Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

ε

Παρά τα φαινόμενα, ο Κόυ δεν ήταν απαισιόδοξος τύπος.Το να είναι κανείς απαισιόδοξος σημαίνει ότι κάποια στιγμή έχει παραιτηθεί από την πίστη στην ανθρώπινη συνθήκη, ενώ εκείνος γεννήθηκε ήδη χωρίς αυτή την πίστη. Περιοριζόταν να παρατηρεί τον κόσμο της στεριάς σαν ένα ασταθές, αξιοθρήνητο και αναπόφευκτο θέαμα. Και το μοναδικό του μέλημα ήταν να κρατιέται μακριά, για να περιορίζει τις απώλειες. Ωστόσο διατηρούσε ακόμα μια κάποια αθωότητα εκείνη την  εποχή, μιαν αθωότητα μερική, που είχε σχέση με τα πράγματα και τα μέρη που ήταν ξένα προς το επάγγελμά του. Τέσσερις μήνες δίχως θάλασσα δεν αρκούσαν για να του ξεριζώσουν μια κάποιαν αγνότητα χαρακτηριστική του υδάτινου κόσμου του, μια κάπως ασυνείδητη αποστασιοποιημένη στάση που τηρούν πολλοί ναυτικοί απέναντι στους ανθρώπους που πατούν σε στερεό έδαφος. Κοιτούσε ορισμένα πράγματα από μακριά, ή απέξω, με μιαν αφελή ικανότητα να εκπλήσσεται, παρόμοια μ' εκείνην που, όταν ήταν παιδί, τον έκανε να κολλάει η μύτη του στις βιτρίνες των παιχνιδάδικων τις παραμονές των Χριστουγέννων. Τώρα όμως με τη βεβαιότητα, πιο κοντινή στην ανακούφιση παρά στην απογοήτευση, ότι κανένα από εκείνα τα ανησυχητικά θαύματα δεν προοριζόταν για κείνον. Στην περίπτωσή του, το ότι είχε μείνει απέξω, το ότι γνώριζε πως το όνομά του δεν βρισκόταν στη λίστα των μάγων, τον ηρεμούσε. Ήταν καλό να μην περιμένει τίποτε από τον κόσμο και ο ταξιδιωτικός του σάκος να είναι τόσο ελαφρύς, που να μπορεί εύκολα να τον ρίξει στον ώμο και να βαδίσει προς το κοντινότερο λιμάνι χωρίς να λυπάται για ό,τι άφηνε πίσω. Καλώς ορίσατε στο σκάφος. Επί χιλιάδες χρόνια, πριν ακόμα τα κοίλα πλοία σηκώσουν άγκυρα για την Τροία, υπήρχαν άντρες με ρυτίδες γύρω από το στόμα και με βροχερές Νοεμβριάτικες καρδιές -αυτοί που η φύση τους αργά ή γρήγορα τους ορίζει να κοιτάξουν τη μαύρη τρύπα ενός πιστολιού-, για τους οποίους η θάλασσα σήμαινε μια λύση και που πάντα καταλάβαιναν πότε ήταν η ώρα ν' απομακρυνθούν. Ακόμα και πριν γίνει επισήμως ένας απ' αυτούς, ο Κόυ ήταν τέτοιος, από κλίση κι ένστικτο. Κάποτε, σ' ένα μπαρ της Βερακρούζ, μια γυναίκα -πάντα γυναίκες διατυπώνουν τέτοιες ερωτήσεις- τον είχε ρωτήσει γιατί ήταν ναυτικός και όχι δικηγόρος ή οδοντίατρος. Εκείνος περιορίστηκε να σηκώσει τους ώμους του και να απαντήσει ύστερα από λίγο, όταν πια η γυναίκα δεν περίμενε απάντηση:
              
              "Η θάλασσα είναι καθαρή". 

      Και ήταν αλήθεια. Στην ανοιχτή θάλασσα ο αέρας είναι δροσερός, οι πληγές επουλώνονται γρήγορα και η σιωπή γίνεται αρκετά έντονη για να κάνει ανεκτές τις αναπάντητες ερωτήσεις και να αιτιολογήσει τις δικές σου σιωπές. Κάποιαν άλλη φορά, στο εστιατόριο "Sunderland" του Ροσάριο, ο Κόυ είχε γνωρίσει το μοναδικό επιζήσαντα ενός ναυαγίου, έναν από τους δεκαεννιά. Εισροή υδάτων στις τρεις τα ξημερώματα, αγκυροβολημένο στη μέση του ποταμού, όλοι κοιμούνταν, το πλοίο βυθίστηκε σε πέντε λεπτά. Στο άτομο εκείνο τον είχε εντυπωσιάσει η σιωπή του. Κάποιος ρώτησε πώς ήταν δυνατόν, δεκαοχτώ άντρες στο βυθό χωρίς να το καταλάβουν. Εκείνος τον κοιτούσε σιωπηλός, αμήχανος, σαν να ήταν όλα τόσο εμφανή, που δεν άξιζε τον κόπο να εξηγήσει τίποτα, κι έφερνε στο στόμα το ποτήρι του με τη μπύρα. Τον Κόυ οι πολιτείες με τα πεζοδρόμια τα γεμάτα κόσμο και τα τόσο φωτισμένα όπως οι βιτρίνες της παιδικής του ηλικίας τον έκανε να αισθάνεται εξίσου αμήχανος -αδέξιος και εκτός τόπου, όπως μια πάπια έξω από το νερό ή εκείνος ο τύπος στο εστιατόριο του Ροσάριο, ο τόσο σιωπηλός όσο και οι υπόλοιποι δεκαοχτώ, που θα σιωπούσαν για πάντα. Ο κόσμος είχε μια πολύ σύνθετη δομή, που μόνο από τη θάλασσα μπορούσε να παρατηρηθεί. Η στεριά έπαιρνε καθησυχαστικές διαστάσεις μόνο τη νύχτα, στη διάρκεια της βάρδιας, όταν ο τιμονιέρης ήταν μια βουβή σκιά και από τα σωθικά του πλοίου έφτανε το γλυκό τρέμουλο των μηχανών. Όταν από τις πόλεις έμεναν μόνο μικρές μακρινές φωτεινές γραμμές και η στεριά ήταν η τρεμουλιαστή λάμψη ενός φάρου που αχνοφαινόταν μες στη θαλασσοταραχή. Φωτάκια που προειδοποιούσαν, που επαναλάμβαναν ξανά και ξανά: Προσοχή, κρατηθείτε μακριά, κίνδυνος. Κίνδυνος.

          Δεν είδε αυτά τα φωτάκια στα μάτια της γυναίκας όταν επέστρεψε δίπλα της μ' ένα ποτήρι σε κάθε χέρι, ανάμεσα στον κόσμο που συνωστιζόταν στον πάγκο του μπαρ, "Badas". Αυτό ήταν το τρίτο λάθος της νύχτας. Γιατί δεν υπάρχουν βιβλία για φάρους και κινδύνους και ναυτιλιακές οδηγίες στη στεριά. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πορείες, ενημερωμένοι χάρτες, ελιγμοί στον ένα ή στον άλλο κάβο, κόκκινες, πράσινες ή κίτρινες σημαδούρες, ούτε κανονισμοί αγκυροβόλησης, ούτε καθαροί ορίζοντες για να ορίζοντες για να καθορίσεις υπ σωστό γεωγραφικό πλάτος. Στη στεριά πάντα ταξιδεύεις μόνο κατ' εκτίμηση, στα τυφλά, και καταλαβαίνει τον ύφαλο μόνον όταν ακούς το χτύπημα στην πλώρη σου και βλέπεις τη θάλασσα, από σκούρα, να αλλάζει χρώμα πάνω στα βράχια, στο ύψος της στάθμης του νερού. Ή όταν ακούς τον απρόσμενο βράχο -όλοι οι ναυτικοί ξέρουν ότι υπάρχει ένας βράχος με τ' όνομά τους που παραμονεύει κάπου-, το δολοφόνο βράχο, να ξύνει το κύτος με ένα τσίριγμα που κάνει τα χωρίσματα να τραντάζονται, αυτή την τρομερή στιγμή που κάθε άντρας στο πλήρωμα ενός πλοίου θα προτιμούσε να είναι νεκρός.
           
              "Γρήγορα γύρισες" είπε εκείνη. 
              "Πάντα είμαι γρήγορος στα μπαρ".

             Η γυναίκα τον κοίταξε με περιέργεια. Χαμογελούσε λίγο, ίσως έχοντας παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Κόυ είχε πλησιάσει τον πάγκο, ανοίγοντας δρόμο με την αποφασιστικότητα ενός μικρού και συμπαγούς ρυμουλκού ανάμεσα από τον κόσμο που στριμωχνόταν μπροστά του, αντί να μείνει πίσω και να αναζητήσει το σερβιτόρο. Είχε ζητήσει ένα μπλε τζιν με τόνικ για τον ίδιο κι ένα σκέτο μαρτίνι για κείνην, κι επέστρεφε μ' αυτά,  κουνώντας επιδέξια τα χέρια του και χωρίς να χύσει σταγόνα. Κάτι που στο "Boadas", και μάλιστα τέτοια ώρα, σήμαινε αρκετά. 

        Εκείνη τον παρατηρούσε μέσα από το ποτήρι. Πολύ σκούρο μπλε πίσω από το κρύσταλλο και τη διαύγεια του μαρτίνι.
         
         "Και τί κάνεις στη ζωή σου όταν δεν κινείσαι καλά στα μπαρ ή δεν πηγαίνεις σε ναυτικές δημοπρασίες και δε βοηθάς ανυπεράσπιστες κυρίες;"
         "Είμαι ναυτικός".
         "Α".
         "Ναυτικός χωρίς πλοίο".
         "Α".

          Μιλούσαν στον ενικό τα τελευταία μόνο λεπτά. Μισή ώρα νωρίτερα,  στο φως του φαναριού όταν ο άντρας με την αλογοουρά μπήκε στο Audi, εκείνη είχε πει ευχαριστώ πίσω του κι αυτός γύρισε να την κοιτάξει για τα καλά για πρώτη φορά, όρθιος στο πεζοδρόμιο, καθώς σκεφτόταν ότι μέχρι εδώ ήταν τα εύκολα και ότι πια δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο να κρατήσει κοντά του εκείνο το σκεφτικό και λίγο έκπληκτο βλέμμα, που τον διέτρεχε από πάνω ως κάτω, σαν να προσπαθούσε να τον εντάξει σε κάποιο γνωστό είδος αντρών. Έτσι, περιορίστηκε σ' ένα συγκρατημένο χαμόγελο, κάπως συνεσταλμένο, που απευθύνει κανείς στον καπετάνιο όταν πιάνει δουλειά σ' ένα καινούριο πλοίο,  εκείνη την αρχική στιγμή όπου οι λέξεις δε σημαίνουν τίποτα και οι συνομιλητές ξέρουν ότι ο χρόνος θα βάλει κάθε πράγμα στη θέση του. Για τον Κόυ όμως το θέμα ήταν ότι κανείς δεν εγγυόταν την ύπαρξη αυτού του τόσο απαραίτητου χρόνου, και τίποτε δεν την εμπόδιζε να τον ευχαριστήσει πάλι, να φύγει με τον πιο φυσικο τρόπο του κόσμου και να εξαφανιστεί για πάντα. Ήταν δέκα ατελείωτα δευτερόλαπτα διερεύνησης, τα οποία εκείνος άντεξε σιωπηλός και ακίνητος. ΝΑΦ: Νόμος του Ανοιχτού Φερμουάρ. Ελπίζω να μην είναι το φερμουάρ μου ανοιχτό, σκέφτηκε. Μετά είδε ότι εκείνη έεγρνε λίγο το κεφάλι προς τη μια πλευρά, ακριβώς όσο χρειαζόταν ώστε η αριστερή άκρη των ξανθών και ίσιων μαλλιών της, των κομμένων ασύμμετρα με την ακρίβεια νυστεριού, ν' αγγίξει το γεμάτο φακίδες μάγουλό της. Μετά η γυναίκα δε χαμογέλασε ούτε είπε τίποτα, παρά μόνο άρχισε να περπατά αργά στο πεζοδρόμιο, με τα χέρια στις τσέπες του σουέτ σακακιού της. Είχε μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα κρεμασμένη στον ώμο και τη συγκρατούσε στα πλευρά της με τον αγκώνα. Η μύτη της ήταν λιγότερο όμορφη όταν έβλεπες από το πλάι, λίγο πλακουτσωτή, σαν να την είχε σπάσει κάποτε. Αυτό δε μείωνε την ελκυστικότητά της, σκέφτηκε ο Κόυ. Της έδινε όμως μια ασυνήθιστη σκληρότητα. Περπατούσε κοιτάζοντας το έδαφος μπροστά της και κάπως προς τ' αριστερά, σαν να έδινε στον Κόυ τη δυνατότητα να καταλάβει το χώρο δίπλα της. Προχώρησαν σιωπηλοί, σε κάποια απόσταση ο ένας από τον άλλο, χωρίς ματιές, εξηγήσεις ή σχόλια, ώσπου εκείνη σταμάτησε στη γωνία και ο Κόυ κατάλαβε ότι ήταν η στιγμή του αποχαιρετισμού ή της ομιλίας. Η γυναίκα άπλωσε ένα χέρι, που εκείνος έσφιξε στο αδέξιο και μεγάλο δικό του, καθώς αισθανόταν μια σταθερή επαφή, οστεώδη, που διέψευδε τις νεανικές φακίδες και ταίριαζε περισσότερο στην ήρεμη έκφραση των ματιών της, που τελικά κατέληξε ότι ήταν γαλάζια.

            Τότε ο Κόυ μίλησε. Το έκανε μ' εκείνη την αυθόρμητη ατολμία του που ήταν ο φυσικός του τρόπος ν' απευθύνεται σε αγνώστους, σηκώνοντας τους ώμους με απλότητα και συνοδεύοντας τα λόγια του με ένα χαμόγελο που, κι ας μην το ήξερε εκείνος φώτιζε το πρόσωπό του κι απάλυνε την τραχύτητά του. Μίλησε κι έπιασε τη μύτη του, και πάλι μίλησε, αγνοώντας αν κάποιος περίμενε κάπου τη γυναίκα, ή αν ήταν απ' αυτή την πόλη ή από οποιαδήποτε άλλη. Είπε ό,τι νόμιζε πως έπρεπε να πει και μετά έμεινε εκεί, ταλαντευόμενος ελαφρά και κρατώντας την ανάσα του, σαν ένα παιδί που μόλις είπε μεγαλόφωνα το μάθημά του  και περιμένει χωρίς πολλές ελπίδες την ετυμηγορία της δασκάλας. Τότε εκείνη τον κοίταξε για άλλα δέκα δευτερόλεπτα σιωπηλή, έγειρε πάλι το κεφάλι και τα μαλλιά της ξανάγγιξαν το μάγουλό της. Είπε πως ναι, γιατί όχι, πως κι εκείνη ήθελε μα πιει κάπου κάτι. Κι έτσι, περπάτησαν προς την πλατεία της Καταλούνια, και μετά ως τη Ράμπλας και την οδό Ταλιέρς. Και όταν εκείνος στάθηκε στην πόρτα του 'Boadas" για να την αφήσει να περάσει, αισθάνθηκε για πρώτη φορά το άρωμά της, αόριστο και απαλό, που φαινόταν να μην προέρχεται από κολώνια αλλά από το δέρμα της, το φτιαγμένο από χρυσαφιές κουκκίδες, που το φαντάστηκε, απαλό και ζεστό, με μια υφή σαν του λωτού. Μπαίνοντας και πλησιάζοντας τον πάγκο δίπλα στον τοίχο, διαπίστωσε ότι οι άντρες και ι γυναίκες πάντα κοιτάνε πρώτα μαι όμορφη γυναίκα και κατόπιν στρέφουν το βλέμμα εξεταστικά προς το συνοδό της, για να δουν ποιος να 'ναι αυτός ο τύπος. Σαν για να διαπιστώσουν αν η εμφάνισή του αξίζει μια τέτοια γυναίκα κι αν στέκεται στο ύψος  των περιστάσεων.


στ
              
                "Και τί κάνει ένας ναυτικός χωρίς πλοίο στη Βαρκελώνη;"

             Καθόταν σ' ένα ψηλό σκαμνί, με την τσάντα στα γόνατα και την πλάτη στον πάγκο που διέτρεχε τον τοίχο, κάτω από τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες και τα ενθύμια του μπαρ. Είχε δυο μικρές χρυσές μπαλίτσες για σκουλαρίκια κι ένα μόνο δαχτυλίδι στα χέρια. Ήταν ελάχιστα βαμμένη. Από το μισάνοιχτο λαιμό του πουκαμίσου, που ήταν λευκό και με το τελευταίο κουμπί ξεκούμπωτο πάνω από εκατοντάδες φακίδες, ο Κόυ 'έβλεπε να λάμπει μια ασημένια αλυσίδα. 

              "Περιμένει" είπε.

          Πίνοντας μια γουλιά τζιν είδε πως εκείνη παρατηρούσε το παλιωμένο του σακάκι, και ίσως το βλέμμα της να στεκόταν στα πιο σκούρα σημεία των γαλονιών που έλειπαν από τις άκρες των μανικιών. 

             "Περιμένει καλύτερες μέρες".

             "Ένας ναυτικός πρέπει να ταξιδεύει"
             "Δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη".

             "Έκανες κάτι κακό;"

           Συγκατένευσε με μισό μελαγχολικό χαμόγελο. Εκείνη άνοιξε την τσάντα κι έβγαλε ένα πακέτο εγγλέζικα τσιγάρα. Τα νύχια της δεν ήταν ωραία -κοντά και πλατιά. με ακανόνιστες άκρες. Θα τα δάγκωνε άλλοτε, αναμφίβολα. Ίσως να το έκανε ακόμα. Στο πακέτο απέμενε ένα τσιγάρο, και το άναψε μ' ένα σπίρτο που στο κουτί του είχε τη διαφήμιση μιας βέλγικης πλοιοκτήτριας εταιρίας την οποία εκείνος ήξερε, της Zeeland Ship. Παρατήρησε ότι το άναψε προστατεύοντας τη φλόγα με τη χούφτα της, μια κίνηση σχεδόν αντρική. Η γραμμή της ζωής της ήταν πολύ μακριά, σαν να είχε ζήσει πολλές ζωές στη γη. 

             "Ήταν δικό σου λάθος;"
             "Τυπικά ναι. Συνέβη στη διάρκεια της βάρδιας μου".
             "Σύγκρουση;"
             "Χτύπησε κάτω. Υπήρχε βράχος που δεν τον έδειχναν οι χάρτες'.

         Έτσι ήταν. Ένας ναυτικός δε λέει ποτέ εξώκειλα ή προσάραξα. Το συνηθισμένο ρήμα είναι χτύπησα: χτύπησα κάτω, χτύπησα στο μώλο. Αν μέσα στην ομίχλη της Βαλτικής κάποιος έκοβε τον άλλο στη μέση και τον βύθιζε, έλεγε: Χτυπήσαμε ένα πλοίο. Παρατήρησε πάντως ότι εκείνη χρησιμοποίησε το ναυτικό όρο σύγκρουση. Το πακέτο των τσιγάρων ήταν ανοιχτό πάνω στον πάγκο και  ο Κόυ το κοίταξε προσεχτικά: το κεφάλι ενός ναυτικού, ένα σωσίβιο σαν σιρίτι και δύο πλοία. Πήγαινε καιρός που είχε να δει κάποιο πακέτο Players χωρίς φίλτρο όπως εκείνο. Δεν ήταν εύκολο να τα βρεις, και δεν ήξερε ότι ακόμα τα έφτιαχναν στο άσπρο χάρτινο, σχεδόν τετράγωνο, κουτί τους. Ήταν ωραίο που αυτή κάπνιζε αυτή τη μάρκα. Η δημοπρασία των ναυτικών αντικειμένων, ο Άτλας του Ουρρούτια, αυτός ο ίδιος. ΝΚΣ : Νόμος των Καταπληκτικών Συμπτώσεων. 

                "Ξέρεις την ιστορία;'

               Έδειχνε το κουτί. Εκείνη το κοίταξε και μετά σήκωσε έκπληκτη τα μάτια. 

               "Ποιαν ιστορία;" 
               "Αυτήν του Ήρωα".
               "Ποιου Ήρωα;"

           Της είπε. Της μίλησε για το όνομα στην κορδέλα του καπέλου του ναυτικού με τα ξανθά γένια, και τα νειάτα του στο ιστιοφόρο που φαίνεται στη μια πλευρά της στάμπας, για το άλλο πλοίο, το ατμόπλοιο, που υπήρξε το τελευταίο του πλοίο. Για το πώς οι κύριοι Πλέυερ και Υιοί αγόρασαν το πορτραίτα του για να το βάλουν στα πακέτα. Μετά σώπασε, καθώς εκείνη κάπνιζε - το τσιγάρο τελείωνε ανάμεσα στα δάχτυλά της και τον κοιτούσε.

            "Ωραία ιστορία' είπε έπειτα από λίγο.

             Ο Κόυ σήκωσε τους ώμους. 

          "Δεν είναι δική μου. Τη διηγείται η Ντομινό Βιτάλι στον Τζέημς Μποντ, στο Επιχείρηση Αστραπή. Ταξίδευα με ένα πετρελαιοφόρο που ήταν γεμάτο μυθιστορήματα του Ίαν Φλέμινγκ".

        Θυμόταν επίσης ότι εκείνο το πλοίο "Palestina", είχε περάσει ενάμιση μήνα αποκλεισμένο στο Ρας Τανούρα εν μέσω μιας διεθνούς κρίσης, με τις λαμαρίνες της κουβέρτας να καίνε στους εξήντα βαθμούς, κάτω από τον αισχρό ήλιο, και με το πλήρωμα ξαπλωμένο στις καμπίνες, να το πνίγει ο καύσωνας και η ανία. Το "Palestina" ήταν ένα κακότυχο πλοίο, από κείνα που οι άνθρωποι γίνονται εχθρικοί ο ένας με τον άλλο και μισιούνται: ο πρώτος μηχανικός γκρίνιαζε παραληρώντας σε μια γωνιά -είχαν κρύψει το κλειδί του μπαρ, κι εκείνος έπινε στα κρυφά το μεθανόλη του φαρμακείου, έχοντάς το αναμείξει με πορτοκαλάδα- και ο υποπλοίαρχος δεν απηύθυνε καθόλου το λόγο στον καπετάνιο9, ούτε όταν το πλοίο ήταν έτοιμο να προσαράξει. Ο Κόυ είχε άφθονο χρόνο να διαβάσει αυτά τα μυθιστορήματα, και πολλά ακόμα, στην πλωτή του φυλακή, εκείνες τις ατέλειωτες μέρες που ο καυτός αέρας τον έκανε να χτυπιέται σαν το ψάρι έξω από το νερό και να αφήνει, όταν σηκωνόταν, το σχήμα του γυμνού του σώματος αποτυπωμένο με ιδρώτα πάνω στα ζαρωμένα και βρώμικα σεντόνια της κουκέτας. Ένα ελληνικό πετρελαιοφόρο ειχε χτυπηθεί από βόμβα αεροπλάνου κι επί δύο ημέρες φαινόταν από την καμπίνα του η στήλη του μαύρου καπνού που ανέβαινε στον ουρανό, και τη νύχτα η κόκκινη λάμψη του ορίζοντα αντανακλούσε πάνω στις σκοτεινές, ευάλωτες μορφές των αγκυροβολημένων πλοίων. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου, κάθε νύχτα ξυπνούσε τρομαγμένος, καθώς ονειρευόταν ότι κολυμπούσε σε μια θάλασσα από φλόγες. 

                "Διαβάζεις πολύ;"
          "Κάπως". Ο Κόυ έπιασε τη μύτη του. "Διαβάζω κάπως. Μόνο όμως βιβλία για τη θάλασσα".
                "Υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα βιβλία".
               "Μπορεί. Εμένα όμως μόνο αυτά μ' ενδιαφέρουν"

             Η γυναίκα τον κοιτούσε κι εκείνος σήκωσε πάλι τους ώμους, πριν ταλαντευτεί λίγο στα πόδια του. Τότε, συνειδητοποίησε ότι δεν είχαν μιλήσει καθόλου για τον τύπο με την γκρίζα αλογοουρά, ούτε για το τί έκανε αυτή εκεί. Δεν ήξερε καν το όνομά της.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου