Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

ζ
Τρεις μέρες αργότερα, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του δωματίου του "La  Marítima", ο Κόυ κοιτούσε μια κηλίδα υγρασίας στον τοίχο. "Kind of Blue". Στα ακουστικά του γουόκμαν του, που μετά το "So What", απ' όπου το κοντραμπάσο γλιστρούσε γλυκά, η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις ξεκινούσε με το ιστορικό σόλο με τις δύο νότες -η δεύτερη μια οκτάβα χαμηλότερη από την πρώτη-, και ο Κόυ περίμενε, καθηλωμένος σ' εκείνο τον άδειο χώρο, την απελευθερωτική εκκένωση, το μοναδικό χτύπημα των κρουστών, την αντήχηση του πιάτου και τις τυμπανοκρουσίες που λειαίνουν το αργό μονοπάτι, το αναπόδραστο, το έκπληκτο στο μέταλλο της τρομπέτας.

        Θεωρούσε τον εαυτό του αναλφάβητο στη μουσική, αγαπούσε όμως τη τζαζ -την υπεροψία και την εφευρετικότητά της. Είχε γίνει λάτρης της στις ατέλειωτες βάρδιες της γέφυρας, όταν ταξίδευε ως ανθυποπλοίαρχος στο "Fedallah", ένα φρουτάδικο της Zoeline, του οποίου ο υποπλοίαρχος, ένας τύπος από τη Γαλικία ονόματι Νέιρα, διέθετε τις πέντε κασέτες της Smithsonian Collection με κλασική τζαζ. Περιλάμβαναν από Σκοτ Τζόπλιν και Μπιξ Μπέιντερμπεκ, έως Θελόνιους Μονκ και Ορνέτ Κόουλμαν, περνώντας από τους Άρμστρονγκ, Έλλιγκτον, Άρτ Τέιταμ, Μπίλλυ Χολλιντέυ, Τσάρλι Πάρκερ και τους άλλους. Ώρες και ώρες τζαζ, μ' ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια, κοιτώντας τη θάλασσα, ακουμπισμένος στην κουπαστή της πλώρης, τη νύχτα, κάτω από τ' αστέρια. Ο Γοροστιόλα, πρώτος μηχανικός από το Μπιλμπάο, πιο γνωστός ως Τορπιλικό Τουκουμάν, ήταν επίσης παθιασμένος μ' αυτή τη μουσική. Και οι τρεις είχαν μοιραστεί τζαζ και φιλία επί έξι χρόνια, σε μια τετραγωνική πορεία την οποία εκτελούσε το "Fedallah" -μετά πέρασαν και οι τρεις στο "Tashtego", άλλο δίδυμο πλοίο της Zoeline- με φρούτα και στάρι μεταξύ Ισπανίας, Καραϊβικής, Βόρειας Ευρώπης και νοτίων Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν μια ευτυχισμένη εποχή στη ζωή του Κόυ.

           Παρά τη μουσική από τα ακουστικά, μέσω της αυλής, που χρησίμευε και για το άπλωμα των ρούχων, έφτανε ο ήχος από το ραδιόφωνο της κόρης της ιδιοκτήτριας, που έμενε συνήθως να μελετάει ως πολύ αργά. Η κόρη της ιδιοκτήτριας ήταν μια σκυθρωπή νεαρή, ελάχιστα χαριτωμένη, στην οποία χαμογελούσε ευγενικά, δίχως ποτέ να παίρνει σε αντάλλαγμα μια κίνηση ή μια ματιά. Το "La  Marítimaήταν ένα παλιό σπίτι για ιαματικά λουτρά -1844, βεβαίωνε το πλαίσιο της πόρτας που έβλεπε στην οδό Άρκ ντελ Τεάτρε-, που είχε μετατραπεί σε φτηνή πανσιόν για ναυτικούς. Βρισκόταν ανάμεσα στο παλιό λιμάνι και την κινέζικη συνοικία, και η μητέρα της κοπέλας, μια γεμάτη κυρία με μαλλιά βαμμένα κοκκινωπά, την είχε αναμφίβολα προειδοποιήσει από πολύ μικρή για τους κινδύνους της συνηθισμένης της πελατείας, άνθρωποι άξεστοι και χωρίς ενδοιασμούς, που έκαναν συλλογή από γυναίκες σε κάθε λιμάνι όπου κατέβαιναν διψασμένοι για αλκοόλ, ναρκωτικά και λίγο ή πολύ παρθένα κορίτσια.

           Από το παράθυρο ακουγόταν θαυμάσια, μέσα από τη τζαζ του γουόκμαν,  ο Νοέλ Σότο να τραγουδά το "Noche de samba en Puerto EspañaΟ Κόυ δυνάμωσε την ένταση. Φορούσε μόνο ένα μικρό σλιπ. Πάνω στο στομάχι του είχε το βιβλίο Κυρίαρχος των θαλασσών του Πάτρικ Ο΄Μπράιαν *, ανοιχτό προς τα κάτω. Το μυαλό του όμως ταξίδευε πολύ πιο μακριά από τις ναυτικές περιπέτειες του πλοιάρχου Τζακ Όμπτρυ και του δόκτορα Στίβεν Ματιούρι. Η κηλίδα στο ταβάνι έμοιαζε με το περίγραμμα μιας ακτής, με τα ακρωτήρια και τους ορμίσκους της και ο Κόυ διέτρεχε με το βλέμμα τη φανταστική πορεία δύο πλοίων στην κιτρινωπή θάλασσα του ανέφελου ουρανού. Σκεφτόταν βέβαια εκείνην.


         

           Έβρεχε όταν βγήκαν από το "Boadas". Μια ψιλή βροχή, ελάχιστα ενοχλητική, που λούστραρε με αστραφτερά φώτα την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια και γέμιζε κουκκίδες τις δέσμες των προβολέων των αυτοκινήτων. Εκείνην δεν έδειχνε να την απασχολεί μήπως βραχεί το σουέτ σακάκι της, και είχαν περπατήσει προς τα κάτω την κεντρική λεωφόρο, ανάμεσα στα κιόσκια με τις εφημερίδες και τα περιοδικά και τα λουλουδάδικα που άρχιζαν να κλείνουν. Ένας μίμος, στωικός κάτω από το ψιλόβροχο, που σχημάτιζε ρυάκια στην άσπρη πούδρα του ακίνητου προσώπου του, του τόσο μελαγχολικού΄, που γέμιζε θλίψη όλους τους περαστικούς σε μια ακτίνα είκοσι μέτρων, τους ακολούθησε με τα μάτια όταν η γυναίκα έσκυψε για να αφήσει ένα κέρμα στο καπέλο του. Προχωρούσε όπως και προηγουμένως, κάπως προπορευόμενη και κοιτάζοντας το έδαφος στ' αριστερά της, σαν να άφηνε στον Κόυ την επιλογή να καταλάβει εκείνο το χώρο ή ν' αποσυρθεί διακριτικά. Εκείνος παρατηρούσε στα κρυφά το σκληρό της προφίλ, μέσα από τα ίσια μαλλιά, που κυμάτιζαν καθώς περπατούσε, και τα καυχησιάρικα μάτια, που στρέφονταν πότε πότε προς το μέρος του σαν προπομποί ενός σκεφτικού βλέμματος ή ενός χαμόγελου.

             Στο "Schilling" δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Ξαναζήτησε μπλε τζιν με τόνικ, ενώ εκείνη βολεύτηκε με σκέτο τόνικ. Η Εύα, η Βραζιλιάνα σερβιτόρα, σέρβιρε τα ποτά κοιτώντας τη με θράσος και μετά σήκωσε το ένα φρύδι προς την κατεύθυνση του Κόυ, χτυπώντας πάνω στον πάγκο με τα ίδια μακριά πράσινα νύχια που τρία ξημερώματα είχε μπήξει συνειδητά στη γυμνή του πλάτη. Ο Κόυ όμως πέρασε το χέρι στα βρεγμένα μαλλιά του και διατήρησε αναλλοίωτο το χαμόγελό του, πολύ γλυκό και ήρεμο, έως ότου η σερβιτόρα μουρμούρισε μπάσταρδε και χαμογέλασε με τη σειρά της, αρνούμενη ταυτόχρονα να πάρει χρήματα για το δικό του ποτό. Έπειτα από λίγο ο Κόυ και η γυναίκα πήγαν να καθίσουν σε ένα τραπέζι, απέναντι από το μεγάλο καθρέφτη που κατόπτριζε τα μπουκάλια που ήταν αραδιασμένα στον τοίχο. Εκεί συνέχισαν τη συζήτησή τους, που είχε διακοπεί. Εκείνη δεν ήταν φλύαρη. Μέχρι τότε είχε πει μόνο ότι δούλευε σ' ένα μουσείο, και πέντε λεπτά αργότερα εκείνος μπόρεσε να καταλάβει ότι επρόκειτο για το Ναυτικό Μουσείο της Μαδρίτης. Υπέθεσε ότι είχε σπουδάσει ιστορία και ότι κάποιος, ο πατέρας της ίσως, υπήρξε στρατιωτικός καριέρας. Δεν ήξερε αν σ' αυτό οφειλόταν η όψη της της καλοαναθρεμμένης κοπέλας. Διέκρινε επίσης μια συγκρατημένη αποφασιστικότητα, μια εσωτερική, κρυφή, σιγουριά που τον φόβιζε.

        Αργότερα μόνο ο Κόυ έκανε αναφορά στον τύπο με τη γκρίζα αλογοουρά, όταν περπατούσαν κάτω από τις αψίδες της πλατείας Ρεάλ. Εκείνη είχε βεβαιώσει ότι ο Ουρρούτια ήταν πολύτιμο κομμάτι, αν και όχι μοναδικό. Δεν έκανε όμως σαφές αν η αγορά έγινε για την ίδια ή για λογαριασμό του μουσείου. Είναι ένας σημαντικός ναυτικός άτλαντα, σχολίασε επιθετικά όταν εκείνος αναφέρθηκε στη σκηνή της οδού Κονσέλ δε Θέντ, και πάντα υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται γι αυτού του είδους τα πράγματα. Συλλέκτες, πρόσθεσε έπειτα από λίγο. Τέτοιος κόσμος. Μετά έγειρε λίγο το κεφάλι και ρώτησε για τη ζωή που έκανε εκείνος στη Βαρκελώνη. Ο Κόυ μίλησε για την πανσιόν "La  Marítima", για τις βόλτες του στο λιμάνι, για τα ηλιόλουστα πρωινά στον υπαίθριο χώρο του "Universal", απέναντι από τη Ναυτική Διοίκηση, όπου μπορούσε να περάσει τρεις και τέσσερις ώρες  μ' ένα βιβλίο και το γουόκμαν του με την τιμή μιας μπύρας. Μίλησε επίσης για το χρόνο που είχε μπροστά του ως τη λήξη της ποινής του, για το πόσο δυσάρεστο είναι να βρίσκεσαι στη στεριά χωρίς δουλειά και χρήματα. Εκείνη τη στιγμή νόμισε πως είδε, στην άκρη των αψίδων, να προβάλλει ο κοντός τύπος με το μουστάκι, τα μαλλιά με το τζελ και το καρρώ σακάκι που το απόγευμα ήταν στη δημοπρασία. Τον παρατήρησε μια στιγμή για να βεβαιωθεί και στράφηκε προς το μέρος της για να διαπιστώσει αν κι εκείνη είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Τα μάτια της όμως ήταν ανέκφραστα, σαν να μην έβλεπαν τίποτα το ιδιαίτερο. Όταν ο Κόυ γύρισε και ξανακοίταξε, ο ανθρωπάκος με το καρρώ σακάκι ήταν ακόμα εκεί, κόβοντας βόλτες με τα χέρια στην πλάτη και ύφος αδιάφορο.

            Βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα του "Club de la Pipa" κι εκείνος έκανε ένα γρήγορο υπολογισμό του πόσα του απέμεναν στο πορτοφόλι, συμπεραίνοντας ότι μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να την καλέσει για ένα ακόμα ποτό και ότι, στη χειρότερη περίπτωση ο Ρότζερ, ο υπεύθυνος του μαγαζιού, θα τον εμπιστευόταν. Εκείνη έδειξε να εκπλήσσεται από το ασυνήθιστο μέρος, από το κουδούνι στην πόρτα, την παλιά σκάλα και το χώρο στο δεύτερο πάτωμα, με τον περίεργο πάγκο του,  τον καναπέ και τις γκραβούρες με τον Σέρλοκ Χολμς κρεμασμένες στον τοίχο. Δεν είχε μουσική τζαζ εκείνη τη νύχτα, και στάθηκαν όρθιοι μπροστά στον άδειο πάγκο, καθώς ο Ρότζερ έλυνε ένα σταυρόλεξο στην άλλη άκρη. Εκείνη θέλησε να δοκιμάσει το μπλε τζιν και είπε πως της άρεσε το άρωμά του. Σε λίγο δήλωσε γοητευμένη από το χώρο και πρόσθεσε ότι ποτέ δεν είχε φανταστεί πως υπήρχε στη Βαρκελώνη ένα τέτοιο μέρος. Ο Κόυ είπε πως ήταν έτοιμοι να το κλείσουν, γιατί οι γείτονες διαμαρτύρονταν για το θόρυβο και τη μουσική.  Πατούσαν σ' ένα πλοίο που βρισκόταν καθ' οδόν προς διάλυση. Σ' εκείνην είχε μείνει μια σταγονίτσα τζιν στην άκρη του στόματος, κι αυτός σκέφτηκε πως δυστυχώς είχε μόνο τρία ποτά στο στομάχι του, γιατί με ένα δυο ακόμα θα είχε απλώσει το χέρι για να τη σκουπίσει με τα δάχτυλά του. Η γυναίκα δε φαινόταν απ' αυτές που αφήνουν να τους σκουπίσει κάτι ένας ναυτικός που μόλις γνώρισαν και τον οποίον κοιτούν μ' ένα μείγμα επιφύλαξης, ευγένειας κι εμπιστοσύνης. Τότε, εκείνος τη ρώτησε το όνομά της, κι αυτή χαμογέλασε πάλι -έπειτα από λίγες στιγμές αυτή τη φορά, σαν να είχε χρειαστεί να πάει μακριά για να το κάνει- και τα μάτια της καρφώθηκαν σ' εκείνα του Κόυ, ή μάλλον καρφώθηκαν κυριολεκτικά για ένα ατέλειωτο και γεμάτο ένταση δευτερόλεπτο, και του είπε το όνομά της. Εκείνος σκέφτηκε πως ήταν ένα όνομα μοναδικό, όπως και η εμφάνισή της, ένα όνομα που ωστόσο της ταίριαζε καλά και που το πρόφερε μία φορά με δυνατή φωνή, αργά,  όταν από τα χείλη της δεν είχε σβήσει το απόμακρο χαμόγελο. Ο Κόυ ζήτησε μετά ένα τσιγάρο από το Ρότζερ για να της το προσφέρει, εκείνη όμως δεν ήθελε να καπνίσει άλλο. Κι όταν την είδε να φέρνει το ποτήρι στο στόμα και διέκρινε μέσ' από το γυαλί τα άσπρα της δόντια, με τον πάγο να τα αγγίζει μ' ένα υγρό κροτάλισμα, κατέβασε το βλέμμα ως την ασημένια αλυσίδα που γυάλιζε λίγο στον ανοιχτό λαιμό του πουκαμίσου της, πάνω στο δέρμα που μ' εκείνο το φως έδειχνε πιο ζεστό από ποτέ, κι αναρωτήθηκε αν κανείς άντρας είχε ποτέ μετρήσει όλες αυτές τις φακίδες. Αν τις είχε μετρήσει δίχως βιασύνη, μία μία, με κατεύθυνση προς το νότο, όπως θα ήθελε κι ο ίδιος να κάνει. Τότε ήταν που, καθώς σήκωσε τα μάτια, διαπίστωσε ότι εκείνη είχε ερμηνεύσει το βλέμμα του, κι ένιωσε ένα χτύπο λιγότερο στην καρδιά του όταν την άκουσε να λέει πως ήταν ώρα να φύγουν.  

2 σχόλια:

  1. Χρόνια πολλά μέρα που είναι εύχομαι!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χρόνια πολλά!
      επιτέλους μ έκαψε ο ήλιος.
      Σαν Κυριακή σήμερα...
      καλό βράδυ Leviathan.

      Διαγραφή