Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Θα ήθελε να πλαγιάσει μ' αυτή τη γυναίκα, σκέφτηκε καθώς κατέβαινε δυο δυο τα σκαλοπάτια. Θα ήθελε να το κάνει όχι μία, αλλά πολλές, άπειρες, φορές. Θα ήθελε να μετρήσει όλες τις χρυσαφένιες φακίδες της με τα δάχτυλα και τη γλώσσα, και μετά να μπει γλυκά μέσα της, φιλώντας τη στο στόμα. Να τη φιλά αργά, χωρίς βιασύνη, χωρίς πίεση, έως ότου γλυκάνει, όπως η θάλασσα τρώει σιγά σιγά το βράχο, εκείνες τις σκληρές γραμμές, που την έκαναν να φαίνεται τόσο απόμακρη μερικές φορές. Θα ήθελε να βάλει σπίθες φωτός και έκπληξης στα μπλε μάτια της, να αλλάξει το ρυθμό της αναπνοής της, να προκαλέσει τρέμουλο στη σάρκα της. Και να παραμονέψει στο μισοσκόταδο, όπως ένας υπομονετικός ελεύθερος σκοπευτής, εκείνη τη στιγμή τη φτιαγμένη από φευγαλέα συντομία, από εγωιστική ένταση, κατά την οποία μια γυναίκα μένει απορροφημένη στον εαυτό της κι έχει το πρόσωπο όλων των γυναικών που έχουν γεννηθεί και που πρόκειται να γεννηθούν.

Αυτή ήταν η ψυχική κατάσταση του Κόυ όταν βγήκε στο δρόμο περασμένα μεσάνυχτα, με τη στύση να αναδιπλώνεται ανόρεχτα στην κρύα, εργένικη φωλιά της. Γι' αυτόν δεν υπήρχε τίποτε το παράξενο στο ότι, αντί να κατευθυνθεί δεξιά, κοίταξε από τη μια κι από την άλλη πλευρά της λεωφόρου Ινφάντας Ισαβέλλας, πέρασε απέναντι κάτω από ένα φανάρι που εκείνη τη στιγμή ήταν κόκκινο και προχώρησε προς τον άντρα που στεκόταν ακόμα δίπλα σε μία από τις αντλίες του βενζινάδικου. Κατά βάθος -κι όχι μόνο- ο Κόυ δεν τσακωνόταν εύκολα. Στις πιο θορυβώδεις καθόδους του στη στεριά, εκείνη την ευτυχισμένη εποχή που ακόμη υπήρχαν πλοία από τα οποία μπορούσε να κατεβεί, είχε περιοριστεί στο ρόλο του αθέλητου πρωταγωνιστή, του κομπάρσου, του συντρόφου. Από αυτούς που είναι με τους φίλους τους και το περιβάλλον ζεσταίνεται, και μ' ένα ποτήρι στο χέρι σκέφτονται εδώ θα γίνει καυγάς, κατάδυση, αού, αού, κατάδυση, και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρίσκονται να δίνουν και να δέχονται γροθιές, χωρίς το όλο πράγμα να πηγαίνει παραπέρα. Αυτό συνέβαινε κυρίως στα χρόνια του Τορπιλικού Τουκουμάν και του Πληρώματος Σάντερς, όταν ο Κόυ γύριζε στο πλοίο με το μάτι μαυρισμένο τη μία μέρα και την άλλη όχι, κάτι παγωμένα πρωινά, με το γιακά του σακακιού σηκωμένο, περπατώντας σε υγρούς μόλους, που καθρέφτιζαν κίτρινα φώτα δίπλα σε ξύλινες εξέδρες, τους γερανούς και τα αγκυροβολημένα πλοία. Τρεις, τέσσερις, δέκα νυσταλέοι άντρες που τρίκλιζαν και που μερικές φορές κουβαλούσαν συντρόφους που έσερναν τα πόδια τους, και πάντα κάποιος καθυστερημένος, στα πρόθυρα αιθυλικού κώματος, που, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του, τους ακολουθούσε από μακριά, κάνοντας επικίνδυνα ζικ ζακ ανάμεσα στις δέστρες και πολύ κοντά στο νερό. Πλήρωμα Σάντερς... Ο Σάντερς ήταν ο σχεδιαστής των χιουμοριστικών εικονογραφήσεων  των ναυτικών ημερολογίων Sigma, στα οποία πρωταγωνιστούσε μια ομάδα μεθυσμένων, γυναικάδων ναυτικών, που μισούσαν τον καπετάνιο τους, ένα μικροσκοπικό τυραννίσκο με μεγάλα μουστάκια, και που έβγαζαν περίπατο τις καταστροφές τους, τους τσακωμούς τους και τα ναυάγιά τους σε όλες τις θάλασσες και σε όλους τους οίκους ανοχής του κόσμου.Έξω από τα ημερολόγια, το Πλήρωμα Σαντερς το αποτελούσαν ο Κόυ, ο Νέιρα από τη Γαλικία και ο πρώτος μηχανικός ο Γοροστιόλα, με το ψευδώνυμο Τορπιλικό Τουκουμάν, όταν οι τρεις τους ταξίδευαν με πλοία της Zoeline μεταξύ Κεντρικής Αμερικής και Βόρειας Ευρώπης, και το ίδιο έβραζαν σε αγκυροβόλια και λιμάνια της Καραϊβικής σε ρυθμούς τροπικούς, και τουρτούριζαν από το κρύο στη Νέα Υόρκη, στο Αμβούργο ή στο Ρόττερνταμ, όταν ο παγωμένος αέρας σάρωνε την κουβέρτα και τη γέφυρα, και ο υδράργυρος εξαφανιζόταν από τα θερμόμετρα. Αυτοί οι τρεις ήταν το βασικό Πλήρωμα, μια σταθερή τριάδα, αν και πάντα προσκολούνταν κάποιος, ανάλογα με το λιμάνι που επισκέπτονταν. Ο Νέιρα ήταν δυο μέτρα μπόι και ζύγιζε 95 κιλά, ενώ το Τορπιλικό ήταν λίγα εκατοστά κοντύτερος και μερικά κιλά παραπάνω. Αυτό ήταν χρήσιμο κι επίσης καθησυχαστικό σε μέρη όπως ο Παναμάς, όπου, με το που κατέβαινες από το πλοίο, σε συμβούλευαν να μην πας πιο πέρα από την προβλήτα, γιατί από κει και μετά σε περίμεναν πιστόλια και μαχαίρια. Όταν περπατούσε ανάμεσα σ' εκείνους του δύο τρελάρες, ο Κόυ έμοιαζε νάνος. Είχαν μπράτσα σαν παλαμάρια 20 ιντσών, παλάμες σαν έλικες και μια αξιοσημείωτη κλίση να σπάνε πράγματα, μπουκάλια, μπαρ, μούτρα μετά το πέμπτο ουίσκι. Απ' όπου περνούσαν -ρυμουλκώντας τον Κόυ-, άφηναν πίσω τους καμμένη γη. Όπως σ' εκείνο το μπαρ της Κοπεγχάγης, το γεμάτο από ξανθούς άντρες και ξανθές γυναίκες που στο τέλος αποδείχτηκαν κι αυτές ξανθοί άντρες, όπου το Τορπιλικό Τουκουμάν είχε θυμώσει γιατί,  καθώς έβαζε χέρι σε μια γυναίκα, έπεσε απρόσμενα πάνω σε κάτι μακρύ, πράγμα βέβαια που δεν περίμενε. Κι έπειτα από λίγα λεπτά καυγά, εκείνος κι ο Νέιρα έπιασαν τον Κόυ ο καθένας από ένα μπράτσο, κρατώντας τον ψηλά, και το έβαλαν στα πόδια, τρέχοντας προς το λιμάνι και το πλοίο, με μισή ντουζίνα αστυνομικών -αναπόφευκτα ξανθών- κατά πόδας. Σας ορκίζομαι πως την πέρασα για τύπισσα, επαναλάμβανε συνεχώς το Τορπιλικό, κοφ, κοφ, κοφ, με κομμένη την ανάσα μέσα στον καλπασμό, καθώς από την άλλη μεριά ο Νέιρα του έκανε πλάκα, κι ακόμα και ο Κόυ, παρά το σκισμένο χείλος του, είχε σκάσει στα γέλια, με το Τορπιλικό να τους λοξοκοιτάζει πολύ θυμωμένος. Μην τολμήσετε να το πείτε πουθενά, καταλάβατε; Μην τολμήσετε, κοφ, κοφ. Κερατάδες.        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου