Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Έμεινε για λίγο μπροστά στο βενζινάδικο, κοιτάζοντας τα σκοτεινά παράθυρα του 5ου ορόφου. Μου στρώνουν ένα κρεβάτι 4Χ4, σκέφτηκε. Με κοινό και ταυρομάχου;. Κι εγώ αφήνομαι να με μπλέξουν σα βυζανιάρικο. Φανταζόταν ότι η Τάνχερ ήταν ακόμα επάνω, παρατηρώντας τον αθέατη, δε μπορούσε όμως να διακρίνει καμία κίνηση. Παρέμεινε λίγο ακόμα εκεί, κοιτώντας προς τα πάνω, σίγουρος ότι εκείνη τα είχε δει όλα, καθώς προσπαθούσε να καταστείλει την παρόρμηση να ξανανεβεί και να ζητήσει εξηγήσεις. Φλις, φλας. Δυο χαστούκια με την ανάστροφη του χεριού, κι εκείνη πάνω στον καναπέ. Θα στα πω όλα και σ' αγαπώ. Μετά δάκρυα κι ένα καλό πήδημα. Συγνώμη που σε πέρασα για ανόητο και τα λοιπά. Μπλα, μπλα, μπλα. 

Βλεφάρισε καθώς επανήλθε στην πραγματικότητα, στη μέση ενός αναστεναγμού που ήταν σχεδόν παράπονο. Υπάρχουν σίγουρα κανόνες για όλα αυτά. Κανόνες που εγώ δεν ξέρω κι εκείνη ναι. Ή ίσως κανόνες που εκείνη η ίδια ορίζει. Και που περιλαμβάνουν ίσως το ότι αυτή είναι η στιγμή για να συνεχίσεις ή να κάνεις πίσω. Γεια σου, και κλείσε το φως βγαίνοντας, ή μην πεις μετά ότι δεν σε προειδοποιήσαμε, ναυτικέ. Το θέμα ήταν για ποιο πράγμα τον προειδοποίησαν. Και ποιοι. 

Ήταν τόσο μπερδεμένος, που άρχισε να περπατά προς τον κοντινότερο κόμβο, και μετά ανέβηκε αργά προς την οδό Ατότσα. Στο πρώτο ανοιχτό μπαρ που βρέθηκε μπροστά του -ούτε εκεί είχαν μπλε τζιν-, έμεινε ακίνητος στον πάγκο, κοιτώντας χωρίς να το αγγίζει το ποτό που είχε παραγγείλει. Το μπαρ ήταν παλιό, με τσίγκινο πάγκο, καρέκλες από φορμάικα, μια ανοιχτή τηλεόραση και φωτογραφίες της Ράγιο Βαγιεκάνο στον τοίχο. Δεν υπήρχε κανείς άλλος εκτός από το σερβιτόρο, έναν αδύνατο άντρα με τατουάζ στο χέρι, που το γεμάτο λεκέδες πουκάμισό του τού έδινε μιαν άθλια όψη καθώς σκούπιζε με περιφρονητικό ύφος το πριονίδι του πατώματος, που ήταν γεμάτο από τσαλακωμένες χαρτοπετσέτες και όστρακα από καραβίδες. Ο Κόυ είχε μπροστά του έναν καθρέφτη με μια διαφήμιση της μπύρας San Miguel, και το πρόσωπό του καθρεφτιζόταν μέσα στον κατάλογο των μεζέδων και των φαγητών που ήταν γραμμένος επάνω με άσπρα γράμματα. έβλεπε τα μάτια του ακριβώς ανάμεσα στα "΄άπαχο κρέας με ντομάτα" και "χταπόδι ξιδάτο", κάτι που σίγουρα δεν μπορούσε να εμψυχώσει κανέναν. Τον μελετούσαν δύσπιστα, εξετάζοντας τον πάνω στα βήματα που σκεφτόταν να κάνει τις επόμενες ώρες.

"Θέλω να πλαγιάσω μαζί της" είπε στο σερβιτόρο.

"Όλοι το θέλουμε αυτό" απάντησε ο άλλος χωρίς να σταματήσει να σκουπίζει.

Ο Κόυ συγκατένευσε κι έφερε τελικά το ποτήρι στα χείλη. ήπιε λίγο, ξανακοίταξε τον καθρέφτη κι έκανε ένα μορφασμό.

'Το πρόβλημα είναι" είπε " ότι δεν παίζει καθαρά".

"Καμιά δεν το κάνει".

"Είναι όμως πολύ όμορφη. Η σκύλα".

"Όλες είναι".

Ο σερβιτόρος είχε αφήσει τη σκούπα σε μια γωνιά και, καθώς επέστρεφε πίσω από τον πάγκο, σερβιρίστηκε μια μπύρα. Ο Κόυ τον είδε να πίνει αργά το μισό ποτήρι χωρίς ανάσα και μετά βάλθηκε να κοιτάζει τις φωτογραφίες της Ράγιο, έως ότου κατέληξε σε μια αφίσα μιας ταυρομαχίας στη Λας Βέντας, επτά χρόνια πριν. Ξεκούμπωσε το σακάκι και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του. Έβγαλε μερικά νομίσματα, τα αράδιασε στον πάγκο και προσπάθησε να βάλει ένα ανάμεσα σε δύο αλλά χωρίς να τα κουνήσει ή να τ' αγγίξει.

"Μπαίνω σε μια μπερδεμένη υπόθεση".

Αυτή τη φορά ο σερβιτόρος δεν απάντησε αμέσως. Παρατηρούσε τον αφρό της μπύρας στο χείλος του ποτηριού του. 

"Που σημαίνει ότι εκείνη αξίζει τον κόπο" είπε σε λίγο.

"Δεν το ξέρω ακόμα". Ο Κόυ σήκωνε τους ώμους. "Υπάρχει ένα βυθισμένο πλοίο, όπως στις ταινίες... Και μου φαίνεται ότι υπάρχουν και κακοί".

Ο άλλος τον κοίταξε για πρώτη φορά. Έμοιαζε ελαφρώς ενδιαφερόμενος.

"Επικίνδυνοι;"

"Δεν έχω ιδέα".

Σώπασαν. Συνέχισε να παίζει και ήπιε δυο γουλιές, καθώς ο σερβιτόρος τέλειωνε τη μπύρα του ακουμπισμένος στην άκρη του πάγκου. Μετά έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα κι άρχισε να καπνίζει χωρίς να προσφέρει στον Κόυ. Το χέρι του με το τατουάζ είχε τέσσερις μπλε βούλες στον αντίχειρα και το δείκτη, ανάμεσα στις αρθρώσεις -τυπικό σημάδι φυλακής. Ήταν νέος και δεν μπορούσαν να είναι πολλά τα χρόνια. Δύο ή τρία, υπολόγισε. Τέσσερα ή πέντε. 

"Μου φαίνεται" είπε ο Κόυ "πως δεν θα κάνω πίσω".

Ο σερβιτόρος συγκατένευσε αργά και δεν είπε τίποτα. Τότε, ο Κόυ άφησε δυο νομίσματα στον πάγκο, φύλαξε τα υπόλοιπα και βγήκε στο δρόμο.          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου