Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Ο Κόυ δεν ήταν καμιά ιδιοφυΐα. Διάβαζε πολύ -μόνο όμως για τη θάλασσα. Ωστόσο είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια ανάμεσα σε γιαγιάδες, θείες και ξαδέλφες, στις ακτές άλλης θάλασσας, κλειστής και παλιάς, σε μια από αυτές τις μεσογειακές πόλεις όπου επί χιλιάδες χρόνια οι μαυροφορεμένες γυναίκες μαζεύονται το δειλινό για να μιλήσουν χαμηλόφωνα και να παρατηρήσουν σιωπηλά τους άντρες.όλα αυτά του είχε αφήσει ένα μοιρολατρικό αταβισμό, κάποιους συλλογισμούς και πολλές διαισθήσεις. Και τώρα, απέναντι από την Τάνχερ Σότο σκεφτόταν τη γυναίκα της γολέτας. Στο κάτω κάτω, είπε από μέσα του, ίσως και η μία και η άλλη να είναι η ίδια, και η ζωή των αντρών να στρέφεται πάντα γύρω από μία μόνο γυναίκα: Εκείνη που χειρίζεται τη σιωπή όπως κανείς, ίσως γιατί είναι μια γλώσσα που τη μιλάει στην εντέλεια επί αιώνες. Εκείνη που κατέχει τη σοφή διαύγεια φωτεινών πρωινών, κοκκινωπών δειλινών και θαλασσών στο χρώμα του κοβαλτίου, μετριοπάθεια γεμάτη στωικισμό, άπειρη μελαγχολία και κούραση, πράγματα για τα οποία -ο Κόυ είχε αυτή την παράξενη βεβαιότητα- δεν αρκεί μία μόνο ύπαρξη. Ήταν αναγκαίο, επιπλέον και κυρίως, να είναι κανείς θηλυκό, γυναίκα, για να κοιτάξει με τέτοιο μείγμα πλήξης, σοφίας και κούρασης. Για να διαθέτει αυτή την οξεία διεισδυτικότητα, όπως ένα φύλλο ατσαλιού, που είναι αδύνατον να τη μάθεις ή να τη μιμηθείς, φτιαγμένη από τη μακρά γενετική μνήμη αναρίθμητων ζωών, καθώς ταξίδευε σαν λάφυρο στο αμπάρι κοίλων και μαύρων πλοίων, με τους μηρούς ματωμένους ανάμεσα σε ερείπια που καπνίζουν και πτώματα, υφαίνοντας και ξευφαίνοντας τάπητες για ατελείωτους χειμώνες, γεννώντας άντρες για καινούριες Τροίες και περιμένοντας την επιστροφή εξαντλημένων ηρώων, θεών με πόδια από πηλό, τους οποίους ενίοτε αγαπούσε, συχνά φοβόταν και σχεδόν πάντα, αργά ή γρήγορα, απέρριπτε. 

"Θες κι άλλο πάγο;" 

Αρνήθηκε με το κεφάλι. Υπάρχουν γυναίκες, συμπέρανε σχεδόν έντρομος, που κοιτούν έτσι από τότε που γεννιούνται. Που κοιτούν όπως εκείνη τη στιγμή κοιτούσαν εκείνον στο μικρό σαλόνι του σπιτιού, που τα παράθυρά του έβλεπαν στη λεωφόρο Ινφάντας Ισαβέλλας και στο φωτισμένο κτίριο, από τούβλο και γυαλί, του σταθμού της Ατότσα. Θα σου διηγηθώ μια ιστορία, είχε πει εκείνη με το που άνοιξε την πόρτα, κλείνοντάς την πίσω του πριν τον οδηγήσει στο σαλόνι, το οποίο φυλασσόταν από ένα λαμπραντόρ με κοντό χρυσαφένιο τρίχωμα, που τώρα βρισκόταν κοντά στον Κόυ και τον κοιτούσε σταθερά με τα σκούρα, μελαγχολικά του μάτια. Θα σου διηγηθώ μια ιστορία ναυαγίων και χαμένων πλοίων -είμαι σίγουρη ότι σου αρέσουν αυτού του είδους οι ιστορίες- κι εσύ δεν θ' ανοίξεις το στόμα σου πριν εγώ τελειώσω τη διήγηση. Δε θα με ρωτήσεις αν είναι πραγματική ή φανταστική, ούτε τίποτ' άλλο, θα είσαι συνεχώς αμίλητος, πίνοντας αυτό το σκέτο τόνικ, γιατί λυπάμαι, αλλά πρέπει να σου πω ότι δεν έχω τζιν στο σπίτι μου, ούτε μπλε ούτε κανενός άλλου χρώματος. Μετά θα σου κάνω τρεις ερωτήσεις, στις οποίες θα μου απαντήσεις με ένα ναι ή με ένα όχι. Έπειτα θα σε αφήσω να μου κάνεις μία ερώτηση, μία μόνο, που θα είναι αρκετή γι' αυτή τη νύχτα, πριν επιστρέψεις στο ξενοδοχείο σου για να κοιμηθείς.... Αυτό θα είναι όλο. Σύμφωνοι; 

Ο Κόυ είχε απαντήσει χωρίς να διστάσει, σύμφωνοι, λίγο σαστισμένος, αλλά παίρνοντας το θέμα με αρκετή ψυχραιμία. Κάθισε εκεί που του υπέδειξε εκείνη, σ' ένα καναπέ ντυμένο με μπεζ ύφασμα, πάνω σ' ένα ωραίο χαλί, στο σαλόνι με τους άσπρους τοίχους, όπου επίσης υπήρχαν μια σιφονιέρα, ένα τραπεζάκι κάτω από ένα φωτιστικό, μια τηλεόραση με βίντεο, μερικές καρέκλες, μια φωτογραφία σε μια κορνίζα, ένα τραπέζι με υπολογιστή δίπλα σε μια βιβλιοθήκη γεμάτη βιβλία και χαρτιά, κι ένα στερεοφωνικό, από τα μεγάφωνα του οποίου ο Παβαρότι -ίσως και να μην ήταν ο Παβαρότι- τραγουδούσε κάτι σαν το "Caruso". έριξε ένα βλέμμα στις ράχες των βιβλίων: Οι ιησουίτες και η ανταρσία του Εσκιλάτσε, Ιστορία της τέχνης και της επιστήμης της ναυσιπλοΐας, Οι υπουργοί του Καρόλου Γ΄, Εφαρμογές της ιστορικής χαρτογραφίας, Mediterannean Spain Pilot, Θαλασσοπόροι και ναυάγια, Κατάλογος της ιστορικής χαρτογραφίας της Ισπανίας του Ναυτικού Μουσείου, Οδηγός των ακτών της Ισπανίας στη Μεσόγειο... Υπήρχαν επίσης μυθιστορήματα και λογοτεχνία γενικού ενδιαφέροντος : Ίζακ Ντίνεζεν, Τζουζέπε Τομάζι ντι Λαμπετούζα, Ναμπόκωφ, Λώρενς Ντάρρελ -το Κουαρτέτο του λόφου του Μουγιάνο-, το Πράσινη φωτιά κάποιου Πήτερ Ράινερ, Ο καθρέφτης της θάλασσας του Τζόζεφ Κόνραντ και πολλά ακόμη. Ο Κόυ δεν είχε διαβάσει ούτε ένα απ' αυτά, εκτός από εκείνο του Κόνραντ. Την προσοχή του τράβηξε ένα βιβλίο στα αγγλικά, με τίτλο παρόμοιο με αυτόν της ταινίας Το γεράκι της Μάλτας. Ήταν ένα μεταχειρισμένο αντίτυπο, παλιό, και στο κιτρινισμένο εξώφυλλο υπήρχε ένα μαύρο γεράκι κι ένα γυναικείο χέρι που επιδείκνυε νομίσματα και κοσμήματα.

"Είναι η πρώτη έκδοση' είπε η Τάνχερ βλέποντάς τον να το παρατηρεί. "Τυπώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, το 1930, και πουλιόταν δυο δολλάρια".

Ο Κόυ άγγιξε το βιβλίο. " By Dashiell Hammet" έλεγε στο εξώφυλλο. "Author of The Dain Curse"  

"Έχω δει την ταινία".


"Φυσικά. όλος ο κόσμος την έχει δει". Η Τάνχερ έδειξε ένα ράφι. " Ο Σαμ Σπέιντ φταίει που για πρώτη φορά υπήρξα άπιστη στον Κάπτεν Χάντοκ".

Στο ράφι, λίγο ξέχωρα από τα υπόλοιπα, ήταν κάτι που έμοιαζε με πλήρη συλλογή των περιπετειών του Τεν τέν. Δίπλα στις χάρτινες ράχες των τευχών, που ήταν λεπτά και ψηλά, είδε ένα μικρό βαθουλωμένο ασημένιο κύπελλο και μια καρτ ποστάλ. Αναγνώρισε το λιμάνι της Αμβέρσας, με τον καθεδρικό στο βάθος. Από το κύπελλο έλειπε ένα χερούλι.

"Τα διάβαζες μικρός;... "

Εκείνος συνέχιζε  να κοιτάζει το ασημένιο κύπελλο. "Βραβείο Κολύμβησης Κορασίδων, 19...". ήταν δύσκολο να διαβαστεί η χρονολογία.

"Όχι" είπε. "Τα ξέρω όμως, ίσως και να 'χω ξεφυλλίσει κανένα, νομίζω. Ένας αερόλιθος που πέφτει στη θάλασσα".

"Το μυστηριώδες άστρο".

"Αυτό θα 'ναι".

Το διαμέρισμα δεν ήταν πολυτελές, πάντως πάνω από το μέσο όρο, με δερμάτινα μαξιλάρια καλής ποιότητας κι έναν αυθεντικό πίνακα στον τοίχο, μια παλιά ελαιογραφία σε οβάλ πλαίσιο, με τοπίο ενός ποταμού με μια βάρκα αρκετά αποδεκτή -παρότι είχε,  εκτίμησε, λίγα πανιά για κείνο το ποτάμι κι εκείνο τον άνεμο- και καλόγουστες κουρτίνες στα παράθυρα, που έβλεπαν στο δρόμο. Η κουζίνα, από την οποία εκείνη είχε φέρει το τόνικ, το πάγο και δυο ποτήρια, είχε καθαρή εμφάνιση, με ένα φούρνο μικροκυμάτων, ένα ψυγείο, ένα τραπέζι και σκαμπώ από σκούρο ξύλο. Ήταν ντυμένη όπως και το πρωί, με μια βαμβακερή μπλούζα αντί για πουκάμισο, και δεν φορούσε παπούτσια. Τα πόδια, μέσα στο μαύρο καλσόν, κινούνταν αθόρυβα στο σπίτι, όπως αυτά μιας μπαλαρίνας, με το λαμπραντόρ σε αναμονή σε κάθε της βήμα. Ο κόσμος δε μαθαίνει να κινείται έτσι, σκέφτηκε ο Κόυ. Αυτό δε μαθαίνεται συνειδητά, ποτέ. Κινείται κανείς ή δεν κινείται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Μια γυναίκα αισθάνεται, μιλάει, περπατά, σκύβει το κεφάλι ή ανάβει τσιγάρο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μερικοί μαθαίνονται, άλλοι όχι. Τρόποι και τρόποι. Κανένας όμως δεν μπορεί να υπερβεί καθορισμένα όρια, ακόμα και να το προσπαθήσει, αν δεν το έχει μέσα του. Καθορισμένοι τρόποι. Κινήσεις. Στυλ.

"Ξέρεις τίποτα από ναυάγια;"

Η ερώτηση άλλαξε τη σκέψη του και τον έκανε να γελάσει αθόρυβα, με τη μύτη μέσα στο ποτήρι. 

"Δε ναυάγησα ποτέ, αν αυτό εννοείς... Δώσε μου όμως χρόνο".

Εκείνη συνοφρυώθηκε, αδιάφορη για την ειρωνεία.

"Μιλάω για παλιά ναυάγια". Εξακολουθούσε να το κοιτάζει στα μάτια. "Για πλοία βυθισμένα από καιρό".


Έπιασε τη μύτη του πριν απαντήσει ότι όχι και πολλά. Είχε διαβάσει σχετικά, βέβαια. Και είχε βουτήξει σε κάποιο απ' αυτά. Ήξερε επίσης ιστορίες που διηγούνται μεταξύ τους οι ναυτικοί.

"Έχεις ακούσει ποτέ να μιλάνε για το "Dei Gloria" ;"

Σκέφτηκε για μια στιγμή. Το όνομα του ήταν άγνωστο. 

"Ένα ιστιοφόρο με δέκα κανόνια" είπε εκείνη. "Βυθίστηκε απέναντι από τις νοτιοανατολικές ακτές της Ισπανίας στις 4 Φεβρουαρίου του 1767".

Ο Κόυ άφησε το ποτήρι του στο χαμηλό τραπεζάκι, και η κίνηση έκανε το σκύλο να πάει να του γλείψει το χέρι.

"Έλα δω, Θας" είπε η Τάνχερ. "Μη τον ενοχλείς".

Ο σκύλος δεν πτοήθηκε. Παρέμεινε δίπλα στον Κόυ, δίνοντάς του γλειφιές, αρφ, αρφ, κι εκείνη έκρινε αναγκαίο να διακαιολογηθεί. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν δικό της, είπε. ήταν μιας φιλής με την οποία μοιραζόταν το διαμέρισμα. Η φίλη όμως αναγκάστηκε να πάει πριν δυο μήνες σε άλλη πόλη, λόγω δουλειάς, και τώρα ταξιδεύει όλη την ώρα. Η Τάνχερ είχε κληρονομήσει το μισό σπίτι και τον Θας.

"Δεν πειράζει" είπε ο Κόυ. "Μου αρέσουν τα σκυλιά".

Ήταν αλήθεια. Ιδιαίτερα τα κυνηγόσκυλα, που είναι συνήθως πιστά και ήσυχα. Για μια εποχή, στα παιδικά του χρόνια, είχε ένα κανελί σέτερ που κοιτούσε όπως αυτό. Είχε κι ένα μπασταρδόσκυλο που είχε ανεβεί στο "Daggoo IV" στη Μάλαγα κι έμεινε στο πλοίο έως ότου το άρπαξε ένα κύμα. Χάιδεψε το Θας πίσω από τ' αυτιά αφηρημένος, και ο σκύλος έμεινε κοντά στο χέρι του κουνώντας χαρούμενα την ουρά του. Αρφ. 



Τότε, η Τάνχερ διηγήθηκε την ιστορία του χαμένου πλοίου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου