Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012


2 ε

Πέρασαν χωρίς να βιάζονται από το μουσείο του Πράδο και το κιγκλίδωμα  του Βοτανικού Κήπου, πριν ανέβουν αριστερά, στο λόφο του Κλαούδιο Μογιάνο, αφήνοντας πίσω τους τη θορυβώδη κίνηση και τη ρύπανση του κόμβου της Ατότσα. Ο ήλιος φώτιζε τα γκρίζα περίπτερα και τους πάγκους με τα στοιβαγμένα βιβλία.

“Τί ήρθες να κάνεις στη Μαδρίτη;”

Εκείνος κοιτούσε το έδαφος μπροστά από τα παπούτσια του. Είχε ήδη απαντήσει σ' αυτή την ερώτηση πριν καν διατυπωθεί, με το που πήγε να τη δει στο μουσείο. Όλες οι σκηνοθεσίες και οι εύκολες προφάσεις είχαν ειπωθεί, έκανε λοιπόν λίγα βήματα αμίλητος και τελικά έπιασε τη μύτη του.

“Ήρθα να σε δω”.

Ούτε τώρα έδειξε έκπληκτη, ή παραξενεμένη. Φορούσε ένα ελαφρύ σακάκι και είχε δέσει στο λαιμό ένα μεταξωτό μαντίλι σε φθινοπωρινά χρώματα. Μισοστραμμένος προς το μέρος της, ο Κόυ παρατήρησε το απαθές προφίλ της.

“Γιατί;” περιορίστηκε εκείνη να ρωτήσει, με ουδέτερο ύφος. 

“Δεν ξέρω”.

Προχώρησαν για λίγο χωρίς άλλα σχόλια. Σταμάτησαν κάποια στιγμή στην τύχη, μπροστά σ' έναν πάγκο όπου στοιβάζονταν αστυνομικά μυθιστορήματα σαν απομεινάρια από ναυάγιο σε μια παραλία. Τα μάτια του Κόυ γλίστρησαν πάνω στα παλιά βιβλία, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη προσοχή: Αγκάθα Κρίστι, Τζωρτζ Χάρμον Κοξ, Έλλερυ Κουήν, Λέσλι Τσάρτις. *[ συγγραφείς αστυνομική λογοτεχνίας. Το Ήταν μία κυρία είναι έργο του πρώτου]. Η Τάνχερ πήρε ένα απ' αυτά -ήταν μία κυρία-, το κοίταξε λίγο με αδιάφορο ύφος και το άφησε στη θέση του.

“Είσαι τρελός;”

Συνέχισαν. Οι άνθρωποι περπατούσαν αργά ανάμεσα στους πάγκους, ψάχνοντας βιβλία και ξεφυλλίζοντάς τα. Οι βιβλιοπώλες τους άφηναν, παρακολουθώντας τους πίσω από τους πάγκους τους ή όρθιοι στην πόρτα των περιπτέρων. Φορούσαν πλατιές μπλούζες, μάλλινα πουλόβερ ή καζάκες, και το δέρμα τους ήταν ψημένο από τα χρόνια κάτω από τη βροχή, τον ήλιο και τον άνεμο. Του Κόυ του φαίνονταν σαν πρόσωπα ναυτικών που είχαν εξωκείλει σ' ένα απίθανο λιμάνι, ανάμεσα σε βράχια από χαρτί και μελάνι. Μερικού διάβαζαν αδιάφοροι για τον κόσμο, καθισμένοι ανάμεσα σε στοίβες μεταχειρισμένων βιβλίων. Δυό απ' αυτούς, οι πιο νέοι, χαιρέτισαν την Τάνχερ, που τους απάντησε απόκαλώντας τους με τα μικρά τους ονόματα. Γεια, Αλβέρτο, Αντίο, Μπόρις. Ένα αγόρι με κοτσίδα ουσάρου και καρώ πουκάμισο έπαιζε φλάουτο κι εκείνη έβαλε ένα νόμισμα στο μπερέ που είχε στα πόδια του, ακριβώς όπως είχε κάνει στην Ράμπλας, στο μίμο του οποίου το μακιγιάζ ξέβαφε η βροχή. 

“Περνάω κάθε μέρα από εδώ πηγαίνοντας σπίτι. Μερικές φορές αγοράζω κάτι... Δεν είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει με τα παλιά βιβλία; Σε αντιεση με τα άλλα, αυτά διαλέγουν εσένα. Διαλέγουν τον αγοραστή τους. Γεια, εδώ είμαι, πάρε με μαζί σου. Θα έλεγε κανείς πως είναι ζωντανά”.

Έκανε λίγα βήματα και στάθηκε μπροστά στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο -τέσσερις τόμοι με τσαλακωμένα εξώφυλλα σε τιμή ξεπουλήματος. “Το εις διαβάσει; ρώτησε.
Ο Κόυ έκανε μια αρνητική κίνηση. Αυτός ο Ντάρελ, με το επώνυμο που θύμιζε αλκαλικές μπαταρίες, δεν του έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη. Ήταν η πρώτη φορά που πρόσεχε βιβλίο αυτουνού του τύπου. Αμερικάνος, υπέθεσε. Ή Άγγλος. 

“Έχει καμιά σχέση με θάλασσα;” ρώτησε, από ευγένεια μάλλον παρά από ενδιαφέρον.

“Απ' όσο ξέρω όχι” γέλασε απαλά και γλυκά. “Αν και, κατά κάποιο τρόπο, η Αλεξάνδρεια δεν παύει να είναι λιμάνι...”

Ο Κόυ είχε πάει εκεί και δε θυμόταν τίποτα το ιδιαίτερο:  τη ζέστη τις μέρες με άπνοια, τους γερανούς, τους λιμενεργάτες ξαπλωμένους στη σκιά των κοντέινερ, το βρώμικο νερό που λίμναζε ανάμεσα στο σκάφος και το μώλο, τις κατσαρίδες που πατούσες τη νύχτα όταν κατέβαινες στη στεριά. Ένα λιμάνι σαν οποιοδήποτε άλλο, εκτός απ' όταν ο νοτιάς έφερνε σύννεφα κόκκινης σκόνης που κολλούσε παντού πάνω του. Τίποτα που να αιτιολογεί τέσσερις τόμους. Η Τάνχερ άγγιξε τον πρώτο με τον δείκτη, κι εκείνος διάβασε τον τίτλο: Ιουστίνη.

“Όλες οι έξυπνες γυναίκες που γνωρίζω” είπε εκείνη “θέλησαν κάποτε να είναι η Ιουστίνη”

Ο Κόυ κοίταξε το βιβλίο με ανόητο ύφος, καθώς σκεφτόταν αν έπρεπε να το αγοράσει ή όχι, και αν ο βιβλιοπώλης θα τον ανάγκαζε να αγοράσει και τους τέσσερις τόμους. Στην πραγματικότητα την προσοχή του είχαν τραβήξει άλλα βιβλία που υπήρχαν εκεί πέρα: Το πλοίο των νεκρών κάποιου Μπ. Τρέιβεν και Τριλογία του Μπάουντυ: Η ανταρσία, Άνθρωποι ενάντια στη θάλασσα και Το νησί Πιτκαίρν σ' ένα μόνο τόμο* [[πρόκειται για το περιπετειώδες μυθιστόρημα του Charles Nordholff]. Εκείνη όμως προχώρησε. Την είδε να χαμογελά ξανά, να κάνει μερικά βήματα ακόμα και να σταματά ξεφυλλίζοντας άλλο ένα κακομεταχειρισμένο χαρτόδετο βιβλίο. Ο καλός στρατιώτης, διάβασε ο Κόυ. Αυτός ο Φορντ Μἀντοξ Φορντ σίγουρα του έλεγε κάτι, γιατί είχε γράψει τον Πειρατή μαζί με τον Τζότζεφ Κονρζντ. Η Τάνχερ Σότο στράφηκε και τον κοίταξε σταθερά.

Είσαι τρελός” επανέλαβε. 

Εκείνος ξανάπιασε τη μύτη του και δεν είπε τίποτα.

Δε με ξέρεις πρόσθεσε εκείνη μια στιγμή μετά. Δεν ξέρεις τίποτα για μένα.

Πάλι υπήρχε σκληρότητα στη φωνή της. Ο Κόυ κοίταξε από τη μια πλευρά κι έπειτα από την άλλη. Περιέργως, δεν αισθανόταν φοβισμένος ούτε εκτός τόπου. Είχε πάει να τη δει κάνοντας αυτό που πίστευε ότι έπρεπε να κάνει. Και θα έδινε τα πάντα για να είναι ένας κομψός άντρας, με λυτή γλώσσα, με κάτι που να μπορεί να προσφέρει, κι ας ήταν μόνο τα χρήματα για ν' αγοράσει τους τέσσερις τόμους του Κουαρτέτου και να την καλέσει σε δείπνο εκείνη το ίδιο βραδύ σ' ένα ακριβό εστιατόριο, αποκαλώντας την Ιουστίνη ή όπως αλλιώς εκείνη ήθελε να την αποκαλεί. Δε γινόταν όμως. Γι' αυτό σώπαινε, και στεκόταν εκεί με όσο περισσότερη φυσικότητα μπορούσε και περιοριζόταν να χαμογελάει λίγο, μ εκείνον τὀν τρόπο που ήταν ταυτόχρονα ειλικρινής κι απόμακρος, σχεδόν ντροπαλός. Κι αυτό δεν ήταν πολύ, ήταν όμως όλα. 

Δεν έχεις κανένα δικαίωμαΤί θέλεις να κάνω τώρα; Να σε πάρω τώρα σπίτι, όπως κάποιο απ' αυτά τα βιβλία; 

Οι Σειρήνες” είπε εκείνος ξαφνικά. 

Τον κοίταξε έκπληκτη. 

Τί τρέχει με τις Σειρήνες; 

Ο Κόυ σήκωσε λίγο τα χέρια και τα άφησε να πέσουν πάλι. 

“Δεν ξέρω. Τραγουδούσαν, λέει ο Όμηρος. Καλούσαν του ναυτικούς, έτσι; Κι εκείνοι δεν μπορούσαν να τις αποφύγουν.

Γιατί ήταν ανόητοι. Πήγαιναν κατευθείαν στις ξέρες και κατέστρεφαν το πλοίο

Βρέθηκα εκεί -η έκφραση του Κόυ είχε σκοτεινιάσει- βρέθηκα στα βράχια και τώρα δεν έχω πλοίο. Θ' αργήσω να έχω πάλι, και τώρα δε βρίσκω τίποτα καλύτερο να κάνω.

Γύρισε απότομα προς το μέρος του, ανοίγοντας το στόμα σα για να πει κάτι δυσάρεστο. Οι ίριδές της γυάλιζαν, επιθετικές. Αυτό κράτησε για μια στιγμή, και σ' εκείνο το χρονικό διάστημα ο Κόυ αποχαιρέτησε νοερά το γεμάτο φακίδες δέρμα της κι όλη την ιδιόμορφη ονειροπόληση που τον είχε φέρει ως εκείνην. Ίσως έπρεπε τελικά να είχε αγοράσει την Ιουστίνη, σκέφτηκε μελαγχολικά. Τουλάχιστον όμως προσπάθησες, ναυτικέ. Κρίμα τον εξάντα. Μετά άρχισε να χαμογελά. Θα χαμογελάω ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν πει, ακόμα κι όταν με στείλει στην Κόλαση. Τουλάχιστον ας είναι το τελευταίο που θα θυμάται από εμένα. Μακάρι να μπορούσα να χαμογελάω όπως ο προϊστάμενός της, εκείνος ο αντιπλοίαρχος με τα κουμπιά που έλαμπαν. Μακάρι να μην κάνω κανέναν μορφασμό που να δείχνει ότι έσπασα.

Για όνομα του Θεού είπε τότε εκείνη. Δεν είσαι καν ωραίος άντρας.                                                        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου