη ήταν θαυμάσιας ποιότητας, με απαλές κουκκίδες και λεπτές γραμμές για την αναπαράσταση των διαφορετικών γεωγραφικών στοιχείων. Και είχε, όπως και οι υπόλοιπες εικονογραφήσεις του άτλαντα, ένα όμορφο πλαίσιο στην πάνω αριστερή γωνία: "Παρουσιάστηκε στον κύριό μας το βασιλέα από τον κύριο Δ. Θενόν δε Σομοδεβίλια, μαρκήσιο της Ενσενάδα, και κατασκευάστηκε από τον κύριο πλοίαρχο δον Ιγνάθιο Ουρρούτια Σαλθέδο". Εκτός από τη χρονολογία -"Έτος 1751"-, το πλαίσιο περιλάμβανε και τη σημείωση: " Οι αριθμοί του βάθους είναι σε οργιές των δύο καστιλλιάνικων βάρα". Ο Κόυ σταμάτησε το δάχτυλο σ' εκείνη τη γραμμή και κοίταξε εξεταστικά την Τάνχερ.

"Μια καστιλλιάνικη βάρα" είπε εκείνη "αποτελούνταν από τρία από τα ονομαζόμενα πόδια του Βούργος. Ογδόντα τριάμισι εκατοστά... Το μισό απ' αυτό που εσείς οι ναυτικοί ονομάζετε οργιά. Έξι πόδια έκαναν μια ισπανική οργιά".

"Ένα μέτρο και εξήντα επτά εκατοστά".

"Ακριβώς".

Ο Κόυ συγκατένευσε, στρέφοντας τα μάτια στο χάρτη για να παρατηρήσει τους μικρούς αριθμούς που σημείωναν βάθη κοντά σε αγκυροβόλια, ακρωτήρια και υφαλοκρηπίδες. Τώρα οι βυθομετρήσεις ήταν ηλεκτρονικές και τα όργανα σε μισό δευτερόλεπτο σου παρείχαν το ακριβές ανάγλυφο του βυθού της θάλασσας με τα βάθη της. Στα μέσα όμως του δέκατου όγδοου αιώνα, αυτά τα στοιχεία μπορούσαν να ληφθούν μόνο μέσω της κοπιαστικής εργασίας της χειρωνακτικής βυθομέτρησης με το σκαντάγιο, ένα μακρύ σκοινί μ' ένα βαρίδι στην άκρη. Αν τα βάθη που αναφέρονταν στον Ουρρούτια ήταν σε οργιές, θα έπρεπε να μετατρέψουν σε μέτρα όλες αυτές τις βυθομετρικές ενδείξεις, ώστε να είναι συμβατές με εκείνες των σύγχρονων ισπανικών χαρτών. Κάθε δύο οργιές στον χάρτη του Ουρρούτια αντιστοιχούσαν περίπου σε τριάμισι μέτρα.

Υπήρχαν δυο άδεια φλιτζάνια καφέ στη μια πλευρά του τραπεζιού, δίπλα στα μολύβια και στη γόμα. Υπήρχε επίσης ένα καθαρό τασάκι κι ένα πακέτο εγγλέζικα τσιγάρα, που εκείνη κάπνιζε μερικές φορές. Από το στερεοφωνικό της βιβλιοθήκης ακουγόταν μουσική. Κάτι παλιό, ίσως γαλλικό ή ιταλικό, πολύ ευχάριστο' μια μελωδία που έκανε τον Κόυ να σκέφτεται κήπους με περιφράξεις σχεδιασμένες γεωμετρικά, πέτρινες κρήνες και μέγαρα σ' ευθείες λεωφόρους. Κοίταξε το προφίλ της γυναίκας πάνω από το ναυτικό χάρτη. Της πήγαινε, σκέφτηκε. Εκείνη η μουσική ήταν τόσο κατάλληλη όσο και το χακί πουκάμισο που φορούσε ανοιχτό πάνω από το άσπρο βαμβακερό φανελάκι, ένα αντρικό, στρατιωτικό πουκάμισο με μεγάλες τσέπες. Το ανεπίσημο ντύσιμο της πήγαινε τόσο καλά όσο και το επίσημο, με το τζην να σχηματίζει στενές πτυχές στη βουβωνική χώρα και πλάι στα γόνατα, και να αποκαλύπτει τους γυμνούς αστράγαλους -επίσης γεμάτους φακίδες, είχε διαπιστώσει με ευχάριστη έκπληξη- πάνω από τα παπούτσια του τένις.


Σκύβοντας με προσοχή, ο Κόυ μελέτησε τις κλίμακες των γεωγραφικών μηκών και πλατών. 

Από τότε που οι Φοίνικες διέπλευσαν τη μεσόγειο, όλη η ναυτική επιστήμη επικεντρωνόταν στο να διευκολύνει το ναυτικό να προσδιορίσει τη θέση του στο χάρτη. Άπαξ και γινόταν αυτό, μετά ήταν δυνατόν να χαραχθεί η πορεία και να προβλεφθούν οι κίνδυνοί της. Οι χάρτες, οι πορτολάνοι και οι ναυτιλιακές οδηγίες δεν ήταν παρά χρήσιμοι οδηγοί, εγχειρίδια για την εφαρμογή των αστρονομιών, γεωγραφικών, χρονομετρικών υπολογισμών και των συνδυασμών τους, που επέτρεπαν, με τρόπο άμεσο ή κατ' εκτίμησιν, να ληφθεί η θέση στους μεσημβρινούς -βόρειο ή νότιο γεωγραφικό πλάτος σε σχέση με τον ισημερινό-  και στου παραλλήλους -ανατολικό ή δυτικό μήκος σε σχέση με τον αντίστοιχο μεσημβρινό. Το γεωγραφικό πλάτος και το γεωγραφικό μήκος βοηθούσαν να προσδιορίσει κανείς τη θέση του επάνω σ' έναν υδρογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας τις κλίμακες που ήταν σημειωμένες στο περιθώριό του. Κλίμακες που στους σύγχρονους χάρτες εκφράζονταν σε μοίρες, λεπτά και δέκατα, όπου κάθε λεπτό αντιστοιχούσε σ' ένα συμβατικό ναυτικό μίλι 1.852 μέτρων. Η θέση στους παραλλήλους καθοριζόταν με τη χρήση της κλίμακας που υπήρχε στο επάνω ή στο κάτω μέρος κάθε χάρτη, οι δε θέση στους μεσημβρινούς με την κλίμακα που υπήρχε στα δεξιά και τ' αριστερά του. Μετά, με τη βοήθεια του διαβήτη των παράλληλων χαράκων, διασταυρώνονταν οι γραμμές των δύο θέσεων, και στην τομή τους, αν οι υπολογισμοί είχαν γίνει σωστά, βρισκόταν το πλοίο. Το θέμα περιπλεκόταν όταν προσθέτονταν και οι άλλοι παράγοντες, όπως η μαγνητική απόκλιση, τα θαλάσσια ρεύματα και άλλα στοιχεία που απαιτούσαν συμπληρωματικούς υπολογισμούς. Υπήρχε επίσης η μεγάλη διαφορά του να ταξιδεύεις βάσει τω επίπεδων χαρτών που χρησιμοποιούσαν οι παλιότεροι, όπου μεσημβρινοί και παράλληλοι είχαν μια σταθερή απόσταση πάνω στο χαρτί, και βάσει των σφαιρικών χαρτών, που ήταν πιο προσαρμοσμένοι στην πραγματική μορφή της Γης, με την απόσταση μεταξύ μεσημβρινών να μειώνεται πλησιάζοντας στους πόλους. Από τον Πτολεμαίο στο Μερκάτορ, η μετάβαση υπήρξε αργή και πολύπλοκη. Και οι υδρογραφικοί χάρτες δεν άρχισαν να τελειοποιούνται παρά από τα τέλη του 18ου αιώνα, με την εφαρμογή του ναυτικού χρονομέτρου για τον προσδιορισμό του γεωγραφικού πλάτους. Όσο για το πλάτος, αυτό καθοριζόταν από παλιά με την παρατήρηση και την αστρονομική απόκλιση -ο οκτάντας, ο σύγχρονος εξάντας.

"Ποια ήταν η θέση του "Dei Gloria" όταν βυθίστηκε;"

"Ήταν 451΄ανατολικό γεωγραφικό μήκος.... Το γεωγραφικό πλάτος ήταν 3732΄ βόρειο".

Η Τάνχερ είχε απαντήσει χωρίς δισταγμό. Ο Κόυ έκανε μια καταφατική κίνηση κι έσκυψε λίγο περισότερο για να βρει αυτές τις συντεταγμένες στο χάρτη που ήταν ανοιχτός πάνω στο τραπέζι. Καθώς αισθάνθηκε την κίνηση, ο Θας σήκωσε το κεφάλι και μετά το ακούμπησε ξανά στο παπούτσι του.

"Θα πρέπει να βρήκαν το στίγμα τους σε σχέση με τη στεριά" είπε ο Κόυ. "Είναι το πιο πιθανό...Δε μπορώ να τους φανταστώ μέσα στην καταδίωξη, να παίρνουν τα ύψη του ήλιου πάνω από τον ορίζοντα με τον οκτάντα. Υπάρχει όμως πρόβλημα αν προσδιόρισαν τη θέση τους κατά προσέγγιση... Αυτό είναι πολύ σχετικό. Υπολογίζεις ταχύτητα, πορεία, απόκλιση πορείας και μίλια που έχεις διανύσει. Το λάθος μπορεί να είναι μεγάλο. Την εποχή των ιστιοφόρων, οι ναυτικοί ονόμαζαν τη θέση που προσδιοριζόταν κατά εκτίμηση σημείο - φάντασμα".

Εκείνη τον κοιτούσε. Σοβαρή, σκεφτική. Κρεμασμένη από κάθε του λέξη. 

"Ταξιδεύεις πολύ με ιστιοφόρα;"

"Ναι. Κυρίως όταν ήμουν νέος. Για έναν χρόνο ήμουν δόκιμος πάνω στο "Estrella del Sur", μια γολέτα που είχε μετατραπεί σε εκπαιδευτικό σκάφος. Πέρασα επίσης πολύ καιρό στο 

"Carpanta", το ιστιοφόρο ενός φίλου... Και βέβαια είναι τα βιβλία. Μυθιστορήματα και ιστορία".

"Πάντα για τη θάλασσα;"

"Πάντα".

"Και τη στεριά;"

"Τη στεριά προτιμώ να την έχω στα είκοσι μίλια και πίσω από την πλάτη μου".    

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Έμεινε για λίγο μπροστά στο βενζινάδικο, κοιτάζοντας τα σκοτεινά παράθυρα του 5ου ορόφου. Μου στρώνουν ένα κρεβάτι 4Χ4, σκέφτηκε. Με κοινό και ταυρομάχου;. Κι εγώ αφήνομαι να με μπλέξουν σα βυζανιάρικο. Φανταζόταν ότι η Τάνχερ ήταν ακόμα επάνω, παρατηρώντας τον αθέατη, δε μπορούσε όμως να διακρίνει καμία κίνηση. Παρέμεινε λίγο ακόμα εκεί, κοιτώντας προς τα πάνω, σίγουρος ότι εκείνη τα είχε δει όλα, καθώς προσπαθούσε να καταστείλει την παρόρμηση να ξανανεβεί και να ζητήσει εξηγήσεις. Φλις, φλας. Δυο χαστούκια με την ανάστροφη του χεριού, κι εκείνη πάνω στον καναπέ. Θα στα πω όλα και σ' αγαπώ. Μετά δάκρυα κι ένα καλό πήδημα. Συγνώμη που σε πέρασα για ανόητο και τα λοιπά. Μπλα, μπλα, μπλα. 

Βλεφάρισε καθώς επανήλθε στην πραγματικότητα, στη μέση ενός αναστεναγμού που ήταν σχεδόν παράπονο. Υπάρχουν σίγουρα κανόνες για όλα αυτά. Κανόνες που εγώ δεν ξέρω κι εκείνη ναι. Ή ίσως κανόνες που εκείνη η ίδια ορίζει. Και που περιλαμβάνουν ίσως το ότι αυτή είναι η στιγμή για να συνεχίσεις ή να κάνεις πίσω. Γεια σου, και κλείσε το φως βγαίνοντας, ή μην πεις μετά ότι δεν σε προειδοποιήσαμε, ναυτικέ. Το θέμα ήταν για ποιο πράγμα τον προειδοποίησαν. Και ποιοι. 

Ήταν τόσο μπερδεμένος, που άρχισε να περπατά προς τον κοντινότερο κόμβο, και μετά ανέβηκε αργά προς την οδό Ατότσα. Στο πρώτο ανοιχτό μπαρ που βρέθηκε μπροστά του -ούτε εκεί είχαν μπλε τζιν-, έμεινε ακίνητος στον πάγκο, κοιτώντας χωρίς να το αγγίζει το ποτό που είχε παραγγείλει. Το μπαρ ήταν παλιό, με τσίγκινο πάγκο, καρέκλες από φορμάικα, μια ανοιχτή τηλεόραση και φωτογραφίες της Ράγιο Βαγιεκάνο στον τοίχο. Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από το σερβιτόρο, έναν αδύνατο άντρα με τατουάζ στο χέρι, που το γεμάτο λεκέδες πουκάμισό του τού έδινε μιαν άθλια όψη καθώς σκούπιζε με περιφρονητικό ύφος το πριονίδι του πατώματος, που ήταν γεμάτο από τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες και όστρακα από καραβίδες. Ο Κόυ είχε μπροστά του έναν καθρέφτη με μια διαφήμιση της μπύρας San Miguel, και το πρόσωπό του καθρεφτιζόταν μέσα στον κατάλογο των μεζέδων και των φαγητών που ήταν γραμμένος επάνω με άσπρα γράμματα. έβλεπε τα μάτια του ακριβώς ανάμεσα στα "΄άπαχο κρέας με ντομάτα" και "χταπόδι ξιδάτο", κάτι που σίγουρα δεν μπορούσε να εμψυχώσει κανέναν. Τον μελετούσαν δύσπιστα, εξετάζοντας τον πάνω στα βήματα που σκεφτόταν να κάνει τις επόμενες ώρες.

"Θέλω να πλαγιάσω μαζί της" είπε στο σερβιτόρο.

"Όλοι το θέλουμε αυτό" απάντησε ο άλλος χωρίς να σταματήσει να σκουπίζει.

Ο Κόυ συγκατένευσε κι έφερε τελικά το ποτήρι στα χείλη. ήπιε λίγο, ξανακοίταξε τον καθρέφτη κι έκανε ένα μορφασμό.

'Το πρόβλημα είναι" είπε " ότι δεν παίζει καθαρά".

"Καμιά δεν το κάνει".

"Είναι όμως πολύ όμορφη. Η σκύλα".

"Όλες είναι".

Ο σερβιτόρος είχε αφήσει τη σκούπα σε μια γωνιά και, καθώς επέστρεφε πίσω από τον πάγκο, σερβιρίστηκε μια μπύρα. Ο Κόυ τον είδε να πίνει αργά το μισό ποτήρι χωρίς ανάσα και μετά βάλθηκε να κοιτάζει τις φωτογραφίες της Ράγιο, έως ότου κατέληξε σε μια αφίσα μιας ταυρομαχίας στη Λας Βέντας, επτά χρόνια πριν. Ξεκούμπωσε το σακάκι και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του. Έβγαλε μερικά νομίσματα, τα αράδιασε στον πάγκο και προσπάθησε να βάλει ένα ανάμεσα σε δύο αλλά χωρίς να τα κουνήσει ή να τ' αγγίξει.

"Μπαίνω σε μια μπερδεμένη υπόθεση".

Αυτή τη φορά ο σερβιτόρος δεν απάντησε αμέσως. Παρατηρούσε τον αφρό της μπύρας στο χείλος του ποτηριού του. 

"Που σημαίνει ότι εκείνη αξίζει τον κόπο" είπε σε λίγο.

"Δεν το ξέρω ακόμα". Ο Κόυ σήκωνε τους ώμους. "Υπάρχει ένα βυθισμένο πλοίο, όπως στις ταινίες... Και μου φαίνεται ότι υπάρχουν και κακοί".

Ο άλλος τον κοίταξε για πρώτη φορά. Έμοιαζε ελαφρώς ενδιαφερόμενος.

"Επικίνδυνοι;"

"Δεν έχω ιδέα".

Σώπασαν. Συνέχισε να παίζει και ήπιε δυο γουλιές, καθώς ο σερβιτόρος τέλειωνε τη μπύρα του ακουμπισμένος στην άκρη του πάγκου. Μετά έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα κι άρχισε να καπνίζει χωρίς να προσφέρει στον Κόυ. Το χέρι του με το τατουάζ είχε τέσσερις μπλε βούλες στον αντίχειρα και το δείκτη, ανάμεσα στις αρθρώσεις -τυπικό σημάδι φυλακής. Ήταν νέος και δεν μπορούσαν να είναι πολλά τα χρόνια. Δύο ή τρία, υπολόγισε. Τέσσερα ή πέντε. 

"Μου φαίνεται" είπε ο Κόυ "πως δεν θα κάνω πίσω".

Ο σερβιτόρος συγκατένευσε αργά και δεν είπε τίποτα. Τότε, ο Κόυ άφησε δυο νομίσματα στον πάγκο, φύλαξε τα υπόλοιπα και βγήκε στο δρόμο.          

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ο τύπος στο βενζινάδικο στεκόταν ακίνητος, βλέποντάς τον να πλησιάζει. Ο Κόυ προχώρησε προς το μέρος του, με τα χέρια στις τσέπες του σακακιού και νιώθοντας μιαν έντονη εσωτερική ενέργεια, μια ζωτική έξαρση που του προκαλούσε τη διάθεση να φωνάξει, να γελάσει δυνατά ή να παλέψει, είτε παρέα με το Πλήρωμα Σάντερς είτε όχι. Ήταν ερωτευμένος σα μοσχάρι, είχε επίγνωση της κατάστασης, κι αυτό, αντί να τον ανησυχήσει, τον διέγειρε. Κατά την άποψή του, οι ναύτες του Οδυσσέα που βούλωσαν τ' αυτιά τους με κερί για να μην ακούνε το τραγούδι των Σειρήνων δεν ήξεραν τί έχαναν. Στο κάτω κάτω, όπως λέει και το παλιό ποιηματάκι, ναυτικός χωρίς τίποτα να κάνει πλοίο ή γυναίκα ψάχνει. Κι αυτή η δικαιολογία άξιζε όσο καμία άλλη. Η περιπέτεια, ή ό,τι ήταν όλα αυτά, περιλάμβανε στο ίδιο πακέτο ενα πλοίο, έστω βυθισμένο, και μια γυναίκα. Όσο για τις συνέπειες των βημάτων, των πράξεων και των μπλεξιμάτων στις οποίες το πλοίο η γυναίκα και η δική του ψυχική κατάσταση τον οδηγούσαν αναπόφευκτα, εκείνη τη στιγμή -σύμφωνα με τις σκέψεις του εκφρασμένες με λόγια- δεν του καιγόταν καρφί.

Έφτασε έτσι στο βενζινάδικο απέναντι και πήγες κατευθείαν προς τον τύπο που κρατούσε σκοπιά δίπλα στην φωτισμένη αντλία, και, καθώς μείωνε την απόσταση, αισθανόταν πάλι την οικειότητα που είχε βιώσει καθώς τον παρατηρούσε από το παράθυρο. Κι όταν βρέθηκε σχεδόν πλάι του, κι εκείνος τον κοιτούσε να πλησιάζει μ' εμφανή καχυποψία, άρχισε το μυστήριο να ξεδιαλύνεται και ήρθε στη μνήμη του ο κοντούλης τύπος της δημοπρασίας, εκείνος που αργότερα νόμισε πως είδε στις αψίδες της πλατείας Ρεάλ και που τώρα, δεν χωρούσε καμία αμφιβολία, βρισκόταν πάλι μπροστά του, μ' ένα πράσινο ημίπαλτο τριών τετάρτων, σαν να ήταν έτοιμος για μια παρωδία πρωινού κυνηγιού στο Σάσσεξ. Αυτός ο τόνος παρωδίας ενισχυόταν από το μικρό του ανάστημα και από τα χαρακτηριστικά του, που ο Κόυ τα θυμόταν καλά: γουρλωτά μάτια, μελαγχολική έκφραση. Επίσης η εγγλέζικη ενδυμασία του ερχόταν σε αντίθεση με την έντονα μεσογειακή του όψη: τα μάτια και το μουστάκι πολύ μαύρα, τα μαλλιά με τζελ που γυάλιζε στους κροτάφους, και το δέρμα πελιδνό, νότιο. 

"Τί παπάρια γυρεύεις;"

Πλησίασε λίγο περισσότερο από το πλάι, για κάθε ενδεχόμενο, με τα χέρια λίγο απομακρυσμένα από το σώμα και τους μυς τεντωμένους. Γιατί πάνω από μία φορά είχε δει πως άτομα μικρού αναστήματος τινάζονταν ξαφνικά και ορμούσαν με δαγκωνιές ή τράβαγαν ένα σουγιά και σ' έστελναν στον αγύριστο πριν βγάλεις κιχ. Εκείνος πάντως φαινόταν να απέχει πολύ από κάτι τέτοιο, ίσως γιατί τα ρούχα του τού έδιναν μια όψη μεταξύ σοβαρού και γελοίου, σαν μια διασταύρωση Ντάννυ ντε Βίτο και Πήτερ Λόρρε που είχε μόλις ντυθεί στο "Barbour" για να κάνει μια βόλτα στην αγγλική ύπαιθρο κάποια βροχερή μέρα.

"Συγγνώμη;"

Ο τύπος χαμογελούσε μελαγχολικά. Ο Κόυ κατέγραψε μιαν αόριστη λατινοαμερικάνικη προφορά. Αργεντίνος ίσως. Ή Ουρουγουανός. 

"Μια συνάντηση μπορεί να είναι τυχαία" είπε. "Δύο σύμπτωση. Τρεις, μου πιάνεις τα παπάρια".

Ο άλλος φάνηκε να σκέφτεται το θέμα. Ο Κόυ παρατήρησε ότι φορούσε ένα παπιγιόν μεπολύ καλά φτιαγμένο κόμπο και ότι τα καφέ του παπούτσια γυάλιζαν άψογα.

"Δεν καταλαβαίνω τί εννοείτε" είπε τελικά.

Είχε χαμογελάσει λίγο περισσότερο. Ένας ευγενικός και κάπως πικραμένος μορφασμός. Είχε πρόσωπο καλού, ευγενικού ανθρώπου, που το μουστάκι τον έδειχνε μεγαλύτερο από ό,τι θα έπρεπε να ήταν. Τα γουρλωτά του μάτια χαμογελούσαν επίσης, καρφωμένα στον Κόυ. 

"Εννοώ" είπε αυτός "ότι έχω βαρεθεί να σε βλέπω παντού".

"Σας επαναλαμβάνω ότι δεν καταλαβαίνω σε τί αναφέρεστε". Εξακολουθούσε να τον κοιτάζει με πολύ σιγουριά. "Εν πάση περιπτώσει, αν σε κάτι σας ενόχλησα, πιστέψτε με ότι λυπάμαι".

"Θα λυπηθείς περισσότερο αν δεν μου πεις τί ζητάς".

Ο άλλος σήκωσε τα φρύδια, σαν να τον κατέπλησσαν αυτά τα λόγια. Φαινόταν ειλικρινά στεναχωρημένος από την απειλή. Δεν είναι πρέπον, έλεγε η έκφρασή του. Δεν είναι σωστό να λέει τέτοια πράγματα ένα καλό παιδί σαν εσένα.

"Ας το διαπραγματευτούμε, κύριε Απολίτιστε" είπε.

"Τί παπάρια εννοείς;"

"Θέλω να πω, κύριε, ας μη χάνουμε την ηπιότητα του χαρακτήρα μας".

Μου τη σπάει, σκέφτηκε ο Κόυ. Αυτός ο τσόγλανος με δουλεύει. Δίστασε για ένα δευτερόλεπτο μεταξύ του να δώσει μια γροθιά στη μούρη, εκεί που βρίσκονταν, ή να τον σπρώξει σε μια γωνιά και να του ψάξει τις τσέπες, για να δει ποιος διάβολος ήταν. Ήταν έτοιμος ν' αποφασίσει, όταν είδε τον άντρα του βενζινάδικου να βγαίνει έξω και να τους κοιτάζει περίεργα. Μη κάνω καμιά γκάφα, σκέφτηκε. Μη πιαστούμε στα χέρια και γίνει σκάνδαλο, και μετά άντε να μαζεύουμε τα συντρίμμια. Κοίταξε ψηλά, προς το παράθυρο του τελευταίου ορόφου. Όλα ήταν σκοτεινά. Ή είχε αποσυρθεί ή παρέμενε εκεί, χωρίς φως που να προδίδει την παρουσία της, και να τους παρατηρούσε. Ο Κόυ έπιασε τη μύτη του, αμήχανος. Άσχημη κατάσταση. Τότε, είδε ότι ο μελαγχολικός νάνος είχε κινηθεί λίγο προς το πεζοδρόμιο και σταματούσε ένα ταξί. Σαν ένα πιόνι του σκακιού που αλλάζει τετράγωνο.    

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Θα ήθελε να πλαγιάσει μ' αυτή τη γυναίκα, σκέφτηκε καθώς κατέβαινε δυο δυο τα σκαλοπάτια. Θα ήθελε να το κάνει όχι μία, αλλά πολλές, άπειρες, φορές. Θα ήθελε να μετρήσει όλες τις χρυσαφένιες φακίδες της με τα δάχτυλα και τη γλώσσα, και μετά να μπει γλυκά μέσα της, φιλώντας τη στο στόμα. Να τη φιλά αργά, χωρίς βιασύνη, χωρίς πίεση, έως ότου γλυκάνει, όπως η θάλασσα τρώει σιγά σιγά το βράχο, εκείνες τις σκληρές γραμμές, που την έκαναν να φαίνεται τόσο απόμακρη μερικές φορές. Θα ήθελε να βάλει σπίθες φωτός και έκπληξης στα μπλε μάτια της, να αλλάξει το ρυθμό της αναπνοής της, να προκαλέσει τρέμουλο στη σάρκα της. Και να παραμονέψει στο μισοσκόταδο, όπως ένας υπομονετικός ελεύθερος σκοπευτής, εκείνη τη στιγμή τη φτιαγμένη από φευγαλέα συντομία, από εγωιστική ένταση, κατά την οποία μια γυναίκα μένει απορροφημένη στον εαυτό της κι έχει το πρόσωπο όλων των γυναικών που έχουν γεννηθεί και που πρόκειται να γεννηθούν.

Αυτή ήταν η ψυχική κατάσταση του Κόυ όταν βγήκε στο δρόμο περασμένα μεσάνυχτα, με τη στύση να αναδιπλώνεται ανόρεχτα στην κρύα, εργένικη φωλιά της. Γι' αυτόν δεν υπήρχε τίποτε το παράξενο στο ότι, αντί να κατευθυνθεί δεξιά, κοίταξε από τη μια κι από την άλλη πλευρά της λεωφόρου Ινφάντας Ισαβέλλας, πέρασε απέναντι κάτω από ένα φανάρι που εκείνη τη στιγμή ήταν κόκκινο και προχώρησε προς τον άντρα που στεκόταν ακόμα δίπλα σε μία από τις αντλίες του βενζινάδικου. Κατά βάθος -κι όχι μόνο- ο Κόυ δεν τσακωνόταν εύκολα. Στις πιο θορυβώδεις καθόδους του στη στεριά, εκείνη την ευτυχισμένη εποχή που ακόμη υπήρχαν πλοία από τα οποία μπορούσε να κατεβεί, είχε περιοριστεί στο ρόλο του αθέλητου πρωταγωνιστή, του κομπάρσου, του συντρόφου. Από αυτούς που είναι με τους φίλους τους και το περιβάλλον ζεσταίνεται, και μ' ένα ποτήρι στο χέρι σκέφτονται εδώ θα γίνει καυγάς, κατάδυση, αού, αού, κατάδυση, και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρίσκονται να δίνουν και να δέχονται γροθιές, χωρίς το όλο πράγμα να πηγαίνει παραπέρα. Αυτό συνέβαινε κυρίως στα χρόνια του Τορπιλικού Τουκουμάν και του Πληρώματος Σάντερς, όταν ο Κόυ γύριζε στο πλοίο με το μάτι μαυρισμένο τη μία μέρα και την άλλη όχι, κάτι παγωμένα πρωινά, με το γιακά του σακακιού σηκωμένο, περπατώντας σε υγρούς μόλους, που καθρέφτιζαν κίτρινα φώτα δίπλα σε ξύλινες εξέδρες, τους γερανούς και τα αγκυροβολημένα πλοία. Τρεις, τέσσερις, δέκα νυσταλέοι άντρες που τρίκλιζαν και που μερικές φορές κουβαλούσαν συντρόφους που έσερναν τα πόδια τους, και πάντα κάποιος καθυστερημένος, στα πρόθυρα αιθυλικού κώματος, που, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του, τους ακολουθούσε από μακριά, κάνοντας επικίνδυνα ζικ ζακ ανάμεσα στις δέστρες και πολύ κοντά στο νερό. Πλήρωμα Σάντερς... Ο Σάντερς ήταν ο σχεδιαστής των χιουμοριστικών εικονογραφήσεων  των ναυτικών ημερολογίων Sigma, στα οποία πρωταγωνιστούσε μια ομάδα μεθυσμένων, γυναικάδων ναυτικών, που μισούσαν τον καπετάνιο τους, ένα μικροσκοπικό τυραννίσκο με μεγάλα μουστάκια, και που έβγαζαν περίπατο τις καταστροφές τους, τους τσακωμούς τους και τα ναυάγιά τους σε όλες τις θάλασσες και σε όλους τους οίκους ανοχής του κόσμου.Έξω από τα ημερολόγια, το Πλήρωμα Σαντερς το αποτελούσαν ο Κόυ, ο Νέιρα από τη Γαλικία και ο πρώτος μηχανικός ο Γοροστιόλα, με το ψευδώνυμο Τορπιλικό Τουκουμάν, όταν οι τρεις τους ταξίδευαν με πλοία της Zoeline μεταξύ Κεντρικής Αμερικής και Βόρειας Ευρώπης, και το ίδιο έβραζαν σε αγκυροβόλια και λιμάνια της Καραϊβικής σε ρυθμούς τροπικούς, και τουρτούριζαν από το κρύο στη Νέα Υόρκη, στο Αμβούργο ή στο Ρόττερνταμ, όταν ο παγωμένος αέρας σάρωνε την κουβέρτα και τη γέφυρα, και ο υδράργυρος εξαφανιζόταν από τα θερμόμετρα. Αυτοί οι τρεις ήταν το βασικό Πλήρωμα, μια σταθερή τριάδα, αν και πάντα προσκολούνταν κάποιος, ανάλογα με το λιμάνι που επισκέπτονταν. Ο Νέιρα ήταν δυο μέτρα μπόι και ζύγιζε 95 κιλά, ενώ το Τορπιλικό ήταν λίγα εκατοστά κοντύτερος και μερικά κιλά παραπάνω. Αυτό ήταν χρήσιμο κι επίσης καθησυχαστικό σε μέρη όπως ο Παναμάς, όπου, με το που κατέβαινες από το πλοίο, σε συμβούλευαν να μην πας πιο πέρα από την προβλήτα, γιατί από κει και μετά σε περίμεναν πιστόλια και μαχαίρια. Όταν περπατούσε ανάμεσα σ' εκείνους του δύο τρελάρες, ο Κόυ έμοιαζε νάνος. Είχαν μπράτσα σαν παλαμάρια 20 ιντσών, παλάμες σαν έλικες και μια αξιοσημείωτη κλίση να σπάνε πράγματα, μπουκάλια, μπαρ, μούτρα μετά το πέμπτο ουίσκι. Απ' όπου περνούσαν -ρυμουλκώντας τον Κόυ-, άφηναν πίσω τους καμμένη γη. Όπως σ' εκείνο το μπαρ της Κοπεγχάγης, το γεμάτο από ξανθούς άντρες και ξανθές γυναίκες που στο τέλος αποδείχτηκαν κι αυτές ξανθοί άντρες, όπου το Τορπιλικό Τουκουμάν είχε θυμώσει γιατί,  καθώς έβαζε χέρι σε μια γυναίκα, έπεσε απρόσμενα πάνω σε κάτι μακρύ, πράγμα βέβαια που δεν περίμενε. Κι έπειτα από λίγα λεπτά καυγά, εκείνος κι ο Νέιρα έπιασαν τον Κόυ ο καθένας από ένα μπράτσο, κρατώντας τον ψηλά, και το έβαλαν στα πόδια, τρέχοντας προς το λιμάνι και το πλοίο, με μισή ντουζίνα αστυνομικών -αναπόφευκτα ξανθών- κατά πόδας. Σας ορκίζομαι πως την πέρασα για τύπισσα, επαναλάμβανε συνεχώς το Τορπιλικό, κοφ, κοφ, κοφ, με κομμένη την ανάσα μέσα στον καλπασμό, καθώς από την άλλη μεριά ο Νέιρα του έκανε πλάκα, κι ακόμα και ο Κόυ, παρά το σκισμένο χείλος του, είχε σκάσει στα γέλια, με το Τορπιλικό να τους λοξοκοιτάζει πολύ θυμωμένος. Μην τολμήσετε να το πείτε πουθενά, καταλάβατε; Μην τολμήσετε, κοφ, κοφ. Κερατάδες.        

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Για να τον πείσει, μίλησε για λίγο για τους κυνηγούς θησαυρών. Τέτοιοι τύποι υπήρχαν πράγματι, με τα παλιά τους σχεδιαγράμματα και τα μυστικά τους, και τριγύριζαν ψάχνοντας πράγματα στο βυθό της θάλασσας. Μπορούσε να τους δει κανείς στο Αρχείο Δυτικών Ινδιών της Σεβίλλης, σκυμμένους πάνω από παλιά έγγραφα, ή να εμφανίζονται τυχαία στα μουσεία και στα λιμάνια, επιχειρώντας να εκμαιεύσουν πληροφορίες από τον κόσμο χωρίς να αφήσουν ίχνη και χωρίς να σηκώσουν υποψίες. Εκείνη η ίδια είχε γνωρίσει αρκετούς, που έμπαινα στον αριθμό 5 της λεωφόρου Πράδο προσπαθώντας να κρύψουν τις προθέσεις τους, για να κυνηγήσουν τη μία ή την άλλη ένδειξη, ζητώντας να κοιτάξουν κάτι στα αρχεία ή να συμβουλευτούν παλιούς ναυτικούς χάρτες, απλώνοντας ένα προπέτασμα ψεύτικων στοιχείων για να καμουφλάρουν τους πραγματικούς τους στόχους. Ένας από αυτούς, Ιταλός και πολύ συμπαθής, είχε φτάσει στο ακραίο σημείο να αρραβωνιαστεί με μια φίλη της για να αποκτήσει πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα. Ήταν ιδιόμορφοι άνθρωποι, ενδιαφέροντες, τυχοδιώκτες κατά κάποιον τρόπο, ονειροπόλοι ή φιλόδοξοι. Στη μεγάλη πλειοψηφία τους έμοιαζαν με μελετηρά ποντίκια βιβλιοθήκης, παχουλοί με γυαλιά και τα παρόμοια. Καμία σχέση με τα μυώδη, μαυρισμένα άτομα, τα γεμάτα τατουάζ, που έδειχνε ο κινηματογράφος και τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης. Οι 9 στου; 10 κυνηγούσαν απραγματοποίητα όνειρα, και μόνο ένας στους χίλιους πετύχαινε το στόχο του.

Ο Κόυ χάιδεψε πάλι το Θας, παρατηρώντας τα πιστά μάτια του ζώου. Αρφ, αρφ. Αισθανόταν τη γεμάτη ευγνωμοσύνη ανάσα του στον καρπό του. Υγρή. 

"Αυτό το πλοίο δε μετέφερε κανένα θησαυρό, εκτός κι αν μου είπες ψέμματα. Βαμβάκι, καπνό και ζάχαρη, είπες".

"Αλήθεια είναι".

"Είπες επίσης ένας στους χίλιους, έτσι δεν είναι;"

Εκείνη συγκατένευε πίσω από τον καπνό. Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά και συγκατένευσε πάλι. Κοιτούσε μέσα από τον Κόυ, σαν να μην τον έβλεπε. 

"Άκου. Το "Dei Gloria" μετέφερε επίσης ένα μυστήριο. Εκείνοι οι δυο ταξιδιώτες, η επίθεση του πειρατικού... Καταλαβαίνεις; Υπάρχει κάτι ακόμα. Διάβασα την κατάθεση του επιζώντα στα αρχεία του πολεμικού ναυτικού... Κάποια σημεία δεν ταιριάζουν. Κι ύστερα, η αιφνίδια εξαφάνισή του, πουφ. Χάθηκε στον αέρα".

Έσβησε το τσιγάρο πιέζοντάς το στο τασάκι, έως ότου εξαφανιστεί και το τελευταίο μόριο της καύτρας. Είναι επίμονη κοπέλα, σκέφτηκε ο Κόυ. Κανένας μη επίμονος δεν θα έμπαινε έτσι σ' ένα τέτοιο θέμα, ούτε θα είχε αυτά τα μάτια παίκτη του πόκερ, ούτε θα έσβηνε με τέτοια εμμονή το τσιγάρο, σαν να το δολοφονούσε. Αυτή γνωρίζει πολύ καλά τί θέλει. Κι εγώ δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, ακολουθώ τα βήματά της. 

"Υπάρχουν θησαυροί" είπε εκείνη "που δεν μεταφράζονται υποχρεωτικά σε χρήματα".

Ο Κόυ έριξε ένα βλέμμα από το παράθυρο προς τις κατά διαστήματα φωτισμένες γραμμές του τραίνου μακριά, και μετά παρατήρησε το βενζινάδικο που βρισκόταν απέναντι, στα μισά της απόστασης του σπιτιού από το σταθμό. Ένας άντρας στεκόταν μπροστά στο βενζινάδικο, και του φάνηκε πως κοιτούσε προς τα πάνω. Από τον 5ο όροφό όμως ήταν δύσκολο να πει με σιγουριά. Ωστόσο κάτι στη στάση του ή στην εμφάνισή του του φαινόταν οικείο.

"Περιμένεις κανέναν;"

Τον κοίταξε έκπληκτη, χωρίς να πει τίποτα, πριν σηκωθεί και βαδίσει προς το μέρος του. Παρατηρούσε προσεκτικά εκείνον, όχι το παράθυρο. Τελικά, όταν έφτασε, έριξε μια ματιά κάτω. Τα μαλλιά της τότε άγγιξαν το πιγούνι της, κρύβοντας το πρόσωπο. Σήκωσε μηχανικά το χέρι για να τα τραβήξει, και ο Κόυ κοίταξε το προφίλ της, που το σκλήραινε η μεγάλη μύτη, φωτισμένο από τη λάμψη του δρόμου.

"Εκείνος ο άντρας έχει λίγη ώρα κάτω" είπε ο Κόυ. 

Η Τάνχερ εξακολουθούσε να κοιτάζει κάτω χωρίς να λέει τίποτα. Κρατούσε την ανάσα της, και ξεφύσηξε απότομα, σα να εκδήλωνε παραπάνω παράπονο ή ενόχληση. Η έκφρασή της είχε σκοτεινιάσει.

"Τον γνωρίζεις;" ρώτησε ο Κόυ.

Σιωπή. Σφίγγα, βενετσιάνικη μάσκα, αζτέκικο προσωπείο. Βουβή όπως τα φαντάσματα του "Chergui" και του "Dei Gloria".

"Ποιος ήταν ο τύπος με την αλογοουρά;... Γιατί διαπληκτιζόσασταν εκείνη τη νύχτα στη Βαρκελώνη;"

Το βλέμμα του Θας πήγαινε από τον έναν στον άλλο, καθώς κουνούσε ευχαριστημένος την ουρά του. Η Τάνχερ έμεινε μερικά δευτερόλεπτα ακόμη ακίνητη, σαν να μην είχε ακούσει την ερώτηση. Τώρα στήριζε το ένα χέρι στο τζάμι, αφήνοντας εκεί τα ίχνη των δακτύλων της. Ήταν πολύ κοντά, κι ο Κόυ αισθάνθηκε πάλι τη μυρωδιά του ζεστού και καθαρού δέρματος. Μια γλυκειά στύση άρχισε να πιέζει την αριστερή τσέπη του τζην του. Τη φαντάστηκε γυμνή, στηριγμένη σ' εκείνο το ίδιο παράθυρο, με το φως του δρόμου να πέφτει στο δέρμα της. Φαντάστηκε ότι της έβγαζε τα ρούχα και την έστρεφε προς το μέρος του, μ' εκείνην να αφήνεται. Φαντάστηκε ότι την έπαιρνε στα χέρια και την πήγαινε ως τον καναπέ ή ως το κρεβάτι στο πλαϊνό δωμάτιο, με το Θας να κουνάει τρυφερά την ουρά του από την πόρτα. Φαντάστηκε ότι τρελαινόταν κι ότι την ακολουθούσε ως το φάρο στην άκρη του κόσμου, ανάμεσα από ανέμους και ναυάγια, και ότι εκείνη ζητούσε από αυτόν κάτι παραπάνω από το να τον χρησιμοποιεί στα τυφλά. Τα φαντάστηκε όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα, όπως σε μια ακολουθία που στήνεται κομμάτι κομμάτι. Το έκανε γρήγορα, φλογερά, απεγνωσμένα, έως ότου ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι εκείνη τον κοίταζε και ότι η έκφραση των ματιών της ήταν  η ίδια με της γυναίκας στη γολέτα απέναντι από τη Βενετία, την οποία αυτός παρατηρούσε μέσα από τα κιάλια και νόμιζε, παρά την απόσταση, ότι το βλέμμα της διαπερνούσε τη σκέψη του.

"Σου υποσχέθηκα μόνο μία απάντηση" είπε τελικά "κι υπήρξαν ήδη πολλές γι' αυτή τη νύχτα... Για τις υπόλοιπες θα πρέπει να περιμένεις'.  
  

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

..."Θα εργαζόσουν για μας;" Τον παρατηρούσε πάντα, έντονα, μέσα από τον καπνό του τσιγάρου. "Με αμοιβή βέβαια".

Εκείνος έμεινε τέσσερα δευτερόλεπτα με το στόμα ανοιχτό. 

"Εννοείς για το μουσείο κι εσένα;"

"Ναι"

Άφησε το ποτήρι, έκλεισε το στόμα, κοίταξε τα πιστά μάτια του Θας και περιέφερε το βλέμμα του στο δωμάτιο. Κάτω, στο δρόμο, απέναντι από ένα βενζινάδικο της Repsol και το σταθμό της Ατότσα, διακρινόταν, καθώς φωτιζόταν κατά διαστήματα, η πολύπλοκη χάραξη πολυάριθμων γραμμών τραίνου. 

"Φαίνεσαι διστακτικός" είπε σιγά εκείνη, χαμογελώντας επιτιμητικά. "Κρίμα" 

Έσκυψε για να αφήσει τη στάχτη να πέσει στο τασάκι, και η κίνηση έκανε τη μπλούζα να τεντωθεί, διαγράφοντας τον κορμό της. Θεέ μου, σκέφτηκε ο Κόυ. Σχεδόν σε πονάει να την κοιτάς. Αναρωτιέμαι αν έχει φακίδες και στο στήθος. 

"Δεν είναι αυτό" είπε. "Απλώς είμαι έκπληκτος". Έκανε ένα μορφασμό. "Δεν πιστεύω πως αυτός ο αντιπλοίαρχος, ο προϊστάμενός σου -"

"Είναι δικό μου θέμα" τον διέκοψε εκείνη. "Μπορώ να διαλέγω συνεργάτες".

"Δεν πιστεύω πως από το πολεμικό ναυτικό λείπουν άνθρωποι ικανοί, που να μην καθίζουν κάτω τα πλοία τους".

Τον κοίταξε για πολύ, κι εκείνος σκέφτηκε: Ως εδώ ήταν, σύντροφε. Σήκω και κούμπωσε το σακάκι σου, γιατί η κυρία θα σε πετάξει με τις κλωτσιές στο δρόμο. Κάτι που σου αξίζει, γιατί είσαι αστείος και γλωσσάς. Ανώμαλος κι ανόητος. 

"Άκου, Κόυ" -ήταν η πρώτη φορά που πρόφερε το όνομά του κοιτάζοντάς τον στα μάτια, κι εκείνος διαπίστωσε πως του άρεσε να το ακούσει μ' αυτόν τον τρόπο και από κείνο το στόμα- "έχω ένα πρόβλημα. Έχω κάνει έρευνες, κατέχω τη θεωρία, έχω τα στοιχεία... Μου λείπει όμως κάτι αναγκαίο για να φτάσω στη λύση. Η θάλασσα είναι κάτι που γνωρίζω μόνο από τα βιβλία, τον κινηματογράφο, την παραλία... Από τη δουλειά μου. Υπάρχουν ωστόσο σελίδες, σκέψεις, που μπορούν να είναι τόσο έντονες όσο το να ήσουν με τον Νέλσον στο Αμπουκίρ ή στο Τραφάλγκαρ... Γι' αυτό χρειάζομαι κάποιον μαζί μου... Κάποιον που να μου προσφέρει πρακτική βοήθεια. Να με συνδέει με την πραγματικότητα".

"Αυτό το καταλαβαίνω πολύ καλά. Θα σου ήταν όμως εύκολο να ζητήσεις από το πολεμικό ναυτικό όλα τα αναγκαία".

"Εγώ τα ζητάω από σένα. Είσαι πολίτης και μόνος". Τον μελετούσε μέσα από τις σπείρες του καπνού του τσιγάρου της. "Για μένα, έχεις πολλά πλεονεκτήματα. Αν σε προσλάβω, θα σε ελέγχω... Εγώ διατάζω. Καταλαβαίνεις;"

"Καταλαβαίνω".

"Με τους στρατιωτικούς αυτό θα ήταν αδύνατον".

Ο Κόυ συγκατένευσε. Ήταν φανερό. Εκείνη δεν είχε γαλόνια στα μανίκια, μόνο περίοδο κάθε 28 μέρες. Γιατί σίγουρα ήταν απ' αυτές. Ούτε μέρα παραπάνω ή παρακάτω. Αρκούσε να την κοιτάξεις: μια απόλυτη κατασταλαγμένη ξανθιά. Για κείνην δύο και δύο έκαναν πάντα τέσσερα.

"Ακόμα κι έτσι" είπε "φαντάζομαι ότι θα πρέπει να δώσεις λογαριασμό".

"Φυσικά. Αλλά στο μεταξύ θα διαθέτω αυτονομία, μια προθεσμία τριών μηνών και κάποια χρήματα για να ξοδέψω... Δεν είναι πολλά, είναι όμως αρκετά".

Ο Κόυ ξανακοίταξε από το παράθυρο. Κάτω, μακριά, ένα τραίνο πλησίαζε στο σταθμό σαν ένα μακρύ φίδι με φωτισμένα παραθυράκια. Σκεφτόταν τον αντιπλοίαρχο, την Τάνχερ να τον κοιτάζει όπως κοιτούσε τώρα τον ίδιο, πείθοντάς τον μ' εκείνο το οπλοστάσιο σιωπών και βλεμμάτων που τόσο καλά χειριζόταν, να μεσολαβήσει στο ναύαρχο.  Ένα ενδιαφέρον σχέδιο, δον Τάδε. Ικανή νέα. Κόρη βεβαίως του συνταγματάρχη Μενγάνο. Ωραία κοπέλα, παρεμπιπτόντως. Δικιά μας. Αναρωτήθηκε σε πόσες πτυχιούχους της ιστορίας, υπαλλήλους ενός μουσείου, έδιναν εν λευκώ εξουσιοδότηση να ψάξουν για ένα χαμένο πλοίο έτσι, στα καλά καθούμενα. 

"Γιατί όχι..." είπε τελικά.

Είχε ανακαθίσει και χάιδευε πάλι το Θας πίσω από τ' αυτιά. Χαμογελούσε διασκεδάζοντας με την κατάσταση. Στο κάτω κάτω, τρεις μήνες μ' εκείνην ήταν ένα μυθικό κέρδος από τον εξάντα Weems & Plath. 

"Έτσι κι αλλιώς" πρόσθεσε σα να σκεφτόταν "δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω".

Η Τάνχερ δεν φαινόταν ούτε ευχαριστημένη ούτε απογοητευμένη. Είχα μόνο σκύψει το κεφάλι, όπως και άλλες φορές και οι άκρες των μαλλιών τής χάιδευαν πάλι το πρόσωπο. Τα μάτια της δεν έχαναν στιγμή τον Κόυ. 

"Ευχαριστώ".

Το είπε τελικά, σχεδόν χαμηλόφωνα, όταν εκείνος είχε αρχίσει ν' αναρωτιέται γιατί έμενε σιωπηλή.

"Παρακαλώ". Ο Κόυ έπιανε τη μύτη του. "Και τώρα η σειρά μου...Μου υποσχέθηκες μια ερώτηση και μια απάντηση...  Τί ψάχνετε ακριβώς;"

"Το άκουσες ήδη. το "Dei Gloria".

" Εντάξει αυτό. Η ερώτησή μου είναι γιατί. Εννοώ τί ψάχνεις εσύ".

"Ξέχωρα από το Ναυτικό Μουσείο;"

"Ξέχωρα από το Ναυτικό Μουσείο".  

Το φως της λάμπας έπεφτε πλάγια στο γεμάτο φακίδες κορμί της, αχ, επιτείνοντας το αποτέλεσμα από τις σπείρες του καπνού του τσιγάρου, που ήταν έτοιμο να σβήσει. Τ ο παιχνίδι φωτεινότητας και σκιών έδινε στα μαλλιά της αποχρώσεις ματ χρυσού.

"Αυτό το πλοίο μου έχει γίνει εδώ και καιρό έμμονη ιδέα. Και τώρα νομίζω πως ξέρω που είναι".

Αυτό ήταν λοιπόν. Ο Κόυ ήταν έτοιμος να δώσει ενα χτύπημα με την παλάμη στο μέτωπό του, ως μομφή για την ανοησία του. Κοίταξε τη φωτογραφία στην κορνίζα; η Τάνχερ έφηβη, ανοιχτόχρωμα μαλλιά, φακίδες κι ένα αθλητικό μπλουζάκι να πέφτει πάνω από δύο μαυρισμένα γυμνά πόδια, γερμένη στο στήθος ενός μεσήλικα άντρα με άσπρο πουκάμισο, κοντό μαλλί και μαυρισμένο δέρμα. Γύρω στα 50, υπολόγισε. Κι ίσως 14 εκείνη. Στο βάθος φαινόταν ένα τοπίο με θάλασσα και παραλία. Μπορούσε επιπλέον κανείς να διακρίνει εύκολα μια μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα στον άντρα και το κορίτσι: το μέτωπο, το θεληματικό πιγούνι. Η Τάνχερ χαμογελούσε στη φωτογραφική μηχανή, κι η έκφραση των ματιών της στη φωτογραφία ήταν πολύ πιο φωτεινή και καθαρή από την τωρινή. Φαινόταν σε αναμονή ή σαν να ήταν έτοιμη να ανακαλύψει κάτι, ένα κουτί ή ένα δώρο ή μια έκπληξη. Ο Κόυ έψαξε στη μνήμη του. ΝΧΧ: Νόμος του Χαμόγελου που Χάνεται. Ίσως έτσι χαμογελά κανείς στα δεκατέσσερα, και μετά η ζωή σου παγώνει το στόμα. 

"Προσοχή. Δεν υπάρχουν πια βυθισμένοι θησαυροί'.

"Κάνεις λάθος". Τον κοιτούσε σοβαρά. "Μερικές φορές υπάρχουν".

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

...Κι ενώ ακόμα κάπνιζαν ακόμα πάνω στη θάλασσα τα υπολείμματα του πειρατικού, το "Dei Gloria" πήγε στον πάτο σαν πέτρα.

"Σαν πέτρα" επανέλαβε η Τάνχερ.

Είχε διηγηθεί την ιστορία με ακρίβεια, χωρίς παύσεις ή σχόλια. Ο τόνος της, σκέφτηκε ο Κόυ, ήταν τόσο ουδέτερος όσο αυτός ενός εκφωνητή ειδήσεων στην τηλεόραση. Κι δε διέφυγε της προσοχής του το γεγονός ότι εκείνη είχε ακολουθήσει το νήμα της ιστορίας δίχως να κομπιάσει, παραθέτοντας τις λεπτομέρειες με μεγάλη σιγουριά, ακόμα κι όταν ανέφερε ημερομηνίες. Ακόμα κι η προγραφή της καταδίωξης του "Dei Gloria" ήταν τεχνικά σωστή. Ήταν λοιπόν σαφές; όποιος κι αν ήταν ο λόγος, είχε μάθει καλά το μάθημα. 

"Δεν υπήρξαν επιζώντες από το πειρατικό" συνέχισε. "Όσο για το "Dei Gloria", η θάλασσα ήταν παγωμένη και η ακτή μακριά. Μόνο ένας δεκαπεντάχρονος, ο βοηθός του τιμονιέρη, μπόρεσε να κολυμπήσει ως μια μικρή βάρκα την οποία είχαν ρίξει στο νερό πριν αρχίσει η μάχη... Παρασύρθηκε από τον άνεμο προς τα νοτιοανατολικά και τον μάζεψαν μια μέρα αργότερα πέντε με έξι μίλια νότια της Καρθαγένης".

Η Τάνχερ έκανε μια παύση για να ψάξει το πακέτο της τα τσιγάρα Players, όπως στη Βαρκελώνη. Ο Κόυ την είδε ν' αφαιρεί σχολαστικά τη ζελατίνα και να βάζει ένα τσιγάρο στο στόμα. Του πρόσφερε, κι αυτός αρνήθηκε με το κεφάλι. 

"Όταν ο νεαρός οδηγήθηκε στην Καρθαγένη" -έσκυψε για να ανάψει το τσιγάρο της μ' ένα σπίρτο, προστατεύοντας της φλόγα με τη φούχτα της- "διηγήθηκε τα συμβάντα στις ναυτικέ αρχές. Δεν μπόρεσε όμως να φωτίσει περισσότερο τα πράγματα. Ήταν εξαντλημένος από τη μάχη κι το ναυάγιο. Την επόμενη, όταν θα συνέχιζε την κατάθεσή του, ο νεαρός χάθηκε... Είχε ωστόσο δώσει σημαντικά στοιχεία για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Ανέφερε επιπλέον με ακρίβεια το σημείο της βύθισης, γιατί ο καπετάνιος το "Dei Gloria", με το πρώτο φως της ημέρας, είχε διατάξει να προσδιορίσουν τη θέση τους, κι ήταν ο νεαρός που του ανατέθηκε να την καταγράψει στο ημερολόγιο του σκάφους. Είχε επίσης στην τσέπη της καζάκας του, και μπόρεσε να το δείξει, το χαρτί όπου είχε σημειώσει με μολύβι το γεωγραφικό πλάτος και μήκος... Είπε ακόμα ότι οι χάρτες που χρησιμοποιούσαν στο πλοίο και που πάνω τους είχαν γίνει όλοι οι υπολογισμοί από τότε που βρέθηκαν κοντά στην ισπανική ακτή ήταν αυτοί του Ουρρούτια".

Σταμάτησε πάλι καθώς φυσούσε τον καπνό, με το ένα χέρι να στηρίζει τον αγκώνα του άλλου, που ήταν σηκωμένο για να κρατάει ανάμεσα στα δάχτυλα το τσιγάρο. Έκανε την παύση σα να ήθελε να δώσει χρόνο στον Κόυ να εκτιμήσει τη σημασία της τελευταίας λεπτομέρειας, η οποία είχε αναφερθεί με τόσο απαθές ύφος όσο και τα υπόλοιπα. Εκείνος έπιασε τη μύτη του, χωρίς να πει τίποτα. Αυτό κρυβόταν λοιπόν, σκεφτόταν, πίσω από την ιστορία: ένα βυθισμένο πλοίο κι ένας χάρτης. Μετά κούνησε το κεφάλι κι ήταν έτοιμος να ξεσπάσει στα γέλια, όχι από δυσπιστία - αυτές οι ιστορίες μπορεί να είχαν τόση αλήθεια όση και χίμαιρα, χωρίς η μία ν' αποκλείει την άλλη-, αλλά από καθαρή, απλή ευχαρίστηση. Αυτή η αίσθηση ήταν σχεδόν φυσική. Μια θάλασσα, ένα μυστήριο. Μια ωραία γυναίκα να διηγείται, κι εκείνος καθισμένος απέναντί της να ακούει. Το αν η ιστορία ήταν αυτό εκείνη νόμιζε πως ήταν είχε ελάχιστη σημασία. Για τον Κόυ το θέμα ήταν άλλο. Ένα συναίσθημα που τον συγκινούσε, σαν εκείνη η παράξενη γυναίκα να είχε σηκώσει ξαφνικά μιαν άκρη του πέπλου, ένα άνοιγμα από το οποίο πρόβαλλε κάτι από την ιδιόμορφη ύλη από την οποία υφαίνονται κάποια όνειρα. Αυτό ίσως είχε μεγάλη σχέση μ' εκείνη και τις προθέσεις της, τις οποίες αγνοούσε. Κυρίως όμως είχε μεγάλη σχέση με τον ίδιο. Με αυτό που κάνει κάποιους άντρες να βάζουν το ένα πόδι πάνω στο άλλο και να ανατρέχουν στις διαδρομές τους στη θάλασσα, κι εκεί να σεργιανίζουν στα λιμάνια, ενώ ονειρεύονται να βρεθούν ασφαλείς πίσω από τον ορίζοντα. Γι αυτό ο Κόυ χαμογέλασε χωρίς να πει τίποτα, και είδε πως εκείνη έκλεινε λίγο περισσότερο τα μάτια, σαν να την ενοχλούσε ο καπνός του ίδιου της του τσιγάρου. Ήξερε όμως πως αυτό που την ενοχλούσε, που της προκαλούσε αμηχανία, ήταν ακριβώς το χαμόγελό του. Δεν ήταν διανοούμενος ούτε ελκυστικός, και δε διέθετε τις κατάλληλες λέξεις. Είχε επίσης επίγνωση της μέτριας εμφάνισής του, των χοντροφτιαγμένων χεριών του και των τρόπων του. Θα είχε όμως σηκωθεί εκείνη τη στιγμή και θα είχε σκύψει να της αγγίξει το πρόσωπο, να της φιλήσει τα μάτια, το στόμα, τα χέρια, αν δεν υπέθετε ότι η εκείνη θα εκλαμβανόταν αρνητικά. Για να την ξαπλώσει στο χαλί, να πλησιάσει τα χείλη του στο αυτί της και να την ευχαριστήσει χαμηλόφωνα που τον έκανε να χαμογελάσει όπως όταν ήταν παιδί. Που ήταν μια ωραία γυναίκα και τον γοήτευε έτσι. Που του θύμισε ότι υπήρχε πάντα ένα βυθισμένο πλοίο, ένα νησί, ένα καταφύγιο, μια περιπέτεια,  ένα μέρος κάπου στην άλλη πλευρά της θάλασσας, στην συγκεχυμένη γραμμή όπου μπλέκονται τα όνειρα με τον ορίζοντα.

"Το πρωί" είπε εκείνη "ισχυρίστηκες πως ξέρεις καλά αυτή την ακτή... Είναι αλήθεια;"
Τον κοιτούσε ερωτηματικά, ακίνητη, με το ένα χέρι ακόμα να στηρίζει τον αγκώνα του άλλου και το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα, ψηλά. Ήθελα πολύ να ξέρω, σκέφτηκε εκείνος, πώς είναι κομμένο αυτό το μαλλί, ώστε να είναι τόσο ασύμμετρο και ταυτόχρονα τόσο τέλειο. Θα ήθελα πολύ να ξέρω πώς το πετυχαίνει. 

"Αυτή είναι η πρώτη από τις τρεις ερωτήσεις;"

"Ναι"

Σήκωσε λίγο τους ώμους. 

"Φυσικά και είναι αλήθεια. Όταν ήμουν μικρός, έκανα μπάνιο στα λιμανάκια της, και μετά ταξίδεψα εκεί εκατοντάδες φορές, πολύ κοντά στην ακτή, αλλά και στην ανοιχτή θάλασσα".

"Ξέρεις να προσδιορίζεις μια θέση με παλιούς χάρτες;"

Πρακτική. Αυτή ήταν η λέξη. Ήταν μια πρακτική γυναίκα: βαλές, ντάμα και ρήγας. Θα έλεγε κανείς, διασκεδάζοντάς το, ότι ήταν έτοιμη να του προσφέρει δουλειά. 

"Αν αναφέρεσαι στον Ουρρούτια, κάθε πιθανή ανακρίβεια ενός πρώτου στο γεωγραφικό μήκος η πλάτος αντιστοιχεί σε λάθος ενός μιλίου..." Σήκωσε το χέρι κουνώντας το μπροστά του, σαν ν' αναφερόταν σ' ένα φανταστικό χάρτη. "Στη θάλασσα είναι πάντα κάτι πολύ σχετικό, μπορώ όμως να το προσπαθήσω". 

Απέμεινε σκεφτικός.Τα πράγματα άρχιζαν να ξεκαθαρίζουν. Τουλάχιστον κάποια απ' αυτά. Ο Θας του έδωσε άλλη μια γλειψιά όταν άπλωσε το χέρι προς το ποτήρι του.

"Στο κάτω κάτω" -ήπιε μια γουλιά- "είναι δουλειά μου".

Εκείνη είχε καθίσει σταυροπόδι και κουνούσε ένα από τα πόδια της, χωρίς παπούτσια, μέσα στο μαύρο καλσόν. Έγερνε λίγο το κεφάλι προς τη μια πλευρά, κοιτάζοντάς τον. Σε τέτοιες περιστάσεις, ο Κόυ ήξερε πως αυτό σήμαινε σκέψη ή υπολογισμό. 

"Θα εργαζόσουν για μας;" Τον παρατηρούσε πάντα, έντονα, μέσα από τον καπνό του τσιγάρου. "Με αμοιβή βέβαια".