Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012


β
Σας ζητούν στο τηλέφωνο”.

Πετάχτηκε από την καρέκλα με μια ταχύτητα που άφησε άφωνη τη σερβιτόρο  και δρασκέλισε το διάδρομο που οδηγούσε στον προθάλαμο του ξενοδοχείου. Ένα, δύο. Μέτρησε από μέσα του έως το πέντε πριν απαντήσει, για να ηρεμήσει τον ξέφρενο σφυγμό του. Τρία, τέσσερα, πέντε. Λέγετε. Ήταν εκείνη, και η ήρεμη, καλλιεργημένη φωνή της του ζητούσε συγνώμη που τηλεφωνούσε τόσο αργά. Περίμενε το τηλεφώνημά της. Ένα σάντουιτς έξω και ακριβώς τώρα άρχιζε το τζιν του. Εκείνη δικαιολογήθηκε λίγο ακόμα, εκείνος επέμεινε πως ήταν τόσο καλή ώρα όσο οποιαδήποτε άλλη, και μετά υπήρξε μια σύντομη σιωπή στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Ο Κόυ ακούμπησε το χέρι στον πάγκο, κοιτώντας την διαδρομή των τενόντων και των νευρών του, ένα χέρι φαρδύ και πλακουτσό, με δάχτυλα πολύ ανοιχτά, κοντά, δυνατά -ένα χέρι ελάχιστα αριστοκρατικό-, και περίμενε να μιλήσει πάλι εκείνη. Ήταν καθισμένη αναπαυτικά σ' ένα καναπέ, σκέφτηκε. Καθόταν σε μια καρέκλα. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Γυμνή ή ντυμένη, με πιτζάμες ή νυχτικό. Ξυπόλυτη, μ' ένα βιβλί0ο ανοιχτό ή την τηλεόραση αναμμένη μπροστά της. Ήταν μπρούμυτα ή ανάσκελα, κι το δέρμα της με τις φακίδες είχε την απόχρωση παλιού χρυσαφιού κάτω από το φως μιας λάμπας.
Μου έτυχε κάτι, είπε τελικά εκείνη. Μου έτυχε κάτι που ίσως σε ενδιαφέρει. Έχω να σου κάνω μια πρόταση. Και σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσες να έρθεις σπίτι μου τώρα.


γ
Μια φορά, ταξιδεύοντας ως ανθυποπλοίαρχος, ο Κόυ είχε διασταυρωθεί με μια γυναίκα σ' ένα πλοίο. Η συνάντηση διήρκησε ένα δυο λεπτά, όσο ακριβώς χρειάστηκε το γιοτ -εκείνη λιαζόταν στην πρύμνη- για να περάσει δίπλα από το “Otago”, το πλοίο από το οποίο ο Κόυ κοιτούσε τη θάλασσα. Σε ολόκληρη την κουβέρτα ακουγόταν το μονότονο σφυροκόπημα των ναυτικών στο κύτος του πλοίου, για να φύγει η σκουριά και να περάσουν μετά μίνιο και μπογιά. Το εμπορικό ήταν αγκυροβολημένο μεταξύ Μαλαμόκο και Πούντα Σαμπιόνι. Στην άλλη πλευρά του Λίντο μπορούσε να δει την λάμψη του ήλιοιυ στο βενετσιάνικο νερό, και στο βάθος, στα τρία μίλια, το καμπαναριό και τους τρούλους του Αγίου Μάρκου, καθώς και τις στέγες των σπιτιών που ταλαντεύονταν από την αντανάκλαση του φωτός και της άμμου. Φυσούσε ένα απαλός πουνέντες, οχτώ ή δέκα κόμβων, που κατσάρωνε λίγο τη λεία θάλασσα, κάνοντας τις πρύμνες των πλοίων να γέρνουν προς τις παραλίες τις κατάστικτες από τις πολύχρωμες ομπρέλες και τις ξαπλώστρες των λουόμενων. Η ίδια αυτή αύρα έφερνε από το κανάλι τη γολέτα, με το δεξί της μέρος προς το εμπορικό και με όλη τη λευκή χάρη των πανιών της, που ήταν ανοιγμένα ψηλά, κάνοντάς της να γλιστρά σε απόσταση 100 μέτρων από τον Κόυ. Ζήτησε τα κιάλια για να τη δει καλύτερα, θαυμάζοντας την κομψότητα των γραμμών του ξύλινου λουστραρισμένου κύτους, την πλώρη καθώς έσκιζε το νερό, τον εξοπλισμό και τα σιδερικά που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο. Ένας άντρας ήταν στο τιμόνι, και πίσω του, στην πρύμνη, μια γυναίκα διάβαζε καθιστή ένα βιβλίο. Έστρεψε προς εκείνην τα κιάλια. Ήταν ξανθιά, με τα μαλλιά μαζεμένα στον αυχένα, κι η όψη της παρέπεμπε σε γυναίκες ντυμένες στα άσπρα, που μπορούσε κανείς εύκολα να φανταστεί σ' εκείνο το ίδιο μέρος ή στη γαλλική Ριβιέρα στις αρχές του αιώνα. Γυναίκες ωραίες και άβουλες, προστατευμένες κάτω από το πλατύ γείσο ενός καπέλου ή από μια ομπρέλα. Σφίγγες που μισόκλειναν τα μάτια καθώς ατένιζαν την θάλασσα, διάβαζαν ή σώπαιναν. Ο Κόυ ακολούθησε άπληστα εκείνο το πρόσωπο μέσ' από το διπλό κύκλο των φακών Zeiss, μελετώντας το προφίλ, το σκυμμένο πιγούνι, τα χαμηλωμένα μάτια που ήταν συγκεντρωμένα στο διάβασμα, τα μαλλιά τα τραβηγμένα στους κροτάφους. Άλλες εποχές, σκέφτηκε, ι άντρες σκότωναν ή έχαναν τις περιουσίες τους, τις ζωές τους και τη φήμη τους για γυναίκες όπως αυτή. Θέλησε να δει τα χαρακτηριστικά εκείνου που ίσως τη χαιρόταν κι αναζήτησε τον άντρα στο τιμόνι. Είχε όμως στραφεί προς την άλλη πλευρά, και το μόνο που μπόρεσε ήταν να εκτιμήσει ένα συγκεχυμένο προφίλ, γκρίζα μαλλιά και μαυρισμένο δέρμα. Η γολέτα απομακρυνόταν. Από φόβο μη χάσει τις τελευταίες στιγμές, εστίασε πάλι τα κιάλια στη γυναίκα. Ένα δευτερόλεπτο αργότερα εκείνη σήκωσε το πρόσωπο και κοίταξε κατευθείαν μέσα από τα κιάλια τον Κόυ, μέσα από τους φακούς και την απόσταση, καρφώνοντας τα μάτια της στα δικά του. Το βλέμμα δεν ήταν φευγαλαίο, αλλά ούτε διαρκές, δεν ήταν περίεργο, αλλά ούτε και αδιάφορο. Ήταν τόσο ήρεμο και σίγουρο, που δεν έμοιαζε ανθρώπινο. Κι ο Κόυ αναρωτήθηκε πόσες γενιές γυναικών θα χρειάστηκαν για να φτιαχτεί αυτό το βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκε μεγάλη σύγχυση και κατέβασε τα κιάλια, ταραγμένος που την παρατηρούσε από τόσο κοντά. Έως ότου, με γυμνό βλέμμα, συνειδητοποίησε ότι η γυναίκα ήταν πολύ μακριά για να τον κοιτάξει και ότι εκείνα τα μάτια που είχε δει να διεισδύουν ως τα σωθικά του δεν είχαν στείλει παρά ένα τυχαίο, αφηρημένο βλέμμα, καθώς η γολέτα άφηνε πίσω της το αγκυροβολημένο πλοίο κι έμπαινε την Αδριατική. Ο Κόυ απέμεινε εκεί, ακουμπισμένος στην κουπαστή με τους αγκώνες του, βλέποντάς τη ν' απομακρύνεται. Κι όταν, τέλος, αντέδρασε και την ξανακοίταξε  με τα κιάλια, το μόνο που μπόρεσε να δει ήταν το καθρέφτισμα της πρύμνης και το όνομα του σκάφους, γραμμένο με μαύρα γράμματα πάνω σε μια λεπτή σανίδα:“Riddle”. Αίνιγμα.  
*    *   *   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου