Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

β
Ο Κόυ δεν ήταν άνθρωπος κοινωνικός. Και είπαμε ήδη ότι αυτό, μαζί με κάποια βιβλία και μια πρώιμα ξεκάθαρη άποψη σχετικά με τις σκοτεινές γωνίες του ανθρώπινου είδους, τον είχε οδηγήσει πολύ νωρίς στη θάλασσα. Ωστόσο αυτή η άποψη,  ή θέση, δεν ήταν καθόλου ασύμβατη με μια κάποια αθωότητα που μερικές φορές διακρινόταν στις κινήσεις του, στον τρόπο που στεκόταν ήρεμος ή σιωπηλός, κοιτώντας τους άλοους, στον κάπως αδέξιο τρόπο με τον οποίο φερόταν όταν βρισκόταν στη στεριά ή στο ειλικρινές, σαστισμένο, σχεδόν δειλό, χαμόγελό του. Είχε μπαρκάρει πολύ νέος, σπρωγμένος μάλλον από διαισθήσεις παρά από βεβαιότητες. Η ζωή όμως δεν κινείται με την ακρίβεια ενός καλού πλοίου, και τα παλαμάρια έπεφταν λίγο λίγο στη θάλασσα και μπερδεύονταν μερικές φορές στις έλικες, ή είχαν συνέπειες. Υπήρξαν βέβαια γυναίκες και κάνα δυο απ' αυτές πέρασαν πιο βαθιά απ' το δέρμα, ως τη σάρκα, το αίμα και τη συνείδηση, πραγματαποιώντας στο σύνολό τους τις σχετικές φυσικές και χημικές επεμβάσεις, καταπραυντικά βάλσαμα και σκληροί καταστροφείς. ΝΑΠΑ: Νόμος της Ακριβούς Πληρωμής του Αντίτιμου. Εκείνη την εποχή, όλα αυτά ήταν μόνο ανώδυνα τσιμπήματα στη μνήμη του ναυτικού δίχως πλοίο. Ακριβείς κι επίσσης αδιάφορες αναμνήσεις, που έμοιαζαν περισσότερο με τη μελαγχολία για τα μακρινά χρόνια -είχαν περάσει οχτώ ή εννιά από την τελευταία σημαντική γυναίκα για τον Κόυ- παρά με το συναίσθημα που προκαλεί μια πραγματική υλική απώλεια ή απουσία. Κατά βάθος, εκείνες οι σκιές παρέμειναν αγκυροβολημένες στη μνήμη του γιατί ανήκαν στην εποχή όπου όλα ήταν για κείνον στην αρχή, όταν στο λαμπερό μπλε σακάκι του και στις επωμίδες των πουκαμίσων του έλαμπαν καινούρια γαλόνια, και περνούσε πολλλή ώρα θαυμάζοντάς τα με τον ίδιο τρόπο που θαύμαζε το σώμα μιας γυμνής γυναίκας, και η ζωή ήταν ένας καινούριος και τριζάτος ναυτικός χάρτης, με όλες τις πρόσφατες ναυτιλιακές οδηγίες, με λεία, λευκή επιφάνεια, που δεν είχε ακόμη αγγιχτεί από το μολύβι και τη γόμα. Όταν εκείνος ο ίδιος, στη θέα της γραμμής της στεριάς στον ορίζοντα, βίωνε ακόμα, σε ορισμένες περιπτώσεις, μιαν ασαφή επιθυμία για πρόσωπα και πράγματα που περίμεναν εκεί. Τα άλλα, ο πόνος, η προδοσία, η κατηγορίες, οι ατελείωτες νύχτες αγρύπνιας δίπλα στις σιωπηλές πλάτες, δεν ήταν εκείνη την εποχή παρά πέτρες στο βυθό, άθλιοι δολοφόνοι που περίμεναν να έρθει μοιραία η ώρα τους, χωρίς κανένας χάρτης να ειδοποιεί με ειδική σημείωση για την πιθανή παρουσία τους. Το βέβαιο είναι πως δεν νοσταλγούσε εκείνες τις συγκεκριμένες γυναικείες στιγμές, αλλά αυτόν τον ίδιο, ή μάλλον τον άντρα που ήταν τότε. Ίσως αυτός να ήταν ο μοναδικός λόγος που εκείνες οι γυναίκες, ή εκείνες οι σκιές, τελευταία γνωστά λιμάνια στη ζωή του, εμφανίζονταν μερικές φορές, πολύ ξεθωριασμένες στο περίγραμμα της μνήμης του, σε φανταστικές συναντήσεις στο δειλινό, όταν εκείνος έκανε μακρινές πεζοπορίες δίπλα στη θάλασσα, στη Βαρκελώνη. Όταν ανέβαινε την ξύλινη γέφυρα του Παλιού Λιμανιού, καθώς ο ήλιος που έβγαινε κοκκίνιζε τα υψώματα του Μοντχούιτς, τις αποβάθρες φόρτωσης της Tramsediterránea , και ο Κόυ αναζητούσε στις παλιές αποβάθρες τις ουλές που είχαν μείνει πάνω στην πέτρα και στο σίδερο από χιλιάδες συρματόσκοινα και παλαμάρια, από πλοία βυθισμένα ή διαλυμένα δεκαετίες πριν. Σκεφτόταν πότε πότε εκείνες τις γυναίκες, ή την ανάμνησή τους, καθώς περπατούσε έξω από το εμπορικό κέντρο ή τους κινηματογράφους “Maremagnum”, ανάμεσα σε άλλους μοναχικούς άντρες ή γυναίκες, απόμακρους, χαμένους στις σκέψεις τους μέσα στο δειλινό, που κοιμούνταν στα παγκάκια ή ονειρεύονταν κοιτώντας τη θάλασσα, με τους γλάρους να πετάνε πάνω από τις πρύμνες των ψαράδικων που διέσχιζαν το κόκκινο νερό κάτω από τον Πύργο του Ρολογιού, δίπλα σε μια παλιά γολέτα χωρίς ξάρτια, που ο Κόυ τη θυμόταν πάντα στο ίδιο σημείο, χρόνο μετά το χρόνο, με τα ξύλα της να έχουν σκάσει και ξεβάψει κάτω από τον άνεμο, τον ήλιο, τη βροχή και τον καιρό, και που συχνά τον έκανε να σκέφτεται ότι πλοία και άνθρωποι έπρεπε να χάνονται στην ώρα τους, στην ανοιχτή θάλασσα, αντί να σαπίζουν δεμένα στη στεριά.



γ1
Τώρα ο Κόυ μιλούσε επί πέντε λεπτά , σχεδόν χωρίς διακοπή. Καθόταν δίπλα σε ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου του Ναυτικού Μουσείου και, όταν στρεφόταν λίγο, έβλεπε τα πράσινα κλαδιά των καστανιών που απλώνονταν κατά μήκος της λεωφόρου Πράδο, προς την γέφυρα Νεπτούνο. Άφηνε τις λέξεις να πέφτουν σαν κάποιον που γεμίζει ένα κενό που είναι στενάχωρο μόνο όταν παρατείνονται οι σιωπές. Μιλούσε αργά και χαμογελούσε ελαφρά όταν σώπαινε  για μια στιγμή, πριν μιλήσει πάλι. Οι δισταγμοί του είχαν σβήσει με το που είδε το πρόσωπο στο τζάμι. Έκανε τα σχόλιά του ήρεμα, κύριος του εαυτού του, με σκοπό να αποφύγει τις παύσεις και να καθυστερήσει πιθανές ερωτήσεις. Πότε πότε έστρεφε το βλέμμα του έξω, και μετά γύριζε πάλι προς τη γυναίκα. Μια δουλειά στη Μαδρίτη, έλεγε. Ένα επαγγελματικό ζήτημα, ένας φίλος. Τυχαία βρέθηκε κοντά στο μουσείο. Έλεγε όσα έλεγε, όπως είχε κάνει και την πρώτη φορά, στη Βαρκελώνη, με την ειλικρινή ατολμία που τον χαρακτήριζε. Κι εκείνη άκουγε και σώπαινε, με το κεφάλι λίγο γερμένο και με τις ασύμμετρες άκρες των ξανθών της μαλλιών να της χαϊδεύουν το πηγούνι.  Και τα σκούρα μάτια με τις αυτάρεσκες ανταύγειες έμοιαζαν πάλι με το μπλε της θάλασσας κι ήταν καρφωμένα στον Κόυ, στο ελαφρύ, ειλικρινές χαμόγελό του, που διέψευδε την άνεση των λόγων του.

 “Αυτό είναι όλο” κατέληξε.

Αυτό δεν ήταν τίποτα, γιατί τίποτε δεν είχε πει ή κάνει ακόμα, πέραν του να πλησιάσει με πολλή προσοχή στην προβλήτα, με τις μηχανές σχεδόν κρατημένες, περιμένοντας να ανεβεί ο πλοηγός στο σκάφος. Δεν ήταν τίποτα, και η Τάνχερ Σότο το ήξερε τόσο καλά όσο κι εκείνος.

“Μάλιστα” είπε.

Ακουμπούσε στην άκρη του γραφείου της, με τα χέρια σταυρωμένα, και εξακολουθούσε να τον κοιτάζει σταθερά. Όμως τώρα χαμογελούσε κι εκείνη λίγο, σα να ήθελε να επιβραβεύσει την προσπάθειά του, ή την ηρεμία του, ή τον τρόπο του να την κοιτάζει χωρίς να τραβά τα μάτια, χωρίς επηρμένες καυχησιολογίες ούτε βεβιασμένες υπεκφυγές. Σαν να εκτιμούσε τον τρόπο που στεκόταν μπροστά της, που πρόφερε τις; απαραίτητες λέξεις για να αιτιολογήσει την παρουσία του και που έμενε μετά ήρεμος, με το βλέμμα και τo χαμόγελο καθαρά, χωρίς να προτίθεται να την παραπλανήσει ή να παραπλανήσει τον εαυτό του, περιμένοντας την ετυμηγορία.

Τώρα μίλησε  εκείνη. Το έκανε χωρίς να πάρει τα μάτια της από τα δικά του, θέλοντας να διαπιστώσει το αποτέλεσμα των λόγων της, ή μάλλον του ύφους με το οποίο επρόκειτο να τα προφέρει, τη μια λέξη μετά την άλλη. Μίλησε με φυσικότητα και με μιαν αόριστη απόχρωση στοργής, ή ευγνωμοσύνης, στα χείλη της. Μίλησε για την Βαρκελώνη, για τη χαρά της που τον ξανάβλεπε. Κι απέμειναν στο τέλος να παρατηρούν ο ένας τον άλλο, αφού είχε ειπωθεί ό,τι ήταν δυνατό να ειπωθεί εκείνες τις στιγμές. Ο Κόυ κατάλαβε ότι είχε έρθει η στιγμή να φύγει, ή να αναζητήσει ένα θέμα, μια πρόφαση, κάποιο καταραμένο πράγμα που θα του επέτρεπε να παρατείνει την κατάσταση. Ευχόταν να τον συνόδευε ως την πόρτα ευχαριστώντας τον για την επίσκεψη, ή να του έλεγε να μη φύγει ακόμα.  
Σηκώθηκε αργά, για να διευκολύνει κάτι τέτοιο.

 “Ελπίζω να μη σε ξαναενόχλησε εκείνο το άτομο”.

 “Ποιος;”

Είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο πέραν του αναγκαίου, κι εκείνος το κατάλβε.

“Εκείνος με τη γκρίζα αλογοουρά”. Σήκωσε δυο δάχτυλα ως το πρόσωπο, δείχνοντας τα μάτια του. “Ο δίκορος”.

“Α, αυτός”.

Δεν ξεκαθάρισε τίποτα περισσότερο εκείνη τη στιγμή, αλλά ο Κόυ είδε να σκληραίνουν οι γραμμές του στόματός της.

“Αυτός” επανέλαβε εκείνη.

 Ή σκεφτόταν πράγματι εκείνο το άτομο ή ήθελε να κερδίσει χρόνο για να ξεγλιστρήσει. Ο Κόυ έβαλε τα χέρια στις τσέπες του σακακιού του κι έριξε μια ματιά γύρω του. Ο χώρος του γραφείου ήταν μικρός και φωτεινός, με μια ταμπελίτσα δίπλα στην πόρτα: “Τμήμα IV. Τ. Σότο. Έρευνα και αγορές”. Υπήρχε μια παλιά γκραβούρα μ' ένα θαλασσινό τοπίο στον τοίχο κι ένας μεγάλος πίνακας σ' ένα καβαλέτο με γκραβούρες, σχέδια και ναυτικούς χάρτες. Επίσης μια τζαμένια βιβλιοθήκη γεμάτη με βιβλία και ντοσιέ, φάκελοι με έγγραφα πάνω στο γραφείο και ένας υπολογιστής που γύρω από την οθόνη του είχε πολλά μικρά αυτοκόλλητα ή σημειώσεις, μεστρογγυλά γράμματα επιμελούς μαθήτριας, που ο Κόυ αναγνώρισε εύκολα ότι ήταν δικά της -είχε την κάρτα της στην τσέπη του- από τους μεγάλους κύκλους που έβαζε αντί γιά τόνους.

“Δεν με ξαναενόχλησε” είπε τελικά, σαν να είχε χρειαστεί να θυμηθεί.

“Φαινόταν ότι δεν θα παραιτούταν εύκολα από του Ουρρούτια”.

Παρατήρησε ότι μισόκλεισε τα μάτια. Το στόμα της ήταν ακόμη σκληρό.

 “Θα βρει άλλον”

Ο Κόυ κοιτούσε τη γραμμή του λαιμού της, που κατέβαινε προς το ανοιχτό πουκάμισο στο χρώμα του κόκαλου. Η ασημένια αλυσίδα εξακολουθούσε να λάμπει εκεί μέσα, κι αναρωτήθηκε τί να κρεμόταν από την άκρη της. Αν είναι μέταλλο, σκέφτηκε, θα είναι διαβολεμένα ζεστό.

“Δεν ξέρω ακόμα” είπε “ αν ο άτλαντας ήταν για το μουσείο ή για σένα. Η αλήθεια ήταν ότι εκείνη η δημοπρασία ήταν ....”

Σώπασε ξαφνικά, καθώς είδε τον Ουρρούτια. Ήταν με άλλα βιβλία μεγάλου μεγέθους μέσα στη τζαμένια βιβλιοθήκη. Αναγνώρισε εύκολα τα δερμάτινα εξώφυλλά του με τα χρυσαφένια σχέδια.

“Ήταν για το μουσείο” απάντησε εκείνη. Κι ύστερα από ένα δευτερόλεπτο πρόσθεσε: “Φυσικά”

Είχε ακολουθήσει το βλέμμα του Κόυ και κοιτούσε κι αυτή τώρα τον άτλαντα.

“Μ' αυτό ασχολείσαι;... Να βρίσκεις και ν' αγοράζεις πράγματα;”.

Παρατήρησε πως έσκυβε λίγο προς τα μπροστά, με τις άκρες των μαλλιών της να πηγ;αίνουν από το μια πλευρά στην άλλη. Πάνω από το πουκάμισο φορούσε ένα γκρι μάλλινο γιλέκο, ξεκούμπωτο, και κάτω από τη φούστα, τη φαρδιά και σκούρα, μαύρα παπούτσια με πολύ χαμηλό τακούνι, κι επίσης μαύρο καλσόν, που την έκανε να φαίνεται ακόμη πιο ψηλή και αδύνατη απ' όσο ήταν. Μια πολύ καλοβαλμένη κοπέλα, κατέληξε συνειδητοποιώντας ότι για πρώτη φορά την έβλεπε στο φυσικό φως. Δυνατά χέρια και καλλιεργημένη φωνή. Υγιής, σωστή. Ήρεμη. Τουλάχιστον έτσι δείχνει, σκέφτηκε κοιτώντας τις ανομοιόμορφες άκρες των νυχιών της.

“Κατά κάποιον τρόπο, αυτή είναι η δουλειά μου” συγκατένευσε εκείνη έπειτα από μια στιγμή. “Να βλέπω καταλόγους δημοπρασιών, να ελέγχω τις συναλλαγές με τις αρχαιολογικές υπηρεσίες, να επισκέπτομαι άλλα μουσεία και να ταξιδεύω όταν παρουσιάζεται κάτι ενδιαφέρον... Μετά κάνω μια αναφορά και οι προϊστάμενοί μου αποφασίζουν. Η διοίκηση διαθέτει ένα πολύ περιορισμένο ποσό για έρευνα κι αγορές, κι εγώ προσπαθώ να το επενδύω με σωστό τρόπο”.

Ο Κόυ έκανε ένα μορφασμό. Θυμόταν την άγρια μονομαχία στη δημοπρασία του “Claymore”.

 “Ο φίλος σου ο δίκορος πέθανε σκοτώντας. Ο Ουρρούτια σας κόστισε μια περιουσία...”

Είδε ότι πήρεν μιαν ανάσα με ύφος μεταξύ μοιρολατρικού κι εςυχαριστημένου, και μετά συγκατένευσε με το κεφάλι, γυρνώντας τις παλάμες της προς τα επάνω, για να δείξει ότι είχε ξοδέψει και την τελευταία πεσέτα. Με την κίνηση αυτή, ο Κόυ παρατήρησε πάλι το ασυνήθιστο αντρικό ατσάλινο ρολόι που φορούσε στο δεξί της καρπό. Δεν είχε τίποτε άλλο, ούτε δαχτυλίδια ούτε βραχιόλια. Δεν φορούσε ούτεκαν τα μικρά χρυσά σκουλαρίκια που είχε δει τρεις μέρες πριν στη Βαρκελώνη.

“Μας στοίχισε πανάκριβα. Δε συνηθίζουμε να ξοδεύουμε τόσα... Πόσο μάλλον που σ' αυτό το μουσείο έχουμε ήδη πολλή χαρτογραφία του 18ου αιώνα”.

“Τόσο σημαντικός είναι ο Ουρρούτια;”

Έσκυψε πάλι από την άκρη του γραφείου και για πολύ λίγο παρέμεινε έτσι, με το κεφάλι χαμηλωμένο, πριν σηκώσει τα μάτια με μια διαφορετική έκφραση. Το φως γέμισε αποχρώσεις τις χρυσαφένιες φακίδες του προσώπου της, και ο Κόυ σκέφτηκε πως, αν έκανε ένα βήμα μπροστά, θα μπορούσε, ίσως, να ν' ανακαλύψει το άρωμα εκείνης της γεμάτης κουκκίδες αινιγματικής γεωγραφίας.

“Τον τύπωστε στα 1751 ο γεωγράφος και ναυτικός Ιγνάθιο Ορρούτια Σαλθέδο” εξηγούσε τώρα εκείνη “ύστερα από εργασία πέντε ετών. Ήταν η καλύτερη βοήθεια για τους ναυτικούς ως την εμφάνιση του Υδρογραφικού Άτλαντα του Τοφίνιο, που ήταν πολύ ακριβέστερος, στα 1789. Υπάρχουν ακόμη λίγα αντίτυπα σε καλή κατάσταση, και το Ναυτικό Μουσείο δεν είχε κανένα.”.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου