Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

3. Το χαμένο πλοίο

Στη θάλασσα μπορεί να τα κάνεις όλα καλά, να συμμορφώνεσαι με τους κανόνες, 
αλλά ακόμα κι έτσι η θάλασσα θα σε σκοτώσει. 
Αν όμως είσαι καλός ναυτικός, 
θα γνωρίζεις τουλάχιστον πότε έχει φτάσει η στιγμή του θανάτου σου.
Τζάστιν Σκοτ, Ο κυνηγός πλοίων.

α
Μισούσε τον καφέ. Είχε πιει χιλιάδες ζεστά ή κρύα φλιτζάνια σε ατέλειωτες βάρδιες τα ξημερώματα, σε δύσκολους ή αποφασιστικούς ελιγμούς, σε νεκρές ώρες μεταξύ φορτώματος και ξεφορτώματος στα λιμάνια, σε στιγμές κόπωσης , έντασης ή  κινδύνου' σε τέτοιο σημείο όμως τον δυσαρεστούσε η πικρή του γεύση, που τον ανεχόταν μόνο με ζάχαρη ή γάλα. Στην πραγματικότητα, τον χρησιμοποιούσε για διεγερτικό, όπως άλλοι πίνουν ένα ποτό ή ανάβουν ένα τσιγάρο. Αλλά αυτός δεν κάπνιζε εδώ και πολύ καιρό. Όσο για το ποτό, πολύ σπάνια το δοκίμαζε στην διάρκεια των ταξιδιών του, και στη στεριά ποτέ δεν είχε  ξεπεράσει τη γραμμή Πλίμσολ, τη γραμμή φόρτωσης, δυο μπλε τζιν. Έπινε μόνο σκόπιμα, συνειδητά, όταν οι περιστάσεις, οι παρέα  ή το μέρος υποδείκνυαν μεγάλες δόσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως και πολλοί ναυτικοί που γνώριζε, ήταν ικανός να κατεβάσει απίθανες ποσότητες οποιουδήποτε πράγματος, με ό,τι συνέπειες είχε αυτό σε μέρη όπου οι παντρεμένοι επαγρυπνούν για την τιμή των συζύγων τους, οι αστυνομικοί επιτηρούν τη δημόσια τάξη και οι μπράβοι του νυχτερινού μπαρ φροντίζουν ώστε οι πελάτες να φέρονται όπως πρέπει και να μην την κοπανάνε χωρίς να πληρώσουν το λογαριασμό.

Εκείνη η νύχτα δεν ήταν τέυτοια περίπτωση. Τα λίμάνια, η θάλασσα κι όλη η υπόλοιπη προηγούμενη ζωή του ήταν πολύ μακριά από το τραπέζι στο οποίο καθόταν, στη πόρτα του μικρού ξενοδοχείου της πλατείας Σάντα Άννα, και κοιτούσε τον κόσμο που περπατούσε στο πεζοδρόμιο ή μιλούσε στα τραπεζάκια των υπαίθριων χώρων του μπαρ. Είχε ζητήσει ένα τζιν τόνικ για να σβήσει τη γεύση του καφέ που είχε μπροστά του -πάντα τον έχυνε, καθώς ήταν αδέξιος στο ανακάτεμα, και το φλιτζάνι κολλούσε- και παρέμεινε μισοξαπλωμένος στην καρέκλα, με τα χέρια στην τσέπη και τα πόδια απλωμένα κάτω από το τραπέζι. Ήταν κουρασμένος, αλλά καθυστερούσε τη στιγμή που θα πήγαινε στο κρεβάτι του. Θα σου τηλεφωνήσω, είχε πει εκείνη. Θα σου τηλεφωνήσω απόψε ή αύριο. Άσε με να σκεφτώ λίγο. Η Τάνχερ είχε μια υποχρέωση που δεν μπορούσε να αναβάλλει εκείνο το απόγευμα κι ένα δείπνο το βράδυ. Κι έτσι, θα έπρεπε να περιμένει ώσπου να την ξαναδεί. Του το είπε το μεσημέρι, αφού εκείνος την είχε συνοδέψει ως τη διασταύρωση της Αλφόσνου ΙΒ΄ με την Ινφάντας Ισαβέλλας, κι εκείνη τον αποχαιρέτισε εκεί, χωρίς να τον αφήσει να τη συνοδεύσει ως την πόρτα της. Τον είχε αφήσει απότομα, απλώνοντας εκείνο το σταθερό χέρι, που ο Κόυ το θυμόταν καλά, σ' ένα δυνατό σφίξιμο. Εκείνος τη ρώτησε πού στην ευχή θα τηλεφωνούσε, αφού δεν είχε σπίτι στη Μαδρίτη, ούτε τηλέφωνο ούτε τίποτα, και η τσάντα του ήταν στο αποσκευοφυλάκιο του σταθμού. Τότε, είδε την Τάνχερ να γελάει για πρώτη φορά από τότε που την γνώρισε. Ένα ειλικρινές γέλιο, που έκανε τα μάτια της α περιβάλλονται από πολύ μικρές ρυτίδες,οι οποίες, παραδόξως, την ομόρφαινε και την έκαναν να φαίνεται πιο νέα. Ένα συμπαθητικό γέλιο, όπως ενός παιδιού το οποίο θέλεις να πλησιάσεις, καθώς διαισθάνεσαι ότι μπορεί να είναι καλή παρέα για παιχνίδια ή περιπέτειες. Είχε γελάσει κρατώντας το χέρι του Κόυ στο δικο της, και μετά ζήτησε συγνώμη για το ολίσθημα κοιτάζοντάς τον σκεφτική για κανά δυο δευτερόλεπτα με το τελευταίο ίχνος του γέλιου να σβήνει στο στόμα της. Έπειτα είπε το όνομα του μικρού ξενοδοχείου της πλατείας Σάντα Άννα, όπου εκείνη είχε ζήσει δύο χρόνια όταν ήταν φοιτήτρια, απέναντι από το θέατρο Εσπανιόλ. Ένα καθαρό και φτηνό μέρος. Είτε σε δω είτε δε σε ξαναδώ ποτέ πια, θα σου τηλεφωνήσω σήμερα ή αύριο. Σου δίνω το λόγο μου.

Κι έτσι, αυτός βρισκόταν εκεί, μπροστά στο φλιτζάνι του καφέ, βρέχοντας τα χείλη του στο τζιν τόνικ -δε βρήκε μπλε στο μπαρ του ξενοδοχείου- που η σερβιτόρος είχε μόλις αφήσει μπροστά του. Περιμένοντας. Δεν το είχε κουνήσει όλο τ' απόγευμα, κι επίσης έφαγε εκεί για βράδυ, σάντουιτς με μοσχαρίσιο κρέας κι ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό, αφού είπε πού θα τον έβρισκαν αν τον ζητούσαν στο τηλέφωνο. Πιθανόν να εμφανιζόταν εκείνη αυτοπροσώπως, και αυτή η περίπτωση τον έκανε να παρακολουθεί την άκρη της πλατείας, μήπως τη δει να φτάνει από την οδό Ουέρτας ή από οποιαδήποτε άλλη που ανέβαινε από τη λεωφόρο Πράδο.

Απέναντι από τα αυτοκόνητα που ήταν παρκαρισμένα στο δρόμο, ανάμεσα σταπαγκάκια της πλατείας, μερικοί ζητιάνοι μιλούσαν εν χορώ περνώντας ο ένας στον άλλο ένα μπουκαλι κρασί. Νωρίτερα είχαν περάσει ζητιανεύοντας από τα τραπέζια των μπαρ και τώρα καν΄΄ονιζαν τους λογαριασμούς της νύχτας. Ήταν τρεις άντρες και μια γυναίκα, και ο ένας τους έιχε ένα σκυλάκι στα πόδια. Από την πόρτα του ξενοδοχείου "Victoria", ένας φύλακας ντυμένος αλά Ρόμποκοπ δεν τους άφηνε από τα μάτια του, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη και τα πόδια ανοιχτά, στημένα ακριβώς εκεί απ' όπου πριν λίγο είχε διώξει τη γυναίκα που ζητούσε ελεημοσύνη. Διωγμένη από το Ρομποκοπ, εκείνη κινήθηκε ανάμεσα στα τραπέζιαέως εκεί που καθόταν ο Κόυ. Δώσε μου κάτι, παιδί μου, είχε πει με σβησμένη φωνή, κοιτάζοντας μπροστά της χωρίς να βλέπει. Δώσε μου κάτι. Ήταν σχετικά νέα, σκέφτηκε τώρα βλέποντάς τη να κάνει το μοίρασμα με τους συντρόφους της και το σκύλο. Καθώς της έδινε το νόμισμα, παρά το γεμάτο σημάδια δέρμα της, τα ξανθά ξεβαμμένα μαλλιά και τα μάτια της τα χαμένα στο πουθενά, ο Κόυ είχε διακρίνει ίχνη μια παλιάς ομορφιάς στο καλοσχηματισμένο στόμα, στην καμπύλη του πιγουνιού, στο παράστημα, στα πολύ αδύνατα, κοκκινωπά χέρια, με τα μακριά και βρώμικα νύχια. Η στεριά σαπίζει τους ανθρώπους, σκέφτηκε πάλι. Τους αρπάζει και τους καταβροχθίζει, όπως την εγκαταλελειμμένη γολέτα στο Παλιό Λιμάνι. Κοίταξε τα δικά του χέρια, που ήταν ακουμπισμένα στα πόδια του, παρατηρώντας πάνω τους τα πρώτα συμπτώματα της αποσύνθεσης -η αναπόφευκτη λέπρα που έφερναν μαζί τους η ρύπανση των πόλεων, το απατηλά στερεό έδαφος κάτω από τα πόδια, η επαφή με άλλους ανθρώπους, ο δίχως αλάτι αέρας. Ελπίζω να βρω σύντομα πλοίο, σκέφτηκε.Ελπίζω να βρω κάτι που να επιπλέει και να με πάρει πάνω του για να με πάει μακριά, όσο είναι καιρός. Όταν δεν θα έχω αρπάξει ακόμα το μικρόβιο που διαφθείρει τις καρδιές και τους απομαγνητίζει την πυξίδα, και τις πετά ακυβέρνητες στην ακτή, από την πλευρά που δεν φυσάει ο άνεμος, και τις κομματιάζει.      
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου