Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

Ονομαζόταν "Dei Gloria" και ήταν μπρίκι. Είχε φύγει από την Αβάνα την πρώτη Ιανουαρίου του 1767, με πλήρωμα 29 ατόμων και δύο ταξιδιώτες. Στο δελτίο φόρτωσης είχε δηλωθεί βαμβάκι, καπνός και ζάχαρη, με προορισμό το λιμάνι της Βαλένθια. Αν κι επισήμως ανήκε σ' ένα εφοπλιστή ονόματι Λουίς Φορνέτ Παλάου, το "Dei Gloria" ήταν ιδιοκτησία της Εταιρίας του Ιησού. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα. αυτός ο Φορνέτ Παλάου ήταν πρόσωπο που χρησιμοποιούσαν ως βιτρίνα οι ιησουίτες, οι οποίοι μέσω αυτού διηύθυναν έναν εμπορικό στολίσκο για να εξασφαλίζουν την διακίνηση ατόμων και το εμπόριο που η Εταιρία, πολύ ισχυρή τότε, διατηρούσε με τις ιεραποστολές της και τις προσηλυτισμένες περιοχές, και γενικώς τα συμφέροντά της στις αποικίες. Το  "Dei Gloria"  ήταν το καλύτερο πλοίο εκείνου του στόλου, το πιο γρήγορο και το καλύτερα εξοπλισμένο για δρομολόγια που απειλούνταν από τους Εγγλέζους και τους Αλγερινούς πειρατές. Το κυβερνούσε ένας έμπιστος καπετάνιος ονόματι Χουάν Βαουτίστα Ελεθκάνο από τη Βισκέα, έμπειρος, φιλικά διεκείμενος προς τους ιησουίτες, ο αδελφός του μάλιστα, ο πατέρας Σαλβαδόρ Ελεθκάνο, ήταν ένας από τους κύριους βοηθούς του αρχηγού του τάγματος στη Ρώμη. 

Αφού ταλαιπωρήθηκε τις πρώτες μέρες από έναν αντίθετο ανατολικό άνεμο, το μπρίκι κατόπιν συνάντησε δυνατούς ανέμους που το βοήθησαν να διασχίσει τον Ατλαντικό. Ο άνεμος δρόσισε στα νοτιοδυτικά των Αζόρων και μετατράπηκε σταδιακά σε καταιγίδα, που προκάλεσε ζημιές στα ξάρτια και ανάγκασε τις αντλίες να δουλεύουν ασταμάτητα. Με αυτές τις συνθήκες, το "Dei Gloria" έφτασε στον τριακοστό πέμπτο παράλληλο και συνέχισε την πορεία του χωρίς άλλα απρόοπτα προς ανατολάς. Μετά έκανε μια στροφή προς τον κόλπο του Κάδιξ, για να προφυλαχτεί από τους λεβάντηδες του Στενού, και, χωρίς να πιάσει σεκανένα λιμάνι, βρέθηκε από την άλλη πλευρά του Γιβραλτάρ στις 2 Φεβρουαρίου. Την επομένη έστριψε στο ακρωτήριο Γάτα, πλέοντας προς τα βόρεια και κοντά στην ακτή.

Απ' αυτό το σημείο τα πράγματα άρχισαν να περιπλέκονται. Το απόγευμα της 3ης Φεβρουαρίου φάνηκε ένα πανί στην πρύμνη του μπρικιού. Πηγαινε γρήγορα, επωφελούμενο του νοτιοδυτικού ανέμου, και σύντομα είδαν ότι ήταν μια μπελού, ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο με λατίνια, με τριγωνικά πανιά, που τους πλησίαζε. Ο καπετάνιος Ελεθκάνο κράτησε την πορεία του "Dei Gloria", που έπλεε με το φλόκο και τα πανιά χαμηλά. Όταν όμως η μπελού βρέθηκε σε απόσταση λίγο μεγαλύτερη του ενός μιλίου, παρατήρησε κάτι ύποπτο στη συμπεριφορά της, γι' αυτό και λάσκαρε τα πανιά. Εκείνη τη στιγμή το άλλο πλοίο κατέβασε την ισπανική σημαία και συνέχισε το κυνήγι, χωρίς να κρύβει πια ότι ήταν πειρατικό.  Ήταν ένα αλγερινό πλοίο, κάτι συνηθισμένο σ' εκείνα τα μέρη, το οποίο που και που άλλαζε σημαία και χρησιμοποιούσε το Γιβραλτάρ για βάση. Όπως έγινε γνωστό αργότερα, τ' όνομά του ήταν "Chergui*" [*Μαροκινή λέξη, που σημαίνει "σιρόκος"] και το κυβερνούσε ένας παλιός αξιωματικός του Βρετανικού Ναυαρχείου, ένας κάποιος Σλάιν, γνωστός επίσης και ως Μίθεν ή Μιθίαν.

Σ' εκείνα τα νερά το πειρατικό είχε ένα τριπλό πλεονέκτημα. Κατ' αρχάς πήγαινε πιο γρήγορα από το μπρίκι, που οι αβαρίες που είχε υποστεί στα ξάρτια μείωναν την ταχύτητά του. Επίσης έπλεε με τον άνεμο ευνοϊκό, παραβιάζοντας το προσήνεμο της λείας του για να μπει μεταξύ αυτής και της ακτής. Αλλά το σημαντικότερο ήταν ότι επρόκειτο για ένα πολεμικό πλοίο μεγαλύτερης χωρητικότητας από το " Dei Gloria", μ' ένα πολυάριθμο, ετοιμοπόλεμο πλήρωμα και τουλάχιστον δώδεκα κανόνια, έναντι των δέκα του μπρικιού, που ήταν μικρότερου διαμετρήματος και που επιπλέον τα χειρίζονταν άνθρωποι του εμπορικού ναυτικού. Παρ' όλα αυτά, τα άνισο κυνήγι κράτησε όλη την υπόλοιπη μέρα και όλη τη νύχτα. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, μην μπορώντας να ζητήσει καταφύγιο στην Άγιλας, καθώς το "Chergui" του έκοβε αυτήν την πορεία, ο καπετάνιος του "Dei Gloria" επιχείρησε να πλησιάσει στο Μαθαρρόν ή στην Καρθαγένη, αναζητώντας την προστασία των πυροβόλων των οχυρών τους, ή να πετύχει κάποιο ισπανικό πολέμικό πλοίο που θα τον βοηθούσε. Το βέβαιο όμως έιναι ότι, κατά τα ξημέρωμα, το μπρίκι είχε χάσει ένα αρμπουρέτο, είχε το πειρατικό πίσω του και δεν του έμεναν άλλες επιλογές από το να υποστείλει τη σημαία ή να αρχίσει τη μάχη.

Ο καπετάνιος Ελεθκάνο ήταν σκληρός ναυτικός. Αντί ν' αμπαρωθεί, το "Dei Gloria" άνοιξε πυρ όταν το πειρατικό βρέθηκε στο βεληνεκές του. Η μονομαχία των πυροβόλων έλαβε χώρα λίγα μίλια νοτιοδυτικά του ακρωτηρίου Τινιόσο. Υπήρξε σύντομη και βίαιη, σχεδόν ακροκέραιο με ακροκέραιο, και το πλήρωμα του μπρικιού, παρ' ότι δεν αποτελούνταν από πολεμιστές, έδωσε αποφασισμένα τη μάχη. Μία επιτυχημένη βολή προκάλεσε πυρκαγιά στο "Chergui". Το "Dei Gloria" όμως είχε χάσει το τουρκέτο, και το πειρατικό επιχείρησε να το πλευρίσει. Τα κανόνια του προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στο μπρίκι, το οποίο, με πολλούς νεκρούς και τραυματίες, έμπαζε νερά. Εκείνη τη στιγμή, από μια τυχαιότητα από αυτές που συμβαίνουν στη θάλασσα, η πυρκαγιά στο "Chergui" προκάλεσε έκρηξη, κι έτσι το πειρατικό, που ήταν σχεδόν κολλημένο στη λεία του και με τους άντρες του έτοιμους να σαλτάρουν, πήρε φωτιά απ' άκρη σ' άκρη. Η έκρηξη σκότωσε όλο το πλήρωμα και γκρέμισε και το άλλο κατάρτι του μπρικιού, επιταχύνοντας τη βύθισή του. Κι ενώ ακόμα κάπνιζαν ακόμα πάνω στη θάλασσα τα υπολείμματα του πειρατικού, το 'Dei Gloria" πήγε στον πάτο σαν πέτρα.

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Ο Κόυ δεν ήταν καμιά ιδιοφυΐα. Διάβαζε πολύ -μόνο όμως για τη θάλασσα. Ωστόσο είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια ανάμεσα σε γιαγιάδες, θείες και ξαδέλφες, στις ακτές άλλης θάλασσας, κλειστής και παλιάς, σε μια από αυτές τις μεσογειακές πόλεις όπου επί χιλιάδες χρόνια οι μαυροφορεμένες γυναίκες μαζεύονται το δειλινό για να μιλήσουν χαμηλόφωνα και να παρατηρήσουν σιωπηλά τους άντρες.όλα αυτά του είχε αφήσει ένα μοιρολατρικό αταβισμό, κάποιους συλλογισμούς και πολλές διαισθήσεις. Και τώρα, απέναντι από την Τάνχερ Σότο σκεφτόταν τη γυναίκα της γολέτας. Στο κάτω κάτω, είπε από μέσα του, ίσως και η μία και η άλλη να είναι η ίδια, και η ζωή των αντρών να στρέφεται πάντα γύρω από μία μόνο γυναίκα: Εκείνη που χειρίζεται τη σιωπή όπως κανείς, ίσως γιατί είναι μια γλώσσα που τη μιλάει στην εντέλεια επί αιώνες. Εκείνη που κατέχει τη σοφή διαύγεια φωτεινών πρωινών, κοκκινωπών δειλινών και θαλασσών στο χρώμα του κοβαλτίου, μετριοπάθεια γεμάτη στωικισμό, άπειρη μελαγχολία και κούραση, πράγματα για τα οποία -ο Κόυ είχε αυτή την παράξενη βεβαιότητα- δεν αρκεί μία μόνο ύπαρξη. Ήταν αναγκαίο, επιπλέον και κυρίως, να είναι κανείς θηλυκό, γυναίκα, για να κοιτάξει με τέτοιο μείγμα πλήξης, σοφίας και κούρασης. Για να διαθέτει αυτή την οξεία διεισδυτικότητα, όπως ένα φύλλο ατσαλιού, που είναι αδύνατον να τη μάθεις ή να τη μιμηθείς, φτιαγμένη από τη μακρά γενετική μνήμη αναρίθμητων ζωών, καθώς ταξίδευε σαν λάφυρο στο αμπάρι κοίλων και μαύρων πλοίων, με τους μηρούς ματωμένους ανάμεσα σε ερείπια που καπνίζουν και πτώματα, υφαίνοντας και ξευφαίνοντας τάπητες για ατελείωτους χειμώνες, γεννώντας άντρες για καινούριες Τροίες και περιμένοντας την επιστροφή εξαντλημένων ηρώων, θεών με πόδια από πηλό, τους οποίους ενίοτε αγαπούσε, συχνά φοβόταν και σχεδόν πάντα, αργά ή γρήγορα, απέρριπτε. 

"Θες κι άλλο πάγο;" 

Αρνήθηκε με το κεφάλι. Υπάρχουν γυναίκες, συμπέρανε σχεδόν έντρομος, που κοιτούν έτσι από τότε που γεννιούνται. Που κοιτούν όπως εκείνη τη στιγμή κοιτούσαν εκείνον στο μικρό σαλόνι του σπιτιού, που τα παράθυρά του έβλεπαν στη λεωφόρο Ινφάντας Ισαβέλλας και στο φωτισμένο κτίριο, από τούβλο και γυαλί, του σταθμού της Ατότσα. Θα σου διηγηθώ μια ιστορία, είχε πει εκείνη με το που άνοιξε την πόρτα, κλείνοντάς την πίσω του πριν τον οδηγήσει στο σαλόνι, το οποίο φυλασσόταν από ένα λαμπραντόρ με κοντό χρυσαφένιο τρίχωμα, που τώρα βρισκόταν κοντά στον Κόυ και τον κοιτούσε σταθερά με τα σκούρα, μελαγχολικά του μάτια. Θα σου διηγηθώ μια ιστορία ναυαγίων και χαμένων πλοίων -είμαι σίγουρη ότι σου αρέσουν αυτού του είδους οι ιστορίες- κι εσύ δεν θ' ανοίξεις το στόμα σου πριν εγώ τελειώσω τη διήγηση. Δε θα με ρωτήσεις αν είναι πραγματική ή φανταστική, ούτε τίποτ' άλλο, θα είσαι συνεχώς αμίλητος, πίνοντας αυτό το σκέτο τόνικ, γιατί λυπάμαι, αλλά πρέπει να σου πω ότι δεν έχω τζιν στο σπίτι μου, ούτε μπλε ούτε κανενός άλλου χρώματος. Μετά θα σου κάνω τρεις ερωτήσεις, στις οποίες θα μου απαντήσεις με ένα ναι ή με ένα όχι. Έπειτα θα σε αφήσω να μου κάνεις μία ερώτηση, μία μόνο, που θα είναι αρκετή γι' αυτή τη νύχτα, πριν επιστρέψεις στο ξενοδοχείο σου για να κοιμηθείς.... Αυτό θα είναι όλο. Σύμφωνοι; 

Ο Κόυ είχε απαντήσει χωρίς να διστάσει, σύμφωνοι, λίγο σαστισμένος, αλλά παίρνοντας το θέμα με αρκετή ψυχραιμία. Κάθισε εκεί που του υπέδειξε εκείνη, σ' ένα καναπέ ντυμένο με μπεζ ύφασμα, πάνω σ' ένα ωραίο χαλί, στο σαλόνι με τους άσπρους τοίχους, όπου επίσης υπήρχαν μια σιφονιέρα, ένα τραπεζάκι κάτω από ένα φωτιστικό, μια τηλεόραση με βίντεο, μερικές καρέκλες, μια φωτογραφία σε μια κορνίζα, ένα τραπέζι με υπολογιστή δίπλα σε μια βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία και χαρτιά, κι ένα στερεοφωνικό, από τα μεγάφωνα του οποίου ο Παβαρότι -ίσως και να μην ήταν ο Παβαρότι- τραγουδούσε κάτι σαν το "Caruso". έριξε ένα βλέμμα στις ράχες των βιβλίων: Οι ιησουίτες και η ανταρσία του Εσκιλάτσε, Ιστορία της τέχνης και της επιστήμης της ναυσιπλοΐας, Οι υπουργοί του Καρόλου Γ΄, Εφαρμογές της ιστορικής χαρτογραφίας, Mediterannean Spain Pilot, Θαλασσοπόροι και ναυάγια, Κατάλογος της ιστορικής χαρτογραφίας της Ισπανίας του Ναυτικού Μουσείου, Οδηγός των ακτών της Ισπανίας στη Μεσόγειο... Υπήρχαν επίσης μυθιστορήματα και λογοτεχνία γενικού ενδιαφέροντος : Ίζακ Ντίνεζεν, Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπετούζα, Ναμπόκωφ, Λώρενς Ντάρρελ -το Κουαρτέτο του λόφου του Μουγιάνο-, το Πράσινη φωτιά κάποιου Πήτερ Ράινερ, Ο καθρέφτης της θάλασσας του Τζόζεφ Κόνραντ και πολλά ακόμη. Ο Κόυ δεν είχε διαβάσει ούτε ένα απ' αυτά, εκτός από εκείνο του Κόνραντ. Την προσοχή του τράβηξε ένα βιβλίο στα αγγλικά, με τίτλο παρόμοιο με αυτόν της ταινίας Το γεράκι της Μάλτας. Ήταν ένα μεταχειρισμένο αντίτυπο, παλιό, και στο κιτρινισμένο εξώφυλλο υπήρχε ένα μαύρο γεράκι κι ένα γυναικείο χέρι που επιδείκνυε νομίσματα και κοσμήματα.

"Είναι η πρώτη έκδοση' είπε η Τάνχερ βλέποντάς τον να το παρατηρεί. "Τυπώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, το 1930, και πουλιόταν δυο δολλάρια".

Ο Κόυ άγγιξε το βιβλίο. " By Dashiell Hammet" έλεγε στο εξώφυλλο. "Author of The Dain Curse"  

"Έχω δει την ταινία".


"Φυσικά. όλος ο κόσμος την έχει δει". Η Τάνχερ έδειξε ένα ράφι. " Ο Σαμ Σπέιντ φταίει που για πρώτη φορά υπήρξα άπιστη στον Κάπτεν Χάντοκ".

Στο ράφι, λίγο ξέχωρα από τα υπόλοιπα, ήταν κάτι που έμοιαζε με πλήρη συλλογή των περιπετειών του Τεν τέν. Δίπλα στις χάρτινες ράχες των τευχών, που ήταν λεπτά και ψηλά, είδε ένα μικρό βαθουλωμένο ασημένιο κύπελλο και μια καρτ ποστάλ. Αναγνώρισε το λιμάνι της Αμβέρσας, με τον καθεδρικό στο βάθος. Από το κύπελλο έλειπε ένα χερούλι.

"Τα διάβαζες μικρός;... "

Εκείνος συνέχιζε  να κοιτάζει το ασημένιο κύπελλο. "Βραβείο Κολύμβησης Κορασίδων, 19...". ήταν δύσκολο να διαβαστεί η χρονολογία.

"Όχι" είπε. "Τα ξέρω όμως, ίσως και να 'χω ξεφυλλίσει κανένα, νομίζω. Ένας αερόλιθος που πέφτει στη θάλασσα".

"Το μυστηριώδες άστρο".

"Αυτό θα 'ναι".

Το διαμέρισμα δεν ήταν πολυτελές, πάντως πάνω από το μέσο όρο, με δερμάτινα μαξιλάρια καλής ποιότητας κι έναν αυθεντικό πίνακα στον τοίχο, μια παλιά ελαιογραφία σε οβάλ πλαίσιο, με τοπίο ενός ποταμού με μια βάρκα αρκετά αποδεκτή -παρότι είχε,  εκτίμησε, λίγα πανιά για κείνο το ποτάμι κι εκείνο τον άνεμο- και καλόγουστες κουρτίνες στα παράθυρα, που έβλεπαν στο δρόμο. Η κουζίνα, από την οποία εκείνη είχε φέρει το τόνικ, το πάγο και δυο ποτήρια, είχε καθαρή εμφάνιση, με ένα φούρνο μικροκυμάτων, ένα ψυγείο, ένα τραπέζι και σκαμπώ από σκούρο ξύλο. Ήταν ντυμένη όπως και το πρωί, με μια βαμβακερή μπλούζα αντί για πουκάμισο, και δεν φορούσε παπούτσια. Τα πόδια, μέσα στο μαύρο καλσόν, κινούνταν αθόρυβα στο σπίτι, όπως αυτά μιας μπαλαρίνας, με το λαμπραντόρ σε αναμονή σε κάθε της βήμα. Ο κόσμος δε μαθαίνει να κινείται έτσι, σκέφτηκε ο Κόυ. Αυτό δε μαθαίνεται συνειδητά, ποτέ. Κινείται κανείς ή δεν κινείται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Μια γυναίκα αισθάνεται, μιλάει, περπατά, σκύβει το κεφάλι ή ανάβει τσιγάρο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μερικοί μαθαίνονται, άλλοι όχι. Τρόποι και τρόποι. Κανένας όμως δεν μπορεί να υπερβεί καθορισμένα όρια, ακόμα και να το προσπαθήσει, αν δεν το έχει μέσα του. Καθορισμένοι τρόποι. Κινήσεις. Στυλ.

"Ξέρεις τίποτα από ναυάγια;"

Η ερώτηση άλλαξε τη σκέψη του και τον έκανε να γελάσει αθόρυβα, με τη μύτη μέσα στο ποτήρι. 

"Δε ναυάγησα ποτέ, αν αυτό εννοείς... Δώσε μου όμως χρόνο".

Εκείνη συνοφρυώθηκε, αδιάφορη για την ειρωνεία.

"Μιλάω για παλιά ναυάγια". Εξακολουθούσε να το κοιτάζει στα μάτια. "Για πλοία βυθισμένα από καιρό".


Έπιασε τη μύτη του πριν απαντήσει ότι όχι και πολλά. Είχε διαβάσει σχετικά, βέβαια. Και είχε βουτήξει σε κάποιο απ' αυτά. Ήξερε επίσης ιστορίες που διηγούνται μεταξύ τους οι ναυτικοί.

"Έχεις ακούσει ποτέ να μιλάνε για το "Dei Gloria" ;"

Σκέφτηκε για μια στιγμή. Το όνομα του ήταν άγνωστο. 

"Ένα ιστιοφόρο με δέκα κανόνια" είπε εκείνη. "Βυθίστηκε απέναντι από τις νοτιοανατολικές ακτές της Ισπανίας στις 4 Φεβρουαρίου του 1767".

Ο Κόυ άφησε το ποτήρι του στο χαμηλό τραπεζάκι, και η κίνηση έκανε το σκύλο να πάει να του γλείψει το χέρι.

"Έλα δω, Θας" είπε η Τάνχερ. "Μη τον ενοχλείς".

Ο σκύλος δεν πτοήθηκε. Παρέμεινε δίπλα στον Κόυ, δίνοντάς του γλειφιές, αρφ, αρφ, κι εκείνη έκρινε αναγκαίο να διακαιολογηθεί. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν δικό της, είπε. ήταν μιας φιλής με την οποία μοιραζόταν το διαμέρισμα. Η φίλη όμως αναγκάστηκε να πάει πριν δυο μήνες σε άλλη πόλη, λόγω δουλειάς, και τώρα ταξιδεύει όλη την ώρα. Η Τάνχερ είχε κληρονομήσει το μισό σπίτι και τον Θας.

"Δεν πειράζει" είπε ο Κόυ. "Μου αρέσουν τα σκυλιά".

Ήταν αλήθεια. Ιδιαίτερα τα κυνηγόσκυλα, που είναι συνήθως πιστά και ήσυχα. Για μια εποχή, στα παιδικά του χρόνια, είχε ένα κανελί σέτερ που κοιτούσε όπως αυτό. Είχε κι ένα μπασταρδόσκυλο που είχε ανεβεί στο "Daggoo IV" στη Μάλαγα κι έμεινε στο πλοίο έως ότου το άρπαξε ένα κύμα. Χάιδεψε το Θας πίσω από τ' αυτιά αφηρημένος, και ο σκύλος έμεινε κοντά στο χέρι του κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. Αρφ. 



Τότε, η Τάνχερ διηγήθηκε την ιστορία του χαμένου πλοίου. 

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012


β
Σας ζητούν στο τηλέφωνο”.

Πετάχτηκε από την καρέκλα με μια ταχύτητα που άφησε άφωνη τη σερβιτόρο  και δρασκέλισε το διάδρομο που οδηγούσε στον προθάλαμο του ξενοδοχείου. Ένα, δύο. Μέτρησε από μέσα του έως το πέντε πριν απαντήσει, για να ηρεμήσει τον ξέφρενο σφυγμό του. Τρία, τέσσερα, πέντε. Λέγετε. Ήταν εκείνη, και η ήρεμη, καλλιεργημένη φωνή της του ζητούσε συγνώμη που τηλεφωνούσε τόσο αργά. Περίμενε το τηλεφώνημά της. Ένα σάντουιτς έξω και ακριβώς τώρα άρχιζε το τζιν του. Εκείνη δικαιολογήθηκε λίγο ακόμα, εκείνος επέμεινε πως ήταν τόσο καλή ώρα όσο οποιαδήποτε άλλη, και μετά υπήρξε μια σύντομη σιωπή στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ο Κόυ ακούμπησε το χέρι στον πάγκο, κοιτώντας την διαδρομή των τενόντων και των νευρών του, ένα χέρι φαρδύ και πλακουτσό, με δάχτυλα πολύ ανοιχτά, κοντά, δυνατά -ένα χέρι ελάχιστα αριστοκρατικό-, και περίμενε να μιλήσει πάλι εκείνη. Ήταν καθισμένη αναπαυτικά σ' ένα καναπέ, σκέφτηκε. Καθόταν σε μια καρέκλα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Γυμνή ή ντυμένη, με πιτζάμες ή νυχτικό. Ξυπόλυτη, μ' ένα βιβλί0ο ανοιχτό ή την τηλεόραση αναμμένη μπροστά της. Ήταν μπρούμυτα ή ανάσκελα, κι το δέρμα της με τις φακίδες είχε την απόχρωση παλιού χρυσαφιού κάτω από το φως μιας λάμπας.
Μου έτυχε κάτι, είπε τελικά εκείνη. Μου έτυχε κάτι που ίσως σε ενδιαφέρει. Έχω να σου κάνω μια πρόταση. Και σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσες να έρθεις σπίτι μου τώρα.


γ
Μια φορά, ταξιδεύοντας ως ανθυποπλοίαρχος, ο Κόυ είχε διασταυρωθεί με μια γυναίκα σ' ένα πλοίο. Η συνάντηση διήρκησε ένα δυο λεπτά, όσο ακριβώς χρειάστηκε το γιοτ -εκείνη λιαζόταν στην πρύμνη- για να περάσει δίπλα από το “Otago”, το πλοίο από το οποίο ο Κόυ κοιτούσε τη θάλασσα. Σε ολόκληρη την κουβέρτα ακουγόταν το μονότονο σφυροκόπημα των ναυτικών στο κύτος του πλοίου, για να φύγει η σκουριά και να περάσουν μετά μίνιο και μπογιά. Το εμπορικό ήταν αγκυροβολημένο μεταξύ Μαλαμόκο και Πούντα Σαμπιόνι. Στην άλλη πλευρά του Λίντο μπορούσε να δει την λάμψη του ήλιοιυ στο βενετσιάνικο νερό, και στο βάθος, στα τρία μίλια, το καμπαναριό και τους τρούλους του Αγίου Μάρκου, καθώς και τις στέγες των σπιτιών που ταλαντεύονταν από την αντανάκλαση του φωτός και της άμμου. Φυσούσε ένα απαλός πουνέντες, οχτώ ή δέκα κόμβων, που κατσάρωνε λίγο τη λεία θάλασσα, κάνοντας τις πρύμνες των πλοίων να γέρνουν προς τις παραλίες τις κατάστικτες από τις πολύχρωμες ομπρέλες και τις ξαπλώστρες των λουόμενων. Η ίδια αυτή αύρα έφερνε από το κανάλι τη γολέτα, με το δεξί της μέρος προς το εμπορικό και με όλη τη λευκή χάρη των πανιών της, που ήταν ανοιγμένα ψηλά, κάνοντάς της να γλιστρά σε απόσταση 100 μέτρων από τον Κόυ. Ζήτησε τα κιάλια για να τη δει καλύτερα, θαυμάζοντας την κομψότητα των γραμμών του ξύλινου λουστραρισμένου κύτους, την πλώρη καθώς έσκιζε το νερό, τον εξοπλισμό και τα σιδερικά που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο. Ένας άντρας ήταν στο τιμόνι, και πίσω του, στην πρύμνη, μια γυναίκα διάβαζε καθιστή ένα βιβλίο. Έστρεψε προς εκείνην τα κιάλια. Ήταν ξανθιά, με τα μαλλιά μαζεμένα στον αυχένα, κι η όψη της παρέπεμπε σε γυναίκες ντυμένες στα άσπρα, που μπορούσε κανείς εύκολα να φανταστεί σ' εκείνο το ίδιο μέρος ή στη γαλλική Ριβιέρα στις αρχές του αιώνα. Γυναίκες ωραίες και άβουλες, προστατευμένες κάτω από το πλατύ γείσο ενός καπέλου ή από μια ομπρέλα. Σφίγγες που μισόκλειναν τα μάτια καθώς ατένιζαν την θάλασσα, διάβαζαν ή σώπαιναν. Ο Κόυ ακολούθησε άπληστα εκείνο το πρόσωπο μέσ' από το διπλό κύκλο των φακών Zeiss, μελετώντας το προφίλ, το σκυμμένο πιγούνι, τα χαμηλωμένα μάτια που ήταν συγκεντρωμένα στο διάβασμα, τα μαλλιά τα τραβηγμένα στους κροτάφους. Άλλες εποχές, σκέφτηκε, ι άντρες σκότωναν ή έχαναν τις περιουσίες τους, τις ζωές τους και τη φήμη τους για γυναίκες όπως αυτή. Θέλησε να δει τα χαρακτηριστικά εκείνου που ίσως τη χαιρόταν κι αναζήτησε τον άντρα στο τιμόνι. Είχε όμως στραφεί προς την άλλη πλευρά, και το μόνο που μπόρεσε ήταν να εκτιμήσει ένα συγκεχυμένο προφίλ, γκρίζα μαλλιά και μαυρισμένο δέρμα. Η γολέτα απομακρυνόταν. Από φόβο μη χάσει τις τελευταίες στιγμές, εστίασε πάλι τα κιάλια στη γυναίκα. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα εκείνη σήκωσε το πρόσωπο και κοίταξε κατευθείαν μέσα από τα κιάλια τον Κόυ, μέσα από τους φακούς και την απόσταση, καρφώνοντας τα μάτια της στα δικά του. Το βλέμμα δεν ήταν φευγαλαίο, αλλά ούτε διαρκές, δεν ήταν περίεργο, αλλά ούτε και αδιάφορο. Ήταν τόσο ήρεμο και σίγουρο, που δεν έμοιαζε ανθρώπινο. Κι ο Κόυ αναρωτήθηκε πόσες γενιές γυναικών θα χρειάστηκαν για να φτιαχτεί αυτό το βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε μεγάλη σύγχυση και κατέβασε τα κιάλια, ταραγμένος που την παρατηρούσε από τόσο κοντά. Έως ότου, με γυμνό βλέμμα, συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα ήταν πολύ μακριά για να τον κοιτάξει και ότι εκείνα τα μάτια που είχε δει να διεισδύουν ως τα σωθικά του δεν είχαν στείλει παρά ένα τυχαίο, αφηρημένο βλέμμα, καθώς η γολέτα άφηνε πίσω της το αγκυροβολημένο πλοίο κι έμπαινε την Αδριατική. Ο Κόυ απέμεινε εκεί, ακουμπισμένος στην κουπαστή με τους αγκώνες του, βλέποντάς τη ν' απομακρύνεται. Κι όταν, τέλος, αντέδρασε και την ξανακοίταξε  με τα κιάλια, το μόνο που μπόρεσε να δει ήταν το καθρέφτισμα της πρύμνης και το όνομα του σκάφους, γραμμένο με μαύρα γράμματα πάνω σε μια λεπτή σανίδα:“Riddle”. Αίνιγμα.  
*    *   *   

Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

3. Το χαμένο πλοίο

Στη θάλασσα μπορεί να τα κάνεις όλα καλά, να συμμορφώνεσαι με τους κανόνες, 
αλλά ακόμα κι έτσι η θάλασσα θα σε σκοτώσει. 
Αν όμως είσαι καλός ναυτικός, 
θα γνωρίζεις τουλάχιστον πότε έχει φτάσει η στιγμή του θανάτου σου.
Τζάστιν Σκοτ, Ο κυνηγός πλοίων.

α
Μισούσε τον καφέ. Είχε πιει χιλιάδες ζεστά ή κρύα φλιτζάνια σε ατέλειωτες βάρδιες τα ξημερώματα, σε δύσκολους ή αποφασιστικούς ελιγμούς, σε νεκρές ώρες μεταξύ φορτώματος και ξεφορτώματος στα λιμάνια, σε στιγμές κόπωσης , έντασης ή  κινδύνου' σε τέτοιο σημείο όμως τον δυσαρεστούσε η πικρή του γεύση, που τον ανεχόταν μόνο με ζάχαρη ή γάλα. Στην πραγματικότητα, τον χρησιμοποιούσε για διεγερτικό, όπως άλλοι πίνουν ένα ποτό ή ανάβουν ένα τσιγάρο. Αλλά αυτός δεν κάπνιζε εδώ και πολύ καιρό. Όσο για το ποτό, πολύ σπάνια το δοκίμαζε στην διάρκεια των ταξιδιών του, και στη στεριά ποτέ δεν είχε  ξεπεράσει τη γραμμή Πλίμσολ, τη γραμμή φόρτωσης, δυο μπλε τζιν. Έπινε μόνο σκόπιμα, συνειδητά, όταν οι περιστάσεις, οι παρέα  ή το μέρος υποδείκνυαν μεγάλες δόσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως και πολλοί ναυτικοί που γνώριζε, ήταν ικανός να κατεβάσει απίθανες ποσότητες οποιουδήποτε πράγματος, με ό,τι συνέπειες είχε αυτό σε μέρη όπου οι παντρεμένοι επαγρυπνούν για την τιμή των συζύγων τους, οι αστυνομικοί επιτηρούν τη δημόσια τάξη και οι μπράβοι του νυχτερινού μπαρ φροντίζουν ώστε οι πελάτες να φέρονται όπως πρέπει και να μην την κοπανάνε χωρίς να πληρώσουν το λογαριασμό.

Εκείνη η νύχτα δεν ήταν τέυτοια περίπτωση. Τα λίμάνια, η θάλασσα κι όλη η υπόλοιπη προηγούμενη ζωή του ήταν πολύ μακριά από το τραπέζι στο οποίο καθόταν, στη πόρτα του μικρού ξενοδοχείου της πλατείας Σάντα Άννα, και κοιτούσε τον κόσμο που περπατούσε στο πεζοδρόμιο ή μιλούσε στα τραπεζάκια των υπαίθριων χώρων του μπαρ. Είχε ζητήσει ένα τζιν τόνικ για να σβήσει τη γεύση του καφέ που είχε μπροστά του -πάντα τον έχυνε, καθώς ήταν αδέξιος στο ανακάτεμα, και το φλιτζάνι κολλούσε- και παρέμεινε μισοξαπλωμένος στην καρέκλα, με τα χέρια στην τσέπη και τα πόδια απλωμένα κάτω από το τραπέζι. Ήταν κουρασμένος, αλλά καθυστερούσε τη στιγμή που θα πήγαινε στο κρεβάτι του. Θα σου τηλεφωνήσω, είχε πει εκείνη. Θα σου τηλεφωνήσω απόψε ή αύριο. Άσε με να σκεφτώ λίγο. Η Τάνχερ είχε μια υποχρέωση που δεν μπορούσε να αναβάλλει εκείνο το απόγευμα κι ένα δείπνο το βράδυ. Κι έτσι, θα έπρεπε να περιμένει ώσπου να την ξαναδεί. Του το είπε το μεσημέρι, αφού εκείνος την είχε συνοδέψει ως τη διασταύρωση της Αλφόσνου ΙΒ΄ με την Ινφάντας Ισαβέλλας, κι εκείνη τον αποχαιρέτισε εκεί, χωρίς να τον αφήσει να τη συνοδεύσει ως την πόρτα της. Τον είχε αφήσει απότομα, απλώνοντας εκείνο το σταθερό χέρι, που ο Κόυ το θυμόταν καλά, σ' ένα δυνατό σφίξιμο. Εκείνος τη ρώτησε πού στην ευχή θα τηλεφωνούσε, αφού δεν είχε σπίτι στη Μαδρίτη, ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα, και η τσάντα του ήταν στο αποσκευοφυλάκιο του σταθμού. Τότε, είδε την Τάνχερ να γελάει για πρώτη φορά από τότε που την γνώρισε. Ένα ειλικρινές γέλιο, που έκανε τα μάτια της α περιβάλλονται από πολύ μικρές ρυτίδες,οι οποίες, παραδόξως, την ομόρφαινε και την έκαναν να φαίνεται πιο νέα. Ένα συμπαθητικό γέλιο, όπως ενός παιδιού το οποίο θέλεις να πλησιάσεις, καθώς διαισθάνεσαι ότι μπορεί να είναι καλή παρέα για παιχνίδια ή περιπέτειες. Είχε γελάσει κρατώντας το χέρι του Κόυ στο δικο της, και μετά ζήτησε συγνώμη για το ολίσθημα κοιτάζοντάς τον σκεφτική για κανά δυο δευτερόλεπτα με το τελευταίο ίχνος του γέλιου να σβήνει στο στόμα της. Έπειτα είπε το όνομα του μικρού ξενοδοχείου της πλατείας Σάντα Άννα, όπου εκείνη είχε ζήσει δύο χρόνια όταν ήταν φοιτήτρια, απέναντι από το θέατρο Εσπανιόλ. Ένα καθαρό και φτηνό μέρος. Είτε σε δω είτε δε σε ξαναδώ ποτέ πια, θα σου τηλεφωνήσω σήμερα ή αύριο. Σου δίνω το λόγο μου.

Κι έτσι, αυτός βρισκόταν εκεί, μπροστά στο φλιτζάνι του καφέ, βρέχοντας τα χείλη του στο τζιν τόνικ -δε βρήκε μπλε στο μπαρ του ξενοδοχείου- που η σερβιτόρος είχε μόλις αφήσει μπροστά του. Περιμένοντας. Δεν το είχε κουνήσει όλο τ' απόγευμα, κι επίσης έφαγε εκεί για βράδυ, σάντουιτς με μοσχαρίσιο κρέας κι ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό, αφού είπε πού θα τον έβρισκαν αν τον ζητούσαν στο τηλέφωνο. Πιθανόν να εμφανιζόταν εκείνη αυτοπροσώπως, και αυτή η περίπτωση τον έκανε να παρακολουθεί την άκρη της πλατείας, μήπως τη δει να φτάνει από την οδό Ουέρτας ή από οποιαδήποτε άλλη που ανέβαινε από τη λεωφόρο Πράδο.

Απέναντι από τα αυτοκόνητα που ήταν παρκαρισμένα στο δρόμο, ανάμεσα σταπαγκάκια της πλατείας, μερικοί ζητιάνοι μιλούσαν εν χορώ περνώντας ο ένας στον άλλο ένα μπουκαλι κρασί. Νωρίτερα είχαν περάσει ζητιανεύοντας από τα τραπέζια των μπαρ και τώρα καν΄΄ονιζαν τους λογαριασμούς της νύχτας. Ήταν τρεις άντρες και μια γυναίκα, και ο ένας τους έιχε ένα σκυλάκι στα πόδια. Από την πόρτα του ξενοδοχείου "Victoria", ένας φύλακας ντυμένος αλά Ρόμποκοπ δεν τους άφηνε από τα μάτια του, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη και τα πόδια ανοιχτά, στημένα ακριβώς εκεί απ' όπου πριν λίγο είχε διώξει τη γυναίκα που ζητούσε ελεημοσύνη. Διωγμένη από το Ρομποκοπ, εκείνη κινήθηκε ανάμεσα στα τραπέζιαέως εκεί που καθόταν ο Κόυ. Δώσε μου κάτι, παιδί μου, είχε πει με σβησμένη φωνή, κοιτάζοντας μπροστά της χωρίς να βλέπει. Δώσε μου κάτι. Ήταν σχετικά νέα, σκέφτηκε τώρα βλέποντάς τη να κάνει το μοίρασμα με τους συντρόφους της και το σκύλο. Καθώς της έδινε το νόμισμα, παρά το γεμάτο σημάδια δέρμα της, τα ξανθά ξεβαμμένα μαλλιά και τα μάτια της τα χαμένα στο πουθενά, ο Κόυ είχε διακρίνει ίχνη μια παλιάς ομορφιάς στο καλοσχηματισμένο στόμα, στην καμπύλη του πιγουνιού, στο παράστημα, στα πολύ αδύνατα, κοκκινωπά χέρια, με τα μακριά και βρώμικα νύχια. Η στεριά σαπίζει τους ανθρώπους, σκέφτηκε πάλι. Τους αρπάζει και τους καταβροχθίζει, όπως την εγκαταλελειμμένη γολέτα στο Παλιό Λιμάνι. Κοίταξε τα δικά του χέρια, που ήταν ακουμπισμένα στα πόδια του, παρατηρώντας πάνω τους τα πρώτα συμπτώματα της αποσύνθεσης -η αναπόφευκτη λέπρα που έφερναν μαζί τους η ρύπανση των πόλεων, το απατηλά στερεό έδαφος κάτω από τα πόδια, η επαφή με άλλους ανθρώπους, ο δίχως αλάτι αέρας. Ελπίζω να βρω σύντομα πλοίο, σκέφτηκε.Ελπίζω να βρω κάτι που να επιπλέει και να με πάρει πάνω του για να με πάει μακριά, όσο είναι καιρός. Όταν δεν θα έχω αρπάξει ακόμα το μικρόβιο που διαφθείρει τις καρδιές και τους απομαγνητίζει την πυξίδα, και τις πετά ακυβέρνητες στην ακτή, από την πλευρά που δεν φυσάει ο άνεμος, και τις κομματιάζει.      
   

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012


2 ε

Πέρασαν χωρίς να βιάζονται από το μουσείο του Πράδο και το κιγκλίδωμα  του Βοτανικού Κήπου, πριν ανέβουν αριστερά, στο λόφο του Κλαούδιο Μογιάνο, αφήνοντας πίσω τους τη θορυβώδη κίνηση και τη ρύπανση του κόμβου της Ατότσα. Ο ήλιος φώτιζε τα γκρίζα περίπτερα και τους πάγκους με τα στοιβαγμένα βιβλία.

“Τί ήρθες να κάνεις στη Μαδρίτη;”

Εκείνος κοιτούσε το έδαφος μπροστά από τα παπούτσια του. Είχε ήδη απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση πριν καν διατυπωθεί, με το που πήγε να τη δει στο μουσείο. Όλες οι σκηνοθεσίες και οι εύκολες προφάσεις είχαν ειπωθεί, έκανε λοιπόν λίγα βήματα αμίλητος και τελικά έπιασε τη μύτη του.

“Ήρθα να σε δω”.

Ούτε τώρα έδειξε έκπληκτη, ή παραξενεμένη. Φορούσε ένα ελαφρύ σακάκι και είχε δέσει στο λαιμό ένα μεταξωτό μαντίλι σε φθινοπωρινά χρώματα. Μισοστραμμένος προς το μέρος της, ο Κόυ παρατήρησε το απαθές προφίλ της.

“Γιατί;” περιορίστηκε εκείνη να ρωτήσει, με ουδέτερο ύφος. 

“Δεν ξέρω”.

Προχώρησαν για λίγο χωρίς άλλα σχόλια. Σταμάτησαν κάποια στιγμή στην τύχη, μπροστά σ' έναν πάγκο όπου στοιβάζονταν αστυνομικά μυθιστορήματα σαν απομεινάρια από ναυάγιο σε μια παραλία. Τα μάτια του Κόυ γλίστρησαν πάνω στα παλιά βιβλία, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή: Αγκάθα Κρίστι, Τζωρτζ Χάρμον Κοξ, Έλλερυ Κουήν, Λέσλι Τσάρτις. *[ συγγραφείς αστυνομική λογοτεχνίας. Το Ήταν μία κυρία είναι έργο του πρώτου]. Η Τάνχερ πήρε ένα απ' αυτά -ήταν μία κυρία-, το κοίταξε λίγο με αδιάφορο ύφος και το άφησε στη θέση του.

“Είσαι τρελός;”

Συνέχισαν. Οι άνθρωποι περπατούσαν αργά ανάμεσα στους πάγκους, ψάχνοντας βιβλία και ξεφυλλίζοντάς τα. Οι βιβλιοπώλες τους άφηναν, παρακολουθώντας τους πίσω από τους πάγκους τους ή όρθιοι στην πόρτα των περιπτέρων. Φορούσαν πλατιές μπλούζες, μάλλινα πουλόβερ ή καζάκες, και το δέρμα τους ήταν ψημένο από τα χρόνια κάτω από τη βροχή, τον ήλιο και τον άνεμο. Του Κόυ του φαίνονταν σαν πρόσωπα ναυτικών που είχαν εξωκείλει σ' ένα απίθανο λιμάνι, ανάμεσα σε βράχια από χαρτί και μελάνι. Μερικού διάβαζαν αδιάφοροι για τον κόσμο, καθισμένοι ανάμεσα σε στοίβες μεταχειρισμένων βιβλίων. Δυό απ' αυτούς, οι πιο νέοι, χαιρέτισαν την Τάνχερ, που τους απάντησε απόκαλώντας τους με τα μικρά τους ονόματα. Γεια, Αλβέρτο, Αντίο, Μπόρις. Ένα αγόρι με κοτσίδα ουσάρου και καρώ πουκάμισο έπαιζε φλάουτο κι εκείνη έβαλε ένα νόμισμα στο μπερέ που είχε στα πόδια του, ακριβώς όπως είχε κάνει στην Ράμπλας, στο μίμο του οποίου το μακιγιάζ ξέβαφε η βροχή. 

“Περνάω κάθε μέρα από εδώ πηγαίνοντας σπίτι. Μερικές φορές αγοράζω κάτι... Δεν είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει με τα παλιά βιβλία; Σε αντιεση με τα άλλα, αυτά διαλέγουν εσένα. Διαλέγουν τον αγοραστή τους. Γεια, εδώ είμαι, πάρε με μαζί σου. Θα έλεγε κανείς πως είναι ζωντανά”.

Έκανε λίγα βήματα και στάθηκε μπροστά στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο -τέσσερις τόμοι με τσαλακωμένα εξώφυλλα σε τιμή ξεπουλήματος. “Το εις διαβάσει; ρώτησε.
Ο Κόυ έκανε μια αρνητική κίνηση. Αυτός ο Ντάρελ, με το επώνυμο που θύμιζε αλκαλικές μπαταρίες, δεν του έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη. Ήταν η πρώτη φορά που πρόσεχε βιβλίο αυτουνού του τύπου. Αμερικάνος, υπέθεσε. Ή Άγγλος. 

“Έχει καμιά σχέση με θάλασσα;” ρώτησε, από ευγένεια μάλλον παρά από ενδιαφέρον.

“Απ' όσο ξέρω όχι” γέλασε απαλά και γλυκά. “Αν και, κατά κάποιο τρόπο, η Αλεξάνδρεια δεν παύει να είναι λιμάνι...”

Ο Κόυ είχε πάει εκεί και δε θυμόταν τίποτα το ιδιαίτερο:  τη ζέστη τις μέρες με άπνοια, τους γερανούς, τους λιμενεργάτες ξαπλωμένους στη σκιά των κοντέινερ, το βρώμικο νερό που λίμναζε ανάμεσα στο σκάφος και το μώλο, τις κατσαρίδες που πατούσες τη νύχτα όταν κατέβαινες στη στεριά. Ένα λιμάνι σαν οποιοδήποτε άλλο, εκτός απ' όταν ο νοτιάς έφερνε σύννεφα κόκκινης σκόνης που κολλούσε παντού πάνω του. Τίποτα που να αιτιολογεί τέσσερις τόμους. Η Τάνχερ άγγιξε τον πρώτο με τον δείκτη, κι εκείνος διάβασε τον τίτλο: Ιουστίνη.

“Όλες οι έξυπνες γυναίκες που γνωρίζω” είπε εκείνη “θέλησαν κάποτε να είναι η Ιουστίνη”

Ο Κόυ κοίταξε το βιβλίο με ανόητο ύφος, καθώς σκεφτόταν αν έπρεπε να το αγοράσει ή όχι, και αν ο βιβλιοπώλης θα τον ανάγκαζε να αγοράσει και τους τέσσερις τόμους. Στην πραγματικότητα την προσοχή του είχαν τραβήξει άλλα βιβλία που υπήρχαν εκεί πέρα: Το πλοίο των νεκρών κάποιου Μπ. Τρέιβεν και Τριλογία του Μπάουντυ: Η ανταρσία, Άνθρωποι ενάντια στη θάλασσα και Το νησί Πιτκαίρν σ' ένα μόνο τόμο* [[πρόκειται για το περιπετειώδες μυθιστόρημα του Charles Nordholff]. Εκείνη όμως προχώρησε. Την είδε να χαμογελά ξανά, να κάνει μερικά βήματα ακόμα και να σταματά ξεφυλλίζοντας άλλο ένα κακομεταχειρισμένο χαρτόδετο βιβλίο. Ο καλός στρατιώτης, διάβασε ο Κόυ. Αυτός ο Φορντ Μἀντοξ Φορντ σίγουρα του έλεγε κάτι, γιατί είχε γράψει τον Πειρατή μαζί με τον Τζότζεφ Κονρζντ. Η Τάνχερ Σότο στράφηκε και τον κοίταξε σταθερά.

Είσαι τρελός” επανέλαβε. 

Εκείνος ξανάπιασε τη μύτη του και δεν είπε τίποτα.

Δε με ξέρεις πρόσθεσε εκείνη μια στιγμή μετά. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα.

Πάλι υπήρχε σκληρότητα στη φωνή της. Ο Κόυ κοίταξε από τη μια πλευρά κι έπειτα από την άλλη. Περιέργως, δεν αισθανόταν φοβισμένος ούτε εκτός τόπου. Είχε πάει να τη δει κάνοντας αυτό που πίστευε ότι έπρεπε να κάνει. Και θα έδινε τα πάντα για να είναι ένας κομψός άντρας, με λυτή γλώσσα, με κάτι που να μπορεί να προσφέρει, κι ας ήταν μόνο τα χρήματα για ν' αγοράσει τους τέσσερις τόμους του Κουαρτέτου και να την καλέσει σε δείπνο εκείνη το ίδιο βραδύ σ' ένα ακριβό εστιατόριο, αποκαλώντας την Ιουστίνη ή όπως αλλιώς εκείνη ήθελε να την αποκαλεί. Δε γινόταν όμως. Γι' αυτό σώπαινε, και στεκόταν εκεί με όσο περισσότερη φυσικότητα μπορούσε και περιοριζόταν να χαμογελάει λίγο, μ εκείνον τὀν τρόπο που ήταν ταυτόχρονα ειλικρινής κι απόμακρος, σχεδόν ντροπαλός. Κι αυτό δεν ήταν πολύ, ήταν όμως όλα. 

Δεν έχεις κανένα δικαίωμαΤί θέλεις να κάνω τώρα; Να σε πάρω τώρα σπίτι, όπως κάποιο απ' αυτά τα βιβλία; 

Οι Σειρήνες” είπε εκείνος ξαφνικά. 

Τον κοίταξε έκπληκτη. 

Τί τρέχει με τις Σειρήνες; 

Ο Κόυ σήκωσε λίγο τα χέρια και τα άφησε να πέσουν πάλι. 

“Δεν ξέρω. Τραγουδούσαν, λέει ο Όμηρος. Καλούσαν του ναυτικούς, έτσι; Κι εκείνοι δεν μπορούσαν να τις αποφύγουν.

Γιατί ήταν ανόητοι. Πήγαιναν κατευθείαν στις ξέρες και κατέστρεφαν το πλοίο

Βρέθηκα εκεί -η έκφραση του Κόυ είχε σκοτεινιάσει- βρέθηκα στα βράχια και τώρα δεν έχω πλοίο. Θ' αργήσω να έχω πάλι, και τώρα δε βρίσκω τίποτα καλύτερο να κάνω.

Γύρισε απότομα προς το μέρος του, ανοίγοντας το στόμα σα για να πει κάτι δυσάρεστο. Οι ίριδές της γυάλιζαν, επιθετικές. Αυτό κράτησε για μια στιγμή, και σ' εκείνο το χρονικό διάστημα ο Κόυ αποχαιρέτησε νοερά το γεμάτο φακίδες δέρμα της κι όλη την ιδιόμορφη ονειροπόληση που τον είχε φέρει ως εκείνην. Ίσως έπρεπε τελικά να είχε αγοράσει την Ιουστίνη, σκέφτηκε μελαγχολικά. Τουλάχιστον όμως προσπάθησες, ναυτικέ. Κρίμα τον εξάντα. Μετά άρχισε να χαμογελά. Θα χαμογελάω ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν πει, ακόμα κι όταν με στείλει στην Κόλαση. Τουλάχιστον ας είναι το τελευταίο που θα θυμάται από εμένα. Μακάρι να μπορούσα να χαμογελάω όπως ο προϊστάμενός της, εκείνος ο αντιπλοίαρχος με τα κουμπιά που έλαμπαν. Μακάρι να μην κάνω κανέναν μορφασμό που να δείχνει ότι έσπασα.

Για όνομα του Θεού είπε τότε εκείνη. Δεν είσαι καν ωραίος άντρας.                                                        

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012


Ένα λεπτό αργότερα εκείνη επέστρεψε, ζητώντας συγγνώμη μ' ένα μορφασμό που δήλωνε πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ο προϊστάμενός μου, είπε. Συμβούλια υψηλού επιπέδου για τον προγραμματισμό των καλοκαιρινών διακοπών. Όλα πολύ top secret.

"Εργάζεσαι λοιπόν για το πολεμικό ναυτικό;".

"Όπως βλέπεις..."

Την κοίταξε εύθυμα.

"Είσαι λοιπόν ένα είδος στρατιώτη".

"Όχι, καθόλου". Τα χρυσαφένια μαλλιά της κινούνταν πέρα δώθε καθώς αρνιόταν με το κεφάλι. "Είμαι πολιτικός υπάλληλος... Όταν τελείωσα τις σπουδές μου στην ιστορία, έδωσα εξετάσεις για να προσληφθώ. Εργάζομαι εδώ τέσσερα χρόνια".

Έμεινε κατόπιν σκεφτική, κοιτώντας από το παράθυρο. Πάλι μισόκλεισε τα μάτια. Μετά, πολύ αργά, σαν να είχε κάτι στο νου της που δεν έφευγε τελείως, επέστρεψε στο γραφείο, έκλεισε τον άτλαντα και τον έβαλε στη βιβλιοθήκη.

"Ο πατέρας μου όμως ήταν στρατιώτης" πρόσθεσε.

Υπήρχε κάτι σαν πρόκληση, ή ίσως περηφάνια, στα λόγια της. Ο Κόυ συγκατένευσε από μέσα του. Αυτό εξηγούσε μερικά πράγματα: τον τρόπο με τον οποίο περπατούσε, κάποιες κινήσεις' επίσης αυτή τη γαλήνια αυτοπειθαρχία της, την κάπως υπεροπτική.

"Του πολεμικού ναυτικού;"

"Του στρατού. Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη, αφού πέρασε όλη του σχεδόν τη ζωή στην Αφρική".

"Ζει ακόμα;"

"Όχι".

Δε φαινόταν καμιά συγκίνηση στα λόγια της. Ήταν αδύνατον για τον Κόυ να καταλάβει αν τη στεναχωρούσε να μιλάει γι αυτό το θέμα ή όχι. Μελέτησε τις μπλε ίριδες, κι αυτές άντεξαν την εξέταση ανέκφραστες. Τότε, εκείνος χαμογέλασε.

"Γι αυτό σε λένε Τἀνχερ".

"Γι αυτό με λένε Τάνχερ".
*    *   *
σχόλιο από το χτεσινό  [*Τάνχερ από την Ταγγέρη του Μαρόκου] 

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012



Άνοιξε τη τζαμένια πόρτα της βιβλιοθήκης, έβγαλε το βαρύ τόμο και τον άφησε ανοιχτό πάνω στο γραφείο. Ο Κόυ πλησίασε και τον μελέτησαν μαζί, και μπόρεσε έτσι να επαληθεύσει αυτό που είχε διαισθανθεί από την πρώτη στιγμή. Δεν υπήρχε ίχνος κολώνιας ή αρώματος. Μύριζε μόνο καθαρό και ζεστό δέρμα. 

"Είναι ένα καλό αντίτυπο" είπε εκείνη. "Ανάμεσα στους παλαιοβιβλιοπώλες και τους αντικέρ υπάρχουν πολλοί αδίστακτοι τύποι και, όταν βρουν ένα καλό κομμάτι, το καταστράφουν για να πουλήσουν τις σελίδες του. Αυτό όμως είναι άθικτο".

Γυρνούσε τις μεγάλες σελίδες με προσοχή, και το χαρτί, χοντρό, λευκό και καλοδιατηρημένο, παρά τους δυόμισι αιώνες που είχαν περάσει, έρτιζε στα δάχτυλά της. "Ναυτικός άτλας των ακτών της Ισπανίας" διάβασε ο Κόυ στην προμετωπίδα, όπου υπήρχε ένα ναυτικό τοπίο, ένα λιοντάρι ανάμεσα σε στήλες με τη λεζάντα "Plus Ultra" και διάφορα ναυτικά όργανα, "Χωρισμένος σε 16 σφαιρικούς χἀρτες και 12 σχεδιαγράμματα, από την Μπαγιόν της Γαλλίας ως το ακρωτήριο...". Ήταν μια σειρά χαρτών πλεύσης και σχεδιαγραμματων λιμανιών τυπωμένων σε μεγάλο σχήμα και δεμένων για να διευλολυνθεί η διατήρηση και η χρήση τους. Ο τόμος ήταν ανοιχτός στο χάρτη που έδειχνε το τμήμα μεαξύ του ακρωτηρίου Σαν Βιθέντε και του Γιβραλτάρ, σχεδιασμένο με λεπτομέρειες και περιλαμβάνοντας βυθομετρήσεις σε οργιές και μια σχολαστική σήμανση οδηγιών, αναφορών και κινδύνων. Ο Κόυ ακολούθησε με το δάκτυλο το περίγραμμα της ακτής μεταξύ της Θέουτα και του ακρωτηρίου Εσπαρτέλ, σταματώντας στο μέρος που σημειωνόταν με το όνομα της σταματώντας γυναίκας* που είχε δίπλα του.[*Τάνχερ από την Ταγγέρη του Μαρόκου]. Μετά ανέβηκε βόρεια, ως το Πούντα δε Ταρίφα, και συνέχισε βορειοδυτικά, για να σταματήσει πάλι στα αβαθή της Αθεϊτέρα, που οι κίνδυνοί της σημειώνονταν πολύ καλύτερα απ'ότι οι ύφαλοι ανάμεσα στα νησάκια Τέρσον και Μόουετ Γκρέηβ από το χάρτη του Βρετανικού Ναυαρχείου. Γνώριζε καλά τους χάρτες του Γιβραλτάρ. Όλα σχεδόν αναπαριστάνονταν με αρκετή ακρίβεια, και δε θαύμασε λιγότερο τη σχολαστικότητα της χάραξης, της κάτι παραπάνω από λογικής για τις υδρογραφικές δυνατότητες της εποχής, τόσο μακρινής ακόμη από το δορυφόρο, αλλά και από τις τεχνικές προόδους του τέλους του 18ου αιώνα. Παρατήρησε ότι κάθε χάρτης είχε τις κλίμακες του γεωγραφικού πλάτους και μήκους σε μοίρες και λεπτά, τις πρώτες στα δεξιά και αριστερά της χάραξης, και τις δεύτερες διαβαθμισμένες τέσσερις φορές σε σχέση με τέσσερις διαφορετικούς μεσημβρινούς: Παρίσι και Τενερίφη  στο πάνω μέρος. Κάδιξ και Καρθαγένη στο κάτω. Εκείνη την εποχή, θυμήθηκε, δεν είχε υιοθετηθεί ως παγκόσμια αναφορά γεωγραφικού μήκους ο μεσημβρινός του Γκρίνουιτς. 

"Είναι πολύ καλά διατηρημένος" θαύμασε. 

"Είναι τέλειος. Κανείς δεν ταξίδεψε με αυτό το αντίτυπο σε σκάφος".

Ο Κόυ γύρισε μερικές σελίδες: "Σφαιρικός χάρτης της ακτής της Ισπανίας από την Άγιλας και το όρος Κόπε έως το Τόρρε Ερραδόρα ή Οραδάδα, με όλα τα αβαθή, τα ακρωτήρια και τους όρμους...". Γνώριζε απέξω όλο εκείνο το σκηνικό, που ήταν το σκηνικό της παιδικής του ηλικίας: μια ακτή απότομη, εχθρική, με στενούς κολπίσκους με σκοπέλους, ανάμεσα σε μικρές, απόκρημνες παραλίες. Διέτρεχε τις αποστάσεις πάνω στο σκληρό χαρτί: ακρωτήριο Τινιόσο, Εσκομβρέρας, Ακρωτήριο του Νερού... Η χάραξη ήταν τόσο καλή όσο σχεδόν στο χάρτη του Στενού. 

"Υπάρχει ένα λάθος" είπε ξαφνικά.

Τον κοίταξε, με περισσότερο ενδιαφέρον παρά με έκπληξη.

"Είσαι σίγουρος;"

"Απόλυτα".

'Τη γνωρίζεις αυτή την ακτή;"

"Εκεί γεννήθηκα. Έκανα και καταδύσεις σ' αυτήν, βγάζοντας αμφορείς και άλλα πράγματα από το βυθό".

"Είσαι και δύτης;".

Ο Κόυ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. 

"Όχι επαγγελματικά". Χαμογελούσε λίγο, σα δικαιολογία. " Δουλειές του καλοκαιριού και των διακοπών".

"Έχεις όμως πείρα..."

"Ε, καλά..." σήκωσε τους ώμους. "νέος, ίσως. Αλλά πάει καιρός που δεν έχω πέσει στο νερό".

Εκείνη είχε γείρει το κεφάλι και τον κοιτούσε σκεφτική. Μετά το βλέμμα της στάθηκε πάλι στο σημείο του χάρτη που ο Κόυ έδειχνε ακόμη με το δάχτυλο.

"Και ποιο είναι το λάθος;"

Της το είπε. Ο χάρτης του Ουρρούτια τοποθετούσε το ακρωτήριο Πάλος δύο  ή τρία λεπτά πιο νότια απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Ο Κόυ είχε περάσει τόσες φορές από κείνο το ακρωτήριο, που θυμόταν πολύ καλά τη θέση του. Οι  37ο 38΄ πραγματικού γεωγραφικού πλάτους -δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ακριβή δεύτερα- γίνονταν στο χάρτη 37ο 36΄ πάνω κάτω. Το λάθος θα είχε σίγουρα διορθωθεί σε μεταγενέστερες χαράξεις, πιο λεπτομερείς και με ακριβέστερα όργανα. Όπως και να 'ναι, πρόσθεσε, μερικά ναυτικά μίλια διαφορά δεν ήαν κάτι σημαντικό σε ένα σφαιρικό χάρτη του 1751.

Εκείνη έμενε σιωπηλή, με τα μάτια καρφωμένα στο χάρτη. Ο Κόυ σήκωσε τους ώμους: 

"Υποθέτω πως αυτές οι ανακρίβειες του δίνουν γοητεία... Είχες μια οροφή όταν πλειοδοτούσες στη Βαρκελώνη, ή μπορούσες να συνεχίσεις χωρίς όριο;'

Εξακολουθούσε να στηρίζεται με τα χέρια στο γράφείο, δίπλα του, κοιτάζοντας το χάρτη. Φαινόταν απορροφημένη στις σκέψεις της και άργησε να απαντήσει στην ερώτηση. 

"Υπήρχε οροφή, εννοείται" είπε τελικά. "Το Ναυτικό Μουσείο δεν είναι η Τράπεζα της Ισπανίας... Ευτυχώς η τιμή ήταν στα μέτρα μας".

Ο Κόυ γέλασε λίγο, με ηρεμία, κι εκείνη σήκωσε τα μάτια εξεταστικά. 

"Στη δημοπρασία" είπε εκείνος "είχα σκεφτεί πως ήταν κάτι προσωπικό σου... Αναφέρομαι στην επιμονή με την οποία πλειοδοτούσες".

"Φυσικά και ήταν προσωπικό". Τώρα φαινόταν θυμωμένη. Ξανακοίταξε το χάρτη, σαν κάτι εκεί να τραβούσε την προσοχή της. "Αυτή είναι η δουλειά μου". Τίναξε ελαφρά το κεφάλι, για να απομακρύνει κάποια σκέψη την οποία δεν είχε εκφράσει μεγαλόφωνα. "Την απόκτηση του Ουρρούτια την πρότεινα εγώ".

"Και τί θα τον κάνετε;"

"Αφού τον επιθεωρήσω ολόκληρο και τον καταχωρήσω, θα κάνω μερικές αναπαραγωγές για εσωτερική χρήση. Μετά θα πάει στην ιστορική βιβλιοθήκη του μουσείου, όπως όλα τα υπόλοιπα".

Ακούστηκαν μερικά διακριτικά χτυπήματα στο πλαίσιο της πόρτας και ο Κόυ είδε τον αντιπλοίαρχο με τον οποίο είχε διασταυρωθεί νωρίτερα στην αίθουσα. Η Τάνκερ Σότογοα λίγο χαμηλόφωνα μαζί του. Ήταν ένας κομψός,  ώριμος άντρας, και τα χρυσά κουμπιά και τα γαλόνια του έδιναν ένα ξεχωριστό αέρα. Πού και πού στρεφόταν και παρατηρούσε τον Κόυ με περιέργεια και δυσπιστία. Του Κόυ δεν του άρεσαν αυτές οι ματιές, ούτε το υπερβολικό χαμόγελο με το οποίο έντυνε τη συνομιλία, και αναστέναξε πικρά από μέσα του. Όπως πολλοί ναυτικοί του εμπορικού στόλου, έτσι κι αυτός δεν εκτιμούσε αυτούς του πολεμικού. Του φαινόταν υπερβολικά ψηλομύτηδες, εφάρμοζαν την ενδογαμία και παντρεύονταν κόρες συναδέλφων τους, γέμιζαν τις εκκλησίες τις Κυριακές και συνήθως έκαναν πολλά παιδιά. Επιπλέον δεν υπήρχαν πια έφοδοι και αποβάσεις, ούτε μάχες ούτε τίποτα, και όταν είχε κακό καιρό έμεναν σπίτι. 

"Πρέπει να σε αφήσω για λίγο" είπε εκείνη. "Μη φύγεις".

Προχώρησε στο διάδρομο συνοδευόμενη από τον αντιπλοίαρχο, που, πριν ξεκινήσει, έριξε στον Κόυ ένα τελευταίο σιωπηλό βλέμμα. Εκείνος έμεινε στο γραφείο κοιτώντας γύρω του, πρώτα για άλλη μια φορά τον Ουρρούτια και μετά τα αντικείμενα που υπήρχαν πάνω στο γραφείο, την γκραβο΄πυρα του τοίχου -"4η άποψη της μάχης της Τουλόν" -και το περιεχόμενο της βιβλιοθήκης. Πήγαινε να καθίσει, όταν η προσοχή του έπεσε στο μεγάλο καβαλέτο με τα έγγραφα, τα σχέδιά του και τις φωτογραφίες που ήταν δίπλα στο γραφείο. Πλησίασε, δίχως άλλη πρόθεση από το σκοτώσει την ώρα του,όταν ανακάλυψε ότι, κάτω από μερικά χαρακτικά στο πάνω μέρος, πρόβαλλαν σχέδια ιστιοφόρων. Όλα ήταν μπρίκια, διαπίστωσε αφού έριξε μια ματιά στα ξάρτια. Από κάτω υπήρχαν αεροφωτογραφίες παραλιακών τόπων, αναπαραγωγές παλιών ναυτικών χαρτών, καθώς κι ένας σύγχρονος, ο υπ' αριθμόν 46Α του Υδρογραφικού Ινστιτούτου Ναυτικού -ᾱπό το ακρωτήριο Γάτα ως το ακρωτήριο Πάλος-, που αντιστοιχούσε εν μέρει στο χάρτη της σελίδας στην οποία ήταν ανοιχτός  ο άτλαντας πάνω στο γραφείο. 

Η σύμπτωση έκανε τον Κόυ να γελάσει.   

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

β
Ο Κόυ δεν ήταν άνθρωπος κοινωνικός. Και είπαμε ήδη ότι αυτό, μαζί με κάποια βιβλία και μια πρώιμα ξεκάθαρη άποψη σχετικά με τις σκοτεινές γωνίες του ανθρώπινου είδους, τον είχε οδηγήσει πολύ νωρίς στη θάλασσα. Ωστόσο αυτή η άποψη,  ή θέση, δεν ήταν καθόλου ασύμβατη με μια κάποια αθωότητα που μερικές φορές διακρινόταν στις κινήσεις του, στον τρόπο που στεκόταν ήρεμος ή σιωπηλός, κοιτώντας τους άλοους, στον κάπως αδέξιο τρόπο με τον οποίο φερόταν όταν βρισκόταν στη στεριά ή στο ειλικρινές, σαστισμένο, σχεδόν δειλό, χαμόγελό του. Είχε μπαρκάρει πολύ νέος, σπρωγμένος μάλλον από διαισθήσεις παρά από βεβαιότητες. Η ζωή όμως δεν κινείται με την ακρίβεια ενός καλού πλοίου, και τα παλαμάρια έπεφταν λίγο λίγο στη θάλασσα και μπερδεύονταν μερικές φορές στις έλικες, ή είχαν συνέπειες. Υπήρξαν βέβαια γυναίκες και κάνα δυο απ' αυτές πέρασαν πιο βαθιά απ' το δέρμα, ως τη σάρκα, το αίμα και τη συνείδηση, πραγματαποιώντας στο σύνολό τους τις σχετικές φυσικές και χημικές επεμβάσεις, καταπραυντικά βάλσαμα και σκληροί καταστροφείς. ΝΑΠΑ: Νόμος της Ακριβούς Πληρωμής του Αντίτιμου. Εκείνη την εποχή, όλα αυτά ήταν μόνο ανώδυνα τσιμπήματα στη μνήμη του ναυτικού δίχως πλοίο. Ακριβείς κι επίσσης αδιάφορες αναμνήσεις, που έμοιαζαν περισσότερο με τη μελαγχολία για τα μακρινά χρόνια -είχαν περάσει οχτώ ή εννιά από την τελευταία σημαντική γυναίκα για τον Κόυ- παρά με το συναίσθημα που προκαλεί μια πραγματική υλική απώλεια ή απουσία. Κατά βάθος, εκείνες οι σκιές παρέμειναν αγκυροβολημένες στη μνήμη του γιατί ανήκαν στην εποχή όπου όλα ήταν για κείνον στην αρχή, όταν στο λαμπερό μπλε σακάκι του και στις επωμίδες των πουκαμίσων του έλαμπαν καινούρια γαλόνια, και περνούσε πολλλή ώρα θαυμάζοντάς τα με τον ίδιο τρόπο που θαύμαζε το σώμα μιας γυμνής γυναίκας, και η ζωή ήταν ένας καινούριος και τριζάτος ναυτικός χάρτης, με όλες τις πρόσφατες ναυτιλιακές οδηγίες, με λεία, λευκή επιφάνεια, που δεν είχε ακόμη αγγιχτεί από το μολύβι και τη γόμα. Όταν εκείνος ο ίδιος, στη θέα της γραμμής της στεριάς στον ορίζοντα, βίωνε ακόμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, μιαν ασαφή επιθυμία για πρόσωπα και πράγματα που περίμεναν εκεί. Τα άλλα, ο πόνος, η προδοσία, η κατηγορίες, οι ατελείωτες νύχτες αγρύπνιας δίπλα στις σιωπηλές πλάτες, δεν ήταν εκείνη την εποχή παρά πέτρες στο βυθό, άθλιοι δολοφόνοι που περίμεναν να έρθει μοιραία η ώρα τους, χωρίς κανένας χάρτης να ειδοποιεί με ειδική σημείωση για την πιθανή παρουσία τους. Το βέβαιο είναι πως δεν νοσταλγούσε εκείνες τις συγκεκριμένες γυναικείες στιγμές, αλλά αυτόν τον ίδιο, ή μάλλον τον άντρα που ήταν τότε. Ίσως αυτός να ήταν ο μοναδικός λόγος που εκείνες οι γυναίκες, ή εκείνες οι σκιές, τελευταία γνωστά λιμάνια στη ζωή του, εμφανίζονταν μερικές φορές, πολύ ξεθωριασμένες στο περίγραμμα της μνήμης του, σε φανταστικές συναντήσεις στο δειλινό, όταν εκείνος έκανε μακρινές πεζοπορίες δίπλα στη θάλασσα, στη Βαρκελώνη. Όταν ανέβαινε την ξύλινη γέφυρα του Παλιού Λιμανιού, καθώς ο ήλιος που έβγαινε κοκκίνιζε τα υψώματα του Μοντχούιτς, τις αποβάθρες φόρτωσης της Tramsediterránea , και ο Κόυ αναζητούσε στις παλιές αποβάθρες τις ουλές που είχαν μείνει πάνω στην πέτρα και στο σίδερο από χιλιάδες συρματόσκοινα και παλαμάρια, από πλοία βυθισμένα ή διαλυμένα δεκαετίες πριν. Σκεφτόταν πότε πότε εκείνες τις γυναίκες, ή την ανάμνησή τους, καθώς περπατούσε έξω από το εμπορικό κέντρο ή τους κινηματογράφους “Maremagnum”, ανάμεσα σε άλλους μοναχικούς άντρες ή γυναίκες, απόμακρους, χαμένους στις σκέψεις τους μέσα στο δειλινό, που κοιμούνταν στα παγκάκια ή ονειρεύονταν κοιτώντας τη θάλασσα, με τους γλάρους να πετάνε πάνω από τις πρύμνες των ψαράδικων που διέσχιζαν το κόκκινο νερό κάτω από τον Πύργο του Ρολογιού, δίπλα σε μια παλιά γολέτα χωρίς ξάρτια, που ο Κόυ τη θυμόταν πάντα στο ίδιο σημείο, χρόνο μετά το χρόνο, με τα ξύλα της να έχουν σκάσει και ξεβάψει κάτω από τον άνεμο, τον ήλιο, τη βροχή και τον καιρό, και που συχνά τον έκανε να σκέφτεται ότι πλοία και άνθρωποι έπρεπε να χάνονται στην ώρα τους, στην ανοιχτή θάλασσα, αντί να σαπίζουν δεμένα στη στεριά.



γ1
Τώρα ο Κόυ μιλούσε επί πέντε λεπτά , σχεδόν χωρίς διακοπή. Καθόταν δίπλα σε ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου του Ναυτικού Μουσείου και, όταν στρεφόταν λίγο, έβλεπε τα πράσινα κλαδιά των καστανιών που απλώνονταν κατά μήκος της λεωφόρου Πράδο, προς την γέφυρα Νεπτούνο. Άφηνε τις λέξεις να πέφτουν σαν κάποιον που γεμίζει ένα κενό που είναι στενάχωρο μόνο όταν παρατείνονται οι σιωπές. Μιλούσε αργά και χαμογελούσε ελαφρά όταν σώπαινε  για μια στιγμή, πριν μιλήσει πάλι. Οι δισταγμοί του είχαν σβήσει με το που είδε το πρόσωπο στο τζάμι. Έκανε τα σχόλιά του ήρεμα, κύριος του εαυτού του, με σκοπό να αποφύγει τις παύσεις και να καθυστερήσει πιθανές ερωτήσεις. Πότε πότε έστρεφε το βλέμμα του έξω, και μετά γύριζε πάλι προς τη γυναίκα. Μια δουλειά στη Μαδρίτη, έλεγε. Ένα επαγγελματικό ζήτημα, ένας φίλος. Τυχαία βρέθηκε κοντά στο μουσείο. Έλεγε όσα έλεγε, όπως είχε κάνει και την πρώτη φορά, στη Βαρκελώνη, με την ειλικρινή ατολμία που τον χαρακτήριζε. Κι εκείνη άκουγε και σώπαινε, με το κεφάλι λίγο γερμένο και με τις ασύμμετρες άκρες των ξανθών της μαλλιών να της χαϊδεύουν το πηγούνι.  Και τα σκούρα μάτια με τις αυτάρεσκες ανταύγειες έμοιαζαν πάλι με το μπλε της θάλασσας κι ήταν καρφωμένα στον Κόυ, στο ελαφρύ, ειλικρινές χαμόγελό του, που διέψευδε την άνεση των λόγων του.

 “Αυτό είναι όλο” κατέληξε.

Αυτό δεν ήταν τίποτα, γιατί τίποτε δεν είχε πει ή κάνει ακόμα, πέραν του να πλησιάσει με πολλή προσοχή στην προβλήτα, με τις μηχανές σχεδόν κρατημένες, περιμένοντας να ανεβεί ο πλοηγός στο σκάφος. Δεν ήταν τίποτα, και η Τάνχερ Σότο το ήξερε τόσο καλά όσο κι εκείνος.

“Μάλιστα” είπε.

Ακουμπούσε στην άκρη του γραφείου της, με τα χέρια σταυρωμένα, και εξακολουθούσε να τον κοιτάζει σταθερά. Όμως τώρα χαμογελούσε κι εκείνη λίγο, σα να ήθελε να επιβραβεύσει την προσπάθειά του, ή την ηρεμία του, ή τον τρόπο του να την κοιτάζει χωρίς να τραβά τα μάτια, χωρίς επηρμένες καυχησιολογίες ούτε βεβιασμένες υπεκφυγές. Σαν να εκτιμούσε τον τρόπο που στεκόταν μπροστά της, που πρόφερε τις; απαραίτητες λέξεις για να αιτιολογήσει την παρουσία του και που έμενε μετά ήρεμος, με το βλέμμα και τo χαμόγελο καθαρά, χωρίς να προτίθεται να την παραπλανήσει ή να παραπλανήσει τον εαυτό του, περιμένοντας την ετυμηγορία.

Τώρα μίλησε  εκείνη. Το έκανε χωρίς να πάρει τα μάτια της από τα δικά του, θέλοντας να διαπιστώσει το αποτέλεσμα των λόγων της, ή μάλλον του ύφους με το οποίο επρόκειτο να τα προφέρει, τη μια λέξη μετά την άλλη. Μίλησε με φυσικότητα και με μιαν αόριστη απόχρωση στοργής, ή ευγνωμοσύνης, στα χείλη της. Μίλησε για την Βαρκελώνη, για τη χαρά της που τον ξανάβλεπε. Κι απέμειναν στο τέλος να παρατηρούν ο ένας τον άλλο, αφού είχε ειπωθεί ό,τι ήταν δυνατό να ειπωθεί εκείνες τις στιγμές. Ο Κόυ κατάλαβε ότι είχε έρθει η στιγμή να φύγει, ή να αναζητήσει ένα θέμα, μια πρόφαση, κάποιο καταραμένο πράγμα που θα του επέτρεπε να παρατείνει την κατάσταση. Ευχόταν να τον συνόδευε ως την πόρτα ευχαριστώντας τον για την επίσκεψη, ή να του έλεγε να μη φύγει ακόμα.  
Σηκώθηκε αργά, για να διευκολύνει κάτι τέτοιο.

 “Ελπίζω να μη σε ξαναενόχλησε εκείνο το άτομο”.

 “Ποιος;”

Είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο πέραν του αναγκαίου, κι εκείνος το κατάλβε.

“Εκείνος με τη γκρίζα αλογοουρά”. Σήκωσε δυο δάχτυλα ως το πρόσωπο, δείχνοντας τα μάτια του. “Ο δίκορος”.

“Α, αυτός”.

Δεν ξεκαθάρισε τίποτα περισσότερο εκείνη τη στιγμή, αλλά ο Κόυ είδε να σκληραίνουν οι γραμμές του στόματός της.

“Αυτός” επανέλαβε εκείνη.

 Ή σκεφτόταν πράγματι εκείνο το άτομο ή ήθελε να κερδίσει χρόνο για να ξεγλιστρήσει. Ο Κόυ έβαλε τα χέρια στις τσέπες του σακακιού του κι έριξε μια ματιά γύρω του. Ο χώρος του γραφείου ήταν μικρός και φωτεινός, με μια ταμπελίτσα δίπλα στην πόρτα: “Τμήμα IV. Τ. Σότο. Έρευνα και αγορές”. Υπήρχε μια παλιά γκραβούρα μ' ένα θαλασσινό τοπίο στον τοίχο κι ένας μεγάλος πίνακας σ' ένα καβαλέτο με γκραβούρες, σχέδια και ναυτικούς χάρτες. Επίσης μια τζαμένια βιβλιοθήκη γεμάτη με βιβλία και ντοσιέ, φάκελοι με έγγραφα πάνω στο γραφείο και ένας υπολογιστής που γύρω από την οθόνη του είχε πολλά μικρά αυτοκόλλητα ή σημειώσεις, μεστρογγυλά γράμματα επιμελούς μαθήτριας, που ο Κόυ αναγνώρισε εύκολα ότι ήταν δικά της -είχε την κάρτα της στην τσέπη του- από τους μεγάλους κύκλους που έβαζε αντί γιά τόνους.

“Δεν με ξαναενόχλησε” είπε τελικά, σαν να είχε χρειαστεί να θυμηθεί.

“Φαινόταν ότι δεν θα παραιτούταν εύκολα από του Ουρρούτια”.

Παρατήρησε ότι μισόκλεισε τα μάτια. Το στόμα της ήταν ακόμη σκληρό.

 “Θα βρει άλλον”

Ο Κόυ κοιτούσε τη γραμμή του λαιμού της, που κατέβαινε προς το ανοιχτό πουκάμισο στο χρώμα του κόκαλου. Η ασημένια αλυσίδα εξακολουθούσε να λάμπει εκεί μέσα, κι αναρωτήθηκε τί να κρεμόταν από την άκρη της. Αν είναι μέταλλο, σκέφτηκε, θα είναι διαβολεμένα ζεστό.

“Δεν ξέρω ακόμα” είπε “ αν ο άτλαντας ήταν για το μουσείο ή για σένα. Η αλήθεια ήταν ότι εκείνη η δημοπρασία ήταν ....”

Σώπασε ξαφνικά, καθώς είδε τον Ουρρούτια. Ήταν με άλλα βιβλία μεγάλου μεγέθους μέσα στη τζαμένια βιβλιοθήκη. Αναγνώρισε εύκολα τα δερμάτινα εξώφυλλά του με τα χρυσαφένια σχέδια.

“Ήταν για το μουσείο” απάντησε εκείνη. Κι ύστερα από ένα δευτερόλεπτο πρόσθεσε: “Φυσικά”

Είχε ακολουθήσει το βλέμμα του Κόυ και κοιτούσε κι αυτή τώρα τον άτλαντα.

“Μ' αυτό ασχολείσαι;... Να βρίσκεις και ν' αγοράζεις πράγματα;”.

Παρατήρησε πως έσκυβε λίγο προς τα μπροστά, με τις άκρες των μαλλιών της να πηγ;αίνουν από το μια πλευρά στην άλλη. Πάνω από το πουκάμισο φορούσε ένα γκρι μάλλινο γιλέκο, ξεκούμπωτο, και κάτω από τη φούστα, τη φαρδιά και σκούρα, μαύρα παπούτσια με πολύ χαμηλό τακούνι, κι επίσης μαύρο καλσόν, που την έκανε να φαίνεται ακόμη πιο ψηλή και αδύνατη απ' όσο ήταν. Μια πολύ καλοβαλμένη κοπέλα, κατέληξε συνειδητοποιώντας ότι για πρώτη φορά την έβλεπε στο φυσικό φως. Δυνατά χέρια και καλλιεργημένη φωνή. Υγιής, σωστή. Ήρεμη. Τουλάχιστον έτσι δείχνει, σκέφτηκε κοιτώντας τις ανομοιόμορφες άκρες των νυχιών της.

“Κατά κάποιον τρόπο, αυτή είναι η δουλειά μου” συγκατένευσε εκείνη έπειτα από μια στιγμή. “Να βλέπω καταλόγους δημοπρασιών, να ελέγχω τις συναλλαγές με τις αρχαιολογικές υπηρεσίες, να επισκέπτομαι άλλα μουσεία και να ταξιδεύω όταν παρουσιάζεται κάτι ενδιαφέρον... Μετά κάνω μια αναφορά και οι προϊστάμενοί μου αποφασίζουν. Η διοίκηση διαθέτει ένα πολύ περιορισμένο ποσό για έρευνα κι αγορές, κι εγώ προσπαθώ να το επενδύω με σωστό τρόπο”.

Ο Κόυ έκανε ένα μορφασμό. Θυμόταν την άγρια μονομαχία στη δημοπρασία του “Claymore”.

 “Ο φίλος σου ο δίκορος πέθανε σκοτώντας. Ο Ουρρούτια σας κόστισε μια περιουσία...”

Είδε ότι πήρεν μιαν ανάσα με ύφος μεταξύ μοιρολατρικού κι εςυχαριστημένου, και μετά συγκατένευσε με το κεφάλι, γυρνώντας τις παλάμες της προς τα επάνω, για να δείξει ότι είχε ξοδέψει και την τελευταία πεσέτα. Με την κίνηση αυτή, ο Κόυ παρατήρησε πάλι το ασυνήθιστο αντρικό ατσάλινο ρολόι που φορούσε στο δεξί της καρπό. Δεν είχε τίποτε άλλο, ούτε δαχτυλίδια ούτε βραχιόλια. Δεν φορούσε ούτεκαν τα μικρά χρυσά σκουλαρίκια που είχε δει τρεις μέρες πριν στη Βαρκελώνη.

“Μας στοίχισε πανάκριβα. Δε συνηθίζουμε να ξοδεύουμε τόσα... Πόσο μάλλον που σ' αυτό το μουσείο έχουμε ήδη πολλή χαρτογραφία του 18ου αιώνα”.

“Τόσο σημαντικός είναι ο Ουρρούτια;”

Έσκυψε πάλι από την άκρη του γραφείου και για πολύ λίγο παρέμεινε έτσι, με το κεφάλι χαμηλωμένο, πριν σηκώσει τα μάτια με μια διαφορετική έκφραση. Το φως γέμισε αποχρώσεις τις χρυσαφένιες φακίδες του προσώπου της, και ο Κόυ σκέφτηκε πως, αν έκανε ένα βήμα μπροστά, θα μπορούσε, ίσως, να ν' ανακαλύψει το άρωμα εκείνης της γεμάτης κουκκίδες αινιγματικής γεωγραφίας.

“Τον τύπωστε στα 1751 ο γεωγράφος και ναυτικός Ιγνάθιο Ορρούτια Σαλθέδο” εξηγούσε τώρα εκείνη “ύστερα από εργασία πέντε ετών. Ήταν η καλύτερη βοήθεια για τους ναυτικούς ως την εμφάνιση του Υδρογραφικού Άτλαντα του Τοφίνιο, που ήταν πολύ ακριβέστερος, στα 1789. Υπάρχουν ακόμη λίγα αντίτυπα σε καλή κατάσταση, και το Ναυτικό Μουσείο δεν είχε κανένα.”.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

α2
Περίμενε, συγκεντρωμένος στα επόμενα βήματά του, ώσπου να μείνουν πίσω οι άσκοπες, πικρές σκέψεις. Μετά το αποφάσισε. Κοιτώντας από τη μια και από την άλλη πλευρά έως ότου ένα κοντινό φανάρι ελαττώσει την πυκνότητα της κίνησης, περπάτησε αποφασιστικά κάτω από τις καστανιές τις σκεπασμένες με καινούρια φύλλα, διέσχισε το δρόμο και έφτασε στην πόρτα του μουσείου, όπου δύο ναύτες με κόκκινο σιρίτι στο παντελόνι, άσπρη ζώνη και καπέλο κοίταξαν με περιέργεια το ναυτικό του σακάκι, πριν τον βάλουν να περάσει κάτω από το ανιχνευτικό τόξο για τα μέταλλα. Ένιωσε ένα μυρμήγκιασμα στο στομάχι καθώς ανέβαινε τη φαρδιά σκάλα, έστριψε δεξιά στο πλατύσκαλο και βρέθηκε μπροστά στον πάγκο του βιβλιοπωλείου του προθαλάμου, δίπλα στην τεράστια διπλή ρόδα του τιμονιού της κουβέρτας "Nautilus". Στ' αριστερά ήταν η πόρτα της διεύθυνσης και των διαφόρων υπηρεσιών, και στα δεξιά η είσοδος στις αίθουσες με τα εκθέματα. Υπήρχαν πίνακες και μακέτες πλοίων στους τοίχους, ένας ναύτης με στολή και βαριεστημένη έκφραση που καθόταν πίσω από ένα γραφείο κι ένας υπάλληλος με πολιτικά από την άλλη πλευρά του πάγκου, όπου πωλούνταν βιβλία, γκραβούρες και αναμνηστικά του μουσείου. Πέρασε τη γλώσσα στα χείλη -αισθάνθηκε αίφνης μαι τρομερή δίψα. Μετά απευθύνθηκε στον υπάλληλο με τα πολικά.

                  "Θα ήθελα τη δεσποινίδα Σότο".

            Το ξεραμένο του στόμα του βράχνιαζε τη φωνή. Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στην πόρτα αριστερά, τρέμοντας μην τη δει να εμφανίζεται εκεί, έκπληκτη και σε δύσκολη θέση. Τί στο διάβολο κάνεις εδώ και τα λοιπά. Είχε περάσει τη νύχτα ξύπνιος, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο παράθυρο, σκεφτόμενος τί θα έλεγε. Τώρα όμως όλα έσβηναν από το μυαλό του, όπως τα απόνερα ενός πλοίου. Καταπνίγοντας αυτό που τον ωθούσε να κάνει στροφή και να φύγει, στηρίχτηκε στο ένα του πόδι και μετά στο άλλο, καθώς ο άνθρωπος στον πάγκο τον μελετούσε. Ήταν μεσήλικας με χοντρά γυαλιά κι ευγενική όψη. 

                  "Την Τάνχερ Σότο;"

        Συγκατένευσε με μιαν αόριστη αίσθηση μη πραγματικότητας. Ήταν παράξενο, σκέφτηκε, ν' ακούει αυτό το όνομα από το στόμα κάποιου τρίτου. Στο κάτω κάτω όμως, κατέληξε, εκείνη είχε μια πραγματική ύπαρξη. Υπήρχαν άνθρωποι που της έλεγαν γεια, τα ξαναλέμε και όλα αυτά τα πράγματα. 

                   "Ναι" είπε. 

                Δεν ήταν παράξενο, αλλά γελοίο, σκέφτηκε ξαφνικά, αυτό το ταξίδι, και ο σάκος του στο αποσκευοφυλάκιο του σιδηροδρομικού σταθμού, η παρουσία του εκεί για να συναντήσει μια γυναίκα την οποία είχε δει δύο ώρες κάποια νύχτα, σε όλη του τη ζωή. Μια γυναίκα που ούτε καν τον περίμενε. 

                 "Σας περιμένει;"

                Σήκωσε τους ώμους.

                 "Ίσως".

             Ο άνθρωπος του πάγκου επανέλαβε σκεφτικός εκείνο το ίσως. Τον παρατηρούσε με δυσπιστία και ο Κόυ στεναχωρήθηκε που δεν είχε την ευκαιρία να ξυριστεί εκείνο το πρωί. Τα γένια του, παρόλο που τα είχε ξυρίσει το προηγούμενο βράδυ, πριν ξεκινήσει για τον σταθμό του Σαντς, είχαν αρχίσει να του σκουραίνουν το πηγούνι. Σήκωσε το χέρι για το καλύψει, αλλά συγκράτησε την κίνηση στη μέση της διαδρομής. 

                "Η κυρία Σότο έχει βγει" απάντησε ο άνθρωπος του πάγκου. 

           Ανακουφισμένος σχεδόν, ο Κόυ συγκατένευσε. Με την άκρη του ματιού του είδε ότι ναύτης του γραφείου, μισοσκυμμένος πάνω από το περιοδικό του, κοιτούσε τα παπούτσια του και το ξεβαμμένο τζην του. Ευτυχώς, σκέφτηκε, είχε αλλάξει τα άσπρα παπούτσια με κάτι παλιά μοκασίνια με ναυτική σόλα. 

               "Θα επιστρέψει σήμερα;"

       Ο άνθρωπος έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στο ναυτικό σακάκι, προσπαθώντας να καταλάβει αν εκείνο το σκούρο πανί εγγυόταν κάτι το αξιοσέβαστο στον συνομιλητή του. 

              "Μπορεί" είπε αφού το σκέφτηκε λίγο. "Δεν κλείνουμε πριν τη μία και μισή".

             Ο Κόυ κοίταξε το ρολόι του και έδειξε την πρώτη αίθουσα. Στο βάθος φαινόνταν δύο μεγάλες προσωπογραφίες του Αλφόνσου ΙΒ΄ και της Ισαβέλλας Β΄ στις δύο πλευρές μιας πόρτας που πίσω της υπήρχαν προθήκες, μοντέλα πλοίων και κανόνια.  

                "Τότε, θα περιμένω εκεί".
                " Όπως επιθυμείτε".

                "Θα με ειδοποιήσετε όταν έρθει; Ονομάζομαι Κόυ".

           Τώρα χαμογελούσε. Η απουσία της ήταν μια ευπρόσδεκτη αναβολή, που τον ηρεμούσε. Ο άνθρωπος του πάγκου έδειξε να χαλαρώνει μπροστά σ' αυτό το κουρασμένο και ειλικρινές χαμόγελο, προϊόν έξι ωρών στο τραίνο και έξι καφέδων.

                 "Φυσικά"

              Διέσχισε την αίθουσα με τις ελαστικές σόλες να απορροφούν το θόρυβο των βημάτων του πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Ο φόβος ότι η παρουσία του θα την εκνεύριζε άφηνε τη θέση του σε μια στενόχωρη αβεβαιότητα, σα να παίρνει ένα πλοίο απότομη κλίση, ν' απλώνεις το χέρι αναζητώντας ένα χερούλι, και να μη το βρίσκεις εκεί που υποτίθεται πως θα 'πρεπε να είναι. Κι έτσι, προσπάθησε να ηρεμήσει κοιτάζοντας τα αντικείμενα που υπήρχαν γύρω του. Πέρασε δίπλα από έναν τεράστιο πίνακα, ο Κολόμβος και οι άντρες του στη στεριά, δίπλα σ' ένα σταυρό, στο βάθος φλάμπουρα και το γαλάζιο της Καραϊβικής, με τους ιθαγενείς να σκύβουν μπροστά στον εξερευνητή, μη γνωρίζοντας τί τους περιμένει, κι έστριψε δεξιά, προς τις γυάλινες προθήκες με τα ναυτικά όργανα. Η συλλογή ήταν καταπληκτική, και θαύμασε τα όργανα μέτρησης του ύψους των άστρων, τα χρονόμετρα Arnold και την υπέροχη συλλογή από αστρολάβους, από οκτάντες και εξάντες του 18ου και του 19ου αιώνα, για τους οποίους αναμφίβολα θα υπήρχαν κάποιοι διατεθειμένοι να πληρώσουν πολύ περισσότερα από όσα είχε πάρει εκείνος για τον ταπεινό του Weems & Plath. 

              Υπήρχαν λίγοι επισκέπτες στο μουσείο, που ήταν πιο μεγάλο και φωτεινό απ' όσο το θυμόταν. Ένας ηλικιωμένος μελετούσε σχολαστικά ένα μακρόστενο χάρτη του Γιβραλτάρ, ένα νεαρό ζευγάρι που έμοιαζαν ξένοι κοιτούσαν τις προθήκες της αίθουσα των Ανακαλύψεων και μια ομάδα μαθητών άκουγε τις εξηγήσεις του καθηγητή της σχετικά με τη διάσωση του "San Diego". Ο έντονος κατακόρυφος φωτισμός φώτισε τον Κόυ καθώς περιδιάβαινε στο κεντρικό αίθριο. Αν δεν σκεφτόταν συνέχεια τη γυναίκα που τον είχε φέρει εκεί, θα είχε απολαύσει πραγματικά τα μοντέλα των φρεγατών και των μεγάλων επιβατικών πλοίων, που είτε παρουσιάζονταν ολόκληρα είτε με το κύτος τους κομμένο στη μέση, για να φαίνεται η σύνθετη εσωτερική αρχιτεκτονική τους. Η τελευταία του επίσκεψη στο μουσείο ήταν πριν από είκοσι χρόνια, όταν φτιαχνόταν ο περίβολος κι εκείνος έκανε τις ναυτικές του σπουδές. Παρά το χρόνο που είχε περάσει, αναγνώρισε αμέσως και με χαρά το τότε αγαπημένο του: ένα πλοίο του 18ου αιώνα με τρεις γέφυρες κι 150 κανόνια, σχεδόν τρία μέτρα μήκος το οποίο βρισκόταν σε μια γιγαντιαία γυάλινη προθήκη, ένα πλοίο που δεν όργωσε τις θάλασσες, γιατί δεν κατασκευάστηκε ποτέ. Εκείνοι ήταν ναυτικοί, σκέφτηκε, όπως και τόσες άλλες φορές είχε σκεφτεί, μελετώντας τον εξοπλισμό, τα πανιά και τα ξάρτια του πλοίου σε κλίμακα, θαυμάζοντας τα μεγάλα ιστία, που πάνω τους θα προχωρούσαν σκληροί και απελπισμένοι άντρες, κρατώντας ισορροπία σε ασταθή βαθμιδόσχοινα, αντιμετωπίζοντας το καραβόπανο μέσα σε καταιγίδες και μάχες,  με τον άνεμο και τις οβίδες να σφυρίζουν και την αμείλικτη θάλασσα χαμηλά, δίπλα στην κουβέρτα, που κουνιόταν κάτω από τα κατάρτια. Για μια στιγμή ο Κόυ αφέθηκε να βρεθεί πάνω στο πλοίο, βυθισμένος στο ονειροπόλημα μεγάλων ολονύκτιων καταδιώξεων ιστίων που είχαν τραπεί σε φυγή στον ορίζοντα -όταν δεν υπήρχαν ραντάρ, δορυφόροι ή ηλεκτρικές συσκευές, όταν τα πλοία ήταν κύπελλα που χόρευαν στο στόμα της κόλασης και η θάλασσα ένας θανάσιμος κίνδυνος'  όμως κι ένα σίγουρο καταφύγιο απέναντι σε όλα τα πράγματα, τα προβλήματα, τις ζωές που είχαν τελειώσει ή που ήταν ακόμα μπροστά, τους θανάτους που εκκρεμούσαν ή εκείνους που επέλθει και που έμεναν πίσω, στη στεριά. "Φτάνουμε πολύ αργά σ' έναν κόσμο πολύ γερασμένο" είχε διαβάσει κάποτε σε κάποιο βιβλίο. Φτάνουμε πολύ αργά, βέβαια. Φτάνουμε σε πλοία και λιμάνια και θάλασσες που είναι πολύ γερασμένα, όταν τα ετοιμοθάνατα δελφίνια φεύγουν μακριά από την πρύμνη των πλοίων, ο Κόνραντ έχει γράψει είκοσι φορές τη Γραμμή σκιάς, ο Λογκ Τζον Σίλβερ* είναι μάρκα ουίσκι και ο Μόμπι Ντικ έχει μετατραπεί στην καλή φάλαινα μιας ταινίας κινουμένων σχεδίων. 

               Δίπλα στο ακριβές αντίγραφο, σε φυσικό μέγεθος, ενός κομματιού από το κατάρτι του πλοίου "Santa Ana",  ο Κόυ διασταυρώθηκε μ' έναν αξιωματικό του πολεμικού ναυτικού. Φορούσε άψογη στολή, είχε καλό παρουσιαστικό και στις άκρες των μανικιών του έλαμπαν τα χρυσά γαλόνια του αντιπλοιάρχου. Ο αξιωματικός κοίταξε προσεχτικά τον Κόυ, που του ανταπέδωσε το βλέμμα έως ότου εκείνος στρέψει το κεφάλι κι ακουστούν τα βήματά του να απομακρύνονται στο βάθος της αίθουσας. 

            Πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά. Τουλάχιστον μία φορά κάθε λεπτό προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στα λόγια που θα έλεγε όταν εκείνη εμφανιζόταν, αν αυτό γινόταν. Και τις είκοσι φορές έπαθε εμπλοκή κι έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο, σαν να την είχε στ' αλήθεια μπροστά του, ανίκανος να ολοκληρώσει μια πρόταση με συνοχή. Βρισκόταν στην αίθουσα που ήταν αφιερωμένη στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, κάτω από μια ελαιογραφία με μια σκηνή από τη μάχη -το "Santa Ana" εναντίον του "Royal Sovereign"-, και ξαφνικά το μυρμήγκιασμα εμφανίστηκε πάλι στο στομάχι του, πυροδοτώντας του, αυτή είναι η ακριβής λέξη, μια πιεστική ανάγκη να φύγει από εκεί μέσα. Σήκωσε την άγκυρα, ανόητε, σκέφτηκε. Και φάνηκε σα να ξυπνά από ένα όνειρο και θέλησε να κατέβει άρον άρον στις σκάλες, για να βάλει το κεφάλι του κάτω από το κρύο νερό και να το ταρακουνήσει, ώσπου να φύγει η σύγχυση που βασίλευε μέσα του. Ανάθεμα τη ζωή μου, είκοσι φορές ανάθεμα, επέπληξε τον εαυτό του. Κυρία Σότο. Δεν ξέρω καν αν ζει με κάποιον άντρα ή αν είναι παντρεμένη. 

            Στράφηκε, οπισθοχωρώντας αναποφάσιστος. Τα μάτια του σταμάτησαν τυχαία στην επιγραφή μιας γυάλινης προθήκης: "Σπάθη εφόρμηση που κρατούσε ο δον Κάρλος δε λα Ρότσα στη ναυμαχία του Τραφάλγκαρ, ως κυβερνήτης του πλοίου...". Τότε, σήκωσε το βλέμμα και είδε την Τάνχερ Σότο πίσω από την πλάτη του, να καθρεφτίζεται στο γυαλί. Την είδε να στέκεται ακίνητη, σιωπηλή, χωρίς να έχει ακούσει να φτάνει, και να τον κοιτάζει με μια έκφραση μεταξύ έκπληξης και περιέργειας, το ίδιο εξωπραγματική όπως και την πρώτη φορά. Τόσο αόριστη σαν μια σκιά που ήταν κλεισμένη μέσα στη γυάλινη προθήκη και όχι έξω απ' αυτήν.