Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

γ

Πέντε λεπτά αργότερα ο Κόυ βγήκε στο δρόμο. Η λάμψη της πόλης φώτιζε τα σύννεφα, που έτρεχαν προς τα νοτιοανατολικά πάνω στο σκοτεινό ουρανό. Κατάλαβε πως θα άλλαζε ο άνεμος και ίσως να έβρεχε εκείνη τη νύχτα. Στεκόταν μπροστά σε μια πόρτα, με τα χέρια στις τσέπες του σακακιού του, και σκεφτόταν αν θα περπατούσε προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά' αν δηλαδή θα τσιμπούσε κάτι σ' ένα κοντινό μπαρ ή αν θα έκανε μια βόλτα ως τη πλατεία Ρεάλ και θα έπινε δύο μπλε τζιν με πολύ τόνικ. Ή ίσως ένα, επανόρθωσε γρήγορα καθώς θυμήθηκε την αξιοθρήνητη κατάσταση του πορτοφολιού του. Υπήρχε λίγη κίνηση στο δρόμο και, μέσα από τα φύλλα των δέντρων μια μακριά σειρά από φανάρια περνούσε από το πορτοκαλί στο κόκκινο ως εκεί που έφτανε το βλέμμα. Αφού σκέφτηκε για δέκα δευτερόλεπτα, ακριβώς τη στιγμή που το τελευταίο φανάρι έγινε κόκκινο και το πιο κοντινό πάλι πράσινο, άρχισε να περπατά προς τα δεξιά. Ήταν το πρώτο λάθος εκείνης της νύχτας. 

           ΝΚΤΣ: Νόμος των Καθόλου Τυχαίων Συναντήσεων. Βασισμένος στο γνωστό νόμο του Μέρφι - που πολλά γεγονότα τον είχαν επιβεβαιώσει τον τελευταίο καιρό -, ο Κόυ είχε την τάση να ορίζει, για εσωτερική κατανάλωση, μια σειρά από γραφικούς νόμους, που τους βάφτιζε με απόλυτη τεχνική επισημότητα. ΝΧΠΑ: Νόμος που Χορεύεις με την Πιο Άσχημη, για παράδειγμα' ή ΝΦΒΠΠΜΣ: Νόμος της Φρυγανιάς με Βούτυρο που Πάντα Πέφτει Μέσα στο Στόμα κι άλλες αρχές, λίγο πολύ εφαρμόσιμες στις τελευταίες άτυχες περιόδους της ζωής του. Δεν ωφελούσαν πουθενά - εκτός από το να τον κάνουν μερικές φορές να χαμογελάει. Να χαμογελάει με τον εαυτό του. Ανεξάρτητα από τα χαμόγελα όμως, ο Κόυ ήταν πεπεισμένος ότι στην περίεργη τάση του σύμπαντος, όπως και στην τζαζ - την οποίας ήταν λάτρης -, υπήρχαν τυχαιότητες και αυτοσχεδιασμοί τόσο μαθηματικά ακριβείς, που αναρωτιόταν αν ήταν κάπου γραμμένοι. Σ' αυτό βάσιζε τον πρόσφατα διατυπωμένο νόμο ΝΚΤΣ. Γιατί, καθώς πλησίαζε τη γωνία, είδε πρώτα ένα γκρι, μεταλλικό αυτοκίνητο μεγάλο, παρκαρισμένο κολλητά στο πεζοδρόμιο, με μια από τις πόρτες του ανοικτή. Μετά, στο φως ενός φαναριού, κατάφερε να δει λίγο πιο μακριά έναν άντρα που συνομιλούσε με μια γυναίκα. Αναγνώρισε πρώτα τον άντρα, που ήταν γυρισμένος προς το μέρος του. Κι έπειτα από δυο βήματα μπόρεσε να διακρίνει τις θυμωμένες κινήσεις του και κατάλαβε ότι φιλονικούσε με τη γυναίκα, που τώρα πια δεν έκρυβε το φανάρι, και ήταν ξανθιά, με τα μαλλιά κομμένα κομμένα πολύ κοντά στον αυχένα, μ' ένα σουέτ σακάκι και μια σκούρα φούστα. Αισθάνθηκε ένα μυρμήγκιασμα στο στομάχι καθώς γελούσε από μέσα του έκπληκτος. Μερικές φορές, σκέφτηκε, η ζωή από σαφώς απρόβλεπτη γίνεται προβλέψιμη. Δίστασε λίγο πριν προσθέσει : ή το αντίθετο. Μετά υπολόγισε την πορεία του. Αν ήταν σε κάτι συνηθισμένος, αυτό ήταν να μπορεί να εκτιμά από ένστικτο τέτοιου είδους πράγματα. Αν και την τελευταία φορά που είχε ασχοληθεί με τη χάραξη ρότας - ακριβώς έτσι, ρότας -, είχε οδηγηθεί κατευθείαν στο ναυτικό δικαστήριο. Εν πάσει περιπτώσει, άλλαξε κατά δέκα μοίρες την πορεία του, ώστε να περάσει όσο πιο κοντά  γινόταν από το ζευγάρι. Αυτό ήταν το δεύτερο λάθος του: Είχε χάσει την κοινή σε ναυτικό αίσθηση που τον συμβουλεύει ώστε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας απέναντι σε κάθε ακτή ή σε κάθε κίνδυνο. 


δ

Τον άντρα με τη γκρίζα αλογοουρά τον έβλεπε οργισμένο. Στην αρχή δεν κατάφερε ν' ακούσει τί έλεγε, γιατί μιλούσε χαμηλόφωνα. Παρατήρησε όμως ότι είχε σηκωμένο το ένα χέρι και έδειχνε με το δάχτυλο τη γυναίκα, που στεκόταν ακίνητη μπροστά του. Το δάχτυλο τη χτύπησε τελικά στον ώμο με θυμό και βία, κι εκείνη οπισθοχώρησε ένα βήμα, σα να είχε τρομάξει. 
          
          "...τις συνέπειες" κατάφερε ν' ακούσει ο Κόυ. "Καταλαβαίνετε; Όλες τις συνέπειες". 

           Σήκωνε το δάχτυλο σα να ήθελε να της δώσει κι άλλο χτύπημα, εκείνη απομακρύνθηκε ακόμα ένα βήμα και ο τύπος φάνηκε να το σκέφτεται καλύτερα, γιατί αυτό που έκανε ήταν να την αρπάξει από το μπράτσο, ίσως όχι με βίαιο τρόπο, αλλά πειστικό, πειθαναγκαστικό. Φαινόταν όμως τόσο οργισμένος, που η γυναίκα, καθώς αισθάνθηκε το χέρι του στο μπράτσο της, τινάχτηκε τρομαγμένη και οπισθοχώρησε κι άλλο, ξεγλιστρώντας του  Τότε , ο άντρας θέλησε να την ξαναρπάξει, αλλά δεν μπόρεσε, γιατί ο Κόυ ήταν πια ανάμεσά τους και τον κοιτούσε από πολύ κοντά. Ο άλλος έμεινε με το χέρι στον αέρα, ένα χέρι με δάχτυλα που έλαμπαν στο φως του φαναριού, και με το στόμα ανοιχτό, γιατί εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να πει κάτι στη γυναίκα ή γιατί δεν ήξερε από πού ξεφύτρωσε αυτός ο τύπος με το ναυτικό σακάκι, τα αθλητικά παπούτσια, με τους φαρδιούς ώμους και τα πλατιά και δυνατά χέρια, που κρέμονταν με ψεύτικη ατημελησιά στο πλάι πάνω στο φθαρμένο τζην παντελόνι. 

          "Συγνώμη;' είπε ο άντρας με την αλογοουρά. Είχε μια κάπως απροσδιόριστη προφορά, μεταξύ Ανδαλουσιάνου και ξένου. Κοιτούσε έκπληκτος και παραξενεμένος τον Κόυ, σα να προσπαθούσε κάπου να τον εντάξει, χωρίς επιτυχία. Το ύφος του δεν ήταν πια οργισμένο αλλά κατάπληκτο κυρίως όταν συνειδητοποίησε ότι ο εισβολέας του ήταν άγνωστος. Ήταν πιο ψηλός από τον Κόυ - όπως ήταν σχεδόν όλοι εκείνη τη νύχτα - κι αυτός το είδε να ρίχνει μια ματιά από πάνω του, προς μεριά της γυναίκας, σα να περίμενε μιαν εξήγηση γι αυτήν την αλλαγή προγράμματος..Ο Κόυ δεν μπορούσε να τη δει, καθώς παρέμενε πίσω του ακίνητη κι αμίλητη. 

          "Τί διάβολο...;' άρχισε να λέει αυτός με την αλογοουρά, αλλά σταμάτησε απότομα, με το πρόσωπο να έχει πάρει ένα τόσο πένθιμον ύφος, σα να του είχαν ανακοινώσει κάτι πολύ δυσάρεστο. Όρθιος μπροστά του, με το στόμα κλειστό και τα χέρια να κρέμονται στο πλάι, ο Κόυ υπολόγιζε τις πιθανότητές του. Παρά την οργή του, ο άλλος είχε καλλιεργημένη φωνή. Φορούσε ακριβό κοστούμι, γραβάτα και γιλέκο,  καλά παπούτσια, και στο αριστερό χέρι, αυτό με τα δαχτυλίδια, έλαμπε ένα πανάκριβο χρυσό ρολόι με υπερμοντέρνο σχέδιο. Αυτός ο τύπος σηκ΄'ωνειο δέκα κιλά χρυσάφι κάθε φορά που δένει τη γραβάτα του, σκέφτηκε ο Κόυ. Ήταν κομψός, με αθλητική όψη, όχι όμως από ατούς που πλακώνονται στο ξύλο στη μέση του δρόμου, κοντά στην πόρτα του οίκου "Claymore". 

          Εξακολουθούσε να μη βλέπει τη γυναίκα, που ήταν πάντα πίσω του, αισθανόταν όμως το βλέμμα της. Ελπίζω τουλάχιστον, σκέφτηκε, να μη φύγει τρέχοντας και να βρει χρόνο να μου πει ευχαριστώ, αν δεν μου σπάσουν τα μούτρα. Ακόμα κι αν μου τα σπάσουν. Μπροστά του, ο άντρας με την αλογοουρά κοιτούσε στ' αριστερά του, προς τη βιτρίνα ενός καταστήματος ρούχων, σα να έλπιζε πως κάποιος θα έβγαινε από εκεί με μιαν εξήγηση μέσα σε μια σακούλα Αρμάνι. Στο φως του φαναριού και της βιτρίνας, ο Κόυ διαπίστωσε ότι είχε σκούρα καστανά μάτια. Αυτό του έκανε εντύπωση λίγο, γιατί στη δημοπρασία τα θυμόταν πράσινα. Μετά ο άλλος στράφηκε προς την αντίθετη πλευρά προς τη λεωφόρο, και ο Κόυ μπόρεσε να διαπιστώσει ότι είχε δίχρωμα μάτια, καστανό το δεξί, πράσινο το αριστερό - όπως τα διαφορετικά φανάρια στις δύο πλευρές των πλοίων. Είδε επίσης κάτι πιο ανησυχητικό από το χρώμα των ματιών του: η ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου, ενός τεράστιου Audi, φώτιζε το εσωτερικό, απ' όπου η γραμματέας παρακολουθούσε τη σκηνή καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Φώτιζε επίσης και τον οδηγό, ένα σωματώδη τύπο μα σγουρά μαλλιά, ντυμένο με κοστούμι και γραβάτα, που εκείνη τη στιγμή άφηνε το κάθισμα για να βγει στο πεζοδρόμιο. Δεν ήταν κομψός, ούτε έδειχνε να έχει καλλιεργημένη φωνή, όπως ο άντρας με την αλογοουρά. Η μύτη ήταν πλακουτσωτή, όπως των μποξέρ, και το πρόσωπο έμοιαζε σα να είχε ραφτεί και ξαναραφτεί μισή ντουζίνα φορές, με μερικά κομμάτια να έχουν ωστόσο μείνει απέξω. Είχε όψη Βέρβερου. Ο Κόυ θυμόταν να έχει δει παρόμοιους τύπους να κάνουν τους πορτιέρηδες σε μπουρδέλα της Βυρηττού ή σε μπαρ στον Παναμά. Συνήθιζαν να έχουν τον αυτόματο σουγιά στη δεξιά κάλτσα.

          Όλα αυτά δε θα έχουν καλό τέλος, σκέφτηκε παραιτημένος. ΝΠΧΛΚ : Νόμος της Πολλής Χασούρας και του Λίγου Κέρδους.. Αυτού θα του έσπαγαν κανά δυο κόκαλα, ενώ στο μεταξύ η κοπέλα θα έφευγε τρέχοντας, όπως η Σταχτοπούτα ή η Χιονάτη - ο Κόυ πάντα μπέρδευε αυτά τα δύο παραμύθια, γιατί δεν περιείχαν πλοία -, χωρίς να την ξαναδεί ποτέ. Προς το παρόν όμως παρέμενε εκεί, κι αυτός αισθανόταν τα μπλε μάτια με τις σκούρες ανταύγειες, ή ίσως το αντίθετο, θυμήθηκε, σκούρα με μπλε ανταύγειες. Τα αισθανόταν καρφωμένα στην πλάτη του. Ε'ιχε αρκετό γούστο, να κινδυνεύει να τον τσακίσουν για μια γυναίκα την οποία είχε δει από μπροστά μόνο για δύο δευτερόλεπτα. 

       "Γιατί ανακατεύεστε σε θέματα που δε σας αφορούν;" ρώτησε ο άντρας με την αλογοουρά.

         Ήταν μια καλή ερώτηση. Ο τόνος της φωνής του δεν ήταν πια οργισμένος αλλά σοβαρός, πολύ περισσότερο ήρεμος και γεμάτος περιέργεια. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε στον Κόυ, που δε σταματούσε να κοιτάζει τον οδηγό με την άκρη του ματιού του. 

             " Για όνομα του Θεού" συνέχισε ο άλλος βλέποντάς τον να σωπαίνει. "Φύγετε από δω".
Τώρα κι αυτή θα πει το ίδιο, σκέφτηκε ο Κόυ. Τώρα θα συμφωνήσει μ' αυτό το υποκείμενο και θα ρωτήσει ποιος σου είπε να χώσεις τη μύτη σου, θα σου ζητήσει να φύγεις και να μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν. Κι εσύ θα τραυλίσεις μια δικαιολογία με τ' αυτιά κατακόκκινα, θα στρίψεις στη γωνιά και θα κόψεις τις φλέβες σου, τόσο βλάκας είσαι. Τώρα εκείνη θα πει ότι... 

          Η γυναίκα όμως δεν είπε τίποτα. Ήταν τόσο σιωπηλή όσο κι ο Κόυ. Σαν να μην ήταν ακόμα εκεί, σα να είχε φύγει πριν από λίγο. Κι εκείνος παρέμεινε ήρεμος, χωρίς να βγάζει άχνα, ανάμεσά τους, κοιτάζοντας τα δίχρωμα μάτια που είχε απέναντί του,. Ίσως ο τύπος με την αλογοουρά είχε την ίδια γνώμη, γιατί τον κοιτούσε σκεφτικός. Στο τέλος ο Κόυ πίστεψε πως διέκρινε αβεβαιότητα στα δίχρωμα μάτια του. 
         
          "Τί έγινε λοιπόν;" είπε ο άλλος. "Μας προέκυψε ένας ήρωας δεύτερης κατηγορίας;"

         Ο Κόυ συνέχιζε να τον κοιτάζει χωρίς να βγάζει άχνα. Αν κινηθώ γρήγορα, σκεφτόταν, θα μπορούσα να του δώσω μια κλωτσία, πριν δοκιμάσω την τύχη μου με τον Βέρβερο. Το θέμα είναι εκείνη. Αναρωτιέμαι τί στο καλό θα κάνει εκείνη. 

         Ο άντρας με την αλογοουρά ξεφύσηξε απότομα, κάτι σαν εκπνοή που έμοιαζε με ξινό και υπερβολικό γέλιο. 
         "Αυτό είναι γελοίο" είπε. 
     Έμοιαζε πραγματικά μπερδεμένος με την όλη κατάσταση. Ο Κόυ σήκωσε αργά τυ αριστερό του χέρι για να ξύσει τη μύτη του που τον έτρωγε. Πάντα το έκανε αυτό όταν σκεφτόταν. Με το γόνατο, σκεφτόταν. Θα πω κάτι για ν' αφαιρεθεί και θα του δώσω μια στ' απαυτά του. Το πρόβλημα είναι ο άλλος που θα έρθει προετοιμασμένος και με πολύ άγριες διαθέσεις. 

      Ένα ασθενοφόρο πέρασε από το δρόμο βγάζοντας πορτοκαλί κάμψεις. Με τη σκέψη ότι σε λίγο θα χρειαζόταν ένα και για τον ίδιο, ο Κόυ έριξε μια ματιά γύρω του χωρίς όμως να βρει κάτι για να πιαστεί κι έτσι, πλησίασε τα δάχτυλα στην τσέπη του παντελονιού του, αγγίζοντας με τον αντίχειρα τον όγκο των κλειδιών της πανσιόν. Θα μπορούσε να χαρακώσεις το πρόσωπο του οδηγού με τα κλειδιά, όπως είχε κάνει μ' ένα μεθυσμένος Γερμανό στην πόρτα του κλαμπ "Mamma Silvana de la Spezia", γεια σου και αντίο, όταν τον είδε να ορμά καταπάνω του. Γιατί σίγουρα αυτός ο πουτάνας γιος θα ορμούσε καταπάνω του.

           Τότε, ο άντρας που βρισκόταν μπροστά του σήκωσε το ένα χέρι στο μέτωπο και προς τα πίσω, σα να ήθελε να ισιώσει περισσότερο τα μαλλιά που ήταν πιασμένα στην αλογοουρά, πριν κουνήσει το κεφάλι πέρα δώθε. Είχε ένα παράξενο και πονεμένο χαμόγελο στο στόμα, και ο Κόυ κατέληξε ότι του άρεσε πολύ περισσότερο όταν ήταν σοβαρός.
"Θα έχετε νέα μου' είπε στη γυναίκα πάνω από τον ώμο του Κόυ. "Σίγουρα θα έχετε νέα μου'.


           Την ίδια στιγμή κοίταξε τον οδηγό που είχε ήδη κάνει λίγα βήματα προς το μέρος τους. Σα να πήρε διαταγή, εκείνος σταμάτησε. Κι ο Κόυ, που είχε δει την κίνηση και τέντωνε τους μυς του με την αδρεναλίνη να τον βομβαρδίζει, χαλάρωσε με κρυφή ανακούφιση. Ο άντρας με την αλογοουρά τον κοίταξε πάλι πολύ προσεχτικά, σα να ήθελε να τον γράψει στη μνήμη του - ένα μοχθηρό βλέμμα, με υπότιτλους στα ισπανικά. Σήκωσε το χέρι με τα δαχτυλίδια κι έδειξε με το δείκτη το στήθος του Κόυ, όπως είχε κάνει νωρίτερα με τη γυναίκα, δίχως όμως να τον αγγίξει. Περιορίστηκε να κρατήσει το δάχτυλο έτσι, δείχνοντας στον αέρα, σαν απειλή, και μετά έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε σα να είχε θυμηθεί ξαφνικά ένα επείγον ραντεβού.

          Μετά όλα τελείωσαν με μια σύντομη διαδοχή εικόνων, τις οποίες ο Κόυ παρατήρησε προσεχτικά: ένα βλέμμα της γραμματέα από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, το τσιγάρο της που διέγραψε ένα τόξο πριν πέσει στο πεζοδρόμιο, το απότομο κλείσιμο της πόρτα του άντρα με την αλογοουρά, αφού κάθισε δίπλα της, και το τελευταίο βλέμμα του οδηγού, όρθιου στην άκρη του πεζοδρομίου, ένα βλέμμα που κράτησε πολύ και που υποσχόταν πολλά, πιο εύγλωττο από του εργοδότη του, πριν το απότομο κλείσιμο και της δικής πόρτας και το γλυκό ήχο της μηχανής που ξεκινούσε. Μόνο μ' αυτά που χρειάζεται αυτό το αυτοκίνητο να ξεκινήσει, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Κόυ, εγώ θα μπορούσα να τρώω ζεστό φαί για δυο μέρες. 

           "Ευχαριστώ" είπε μια φωνή πίσω του.           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου