Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Για να τον πείσει, μίλησε για λίγο για τους κυνηγούς θησαυρών. Τέτοιοι τύποι υπήρχαν πράγματι, με τα παλιά τους σχεδιαγράμματα και τα μυστικά τους, και τριγύριζαν ψάχνοντας πράγματα στο βυθό της θάλασσας. Μπορούσε να τους δει κανείς στο Αρχείο Δυτικών Ινδιών της Σεβίλλης, σκυμμένους πάνω από παλιά έγγραφα, ή να εμφανίζονται τυχαία στα μουσεία και στα λιμάνια, επιχειρώντας να εκμαιεύσουν πληροφορίες από τον κόσμο χωρίς να αφήσουν ίχνη και χωρίς να σηκώσουν υποψίες. Εκείνη η ίδια είχε γνωρίσει αρκετούς, που έμπαινα στον αριθμό 5 της λεωφόρου Πράδο προσπαθώντας να κρύψουν τις προθέσεις τους, για να κυνηγήσουν τη μία ή την άλλη ένδειξη, ζητώντας να κοιτάξουν κάτι στα αρχεία ή να συμβουλευτούν παλιούς ναυτικούς χάρτες, απλώνοντας ένα προπέτασμα ψεύτικων στοιχείων για να καμουφλάρουν τους πραγματικούς τους στόχους. Ένας από αυτούς, Ιταλός και πολύ συμπαθής, είχε φτάσει στο ακραίο σημείο να αρραβωνιαστεί με μια φίλη της για να αποκτήσει πρόσβαση σε απόρρητα έγγραφα. Ήταν ιδιόμορφοι άνθρωποι, ενδιαφέροντες, τυχοδιώκτες κατά κάποιον τρόπο, ονειροπόλοι ή φιλόδοξοι. Στη μεγάλη πλειοψηφία τους έμοιαζαν με μελετηρά ποντίκια βιβλιοθήκης, παχουλοί με γυαλιά και τα παρόμοια. Καμία σχέση με τα μυώδη, μαυρισμένα άτομα, τα γεμάτα τατουάζ, που έδειχνε ο κινηματογράφος και τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης. Οι 9 στου; 10 κυνηγούσαν απραγματοποίητα όνειρα, και μόνο ένας στους χίλιους πετύχαινε το στόχο του.

Ο Κόυ χάιδεψε πάλι το Θας, παρατηρώντας τα πιστά μάτια του ζώου. Αρφ, αρφ. Αισθανόταν τη γεμάτη ευγνωμοσύνη ανάσα του στον καρπό του. Υγρή. 

"Αυτό το πλοίο δε μετέφερε κανένα θησαυρό, εκτός κι αν μου είπες ψέμματα. Βαμβάκι, καπνό και ζάχαρη, είπες".

"Αλήθεια είναι".

"Είπες επίσης ένας στους χίλιους, έτσι δεν είναι;"

Εκείνη συγκατένευε πίσω από τον καπνό. Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά και συγκατένευσε πάλι. Κοιτούσε μέσα από τον Κόυ, σαν να μην τον έβλεπε. 

"Άκου. Το "Dei Gloria" μετέφερε επίσης ένα μυστήριο. Εκείνοι οι δυο ταξιδιώτες, η επίθεση του πειρατικού... Καταλαβαίνεις; Υπάρχει κάτι ακόμα. Διάβασα την κατάθεση του επιζώντα στα αρχεία του πολεμικού ναυτικού... Κάποια σημεία δεν ταιριάζουν. Κι ύστερα, η αιφνίδια εξαφάνισή του, πουφ. Χάθηκε στον αέρα".

Έσβησε το τσιγάρο πιέζοντάς το στο τασάκι, έως ότου εξαφανιστεί και το τελευταίο μόριο της καύτρας. Είναι επίμονη κοπέλα, σκέφτηκε ο Κόυ. Κανένας μη επίμονος δεν θα έμπαινε έτσι σ' ένα τέτοιο θέμα, ούτε θα είχε αυτά τα μάτια παίκτη του πόκερ, ούτε θα έσβηνε με τέτοια εμμονή το τσιγάρο, σαν να το δολοφονούσε. Αυτή γνωρίζει πολύ καλά τί θέλει. Κι εγώ δεν ξέρω αν είναι καλό ή κακό, ακολουθώ τα βήματά της. 

"Υπάρχουν θησαυροί" είπε εκείνη "που δεν μεταφράζονται υποχρεωτικά σε χρήματα".

Ο Κόυ έριξε ένα βλέμμα από το παράθυρο προς τις κατά διαστήματα φωτισμένες γραμμές του τραίνου μακριά, και μετά παρατήρησε το βενζινάδικο που βρισκόταν απέναντι, στα μισά της απόστασης του σπιτιού από το σταθμό. Ένας άντρας στεκόταν μπροστά στο βενζινάδικο, και του φάνηκε πως κοιτούσε προς τα πάνω. Από τον 5ο όροφό όμως ήταν δύσκολο να πει με σιγουριά. Ωστόσο κάτι στη στάση του ή στην εμφάνισή του του φαινόταν οικείο.

"Περιμένεις κανέναν;"

Τον κοίταξε έκπληκτη, χωρίς να πει τίποτα, πριν σηκωθεί και βαδίσει προς το μέρος του. Παρατηρούσε προσεκτικά εκείνον, όχι το παράθυρο. Τελικά, όταν έφτασε, έριξε μια ματιά κάτω. Τα μαλλιά της τότε άγγιξαν το πιγούνι της, κρύβοντας το πρόσωπο. Σήκωσε μηχανικά το χέρι για να τα τραβήξει, και ο Κόυ κοίταξε το προφίλ της, που το σκλήραινε η μεγάλη μύτη, φωτισμένο από τη λάμψη του δρόμου.

"Εκείνος ο άντρας έχει λίγη ώρα κάτω" είπε ο Κόυ. 

Η Τάνχερ εξακολουθούσε να κοιτάζει κάτω χωρίς να λέει τίποτα. Κρατούσε την ανάσα της, και ξεφύσηξε απότομα, σα να εκδήλωνε παραπάνω παράπονο ή ενόχληση. Η έκφρασή της είχε σκοτεινιάσει.

"Τον γνωρίζεις;" ρώτησε ο Κόυ.

Σιωπή. Σφίγγα, βενετσιάνικη μάσκα, αζτέκικο προσωπείο. Βουβή όπως τα φαντάσματα του "Chergui" και του "Dei Gloria".

"Ποιος ήταν ο τύπος με την αλογοουρά;... Γιατί διαπληκτιζόσασταν εκείνη τη νύχτα στη Βαρκελώνη;"

Το βλέμμα του Θας πήγαινε από τον έναν στον άλλο, καθώς κουνούσε ευχαριστημένος την ουρά του. Η Τάνχερ έμεινε μερικά δευτερόλεπτα ακόμη ακίνητη, σαν να μην είχε ακούσει την ερώτηση. Τώρα στήριζε το ένα χέρι στο τζάμι, αφήνοντας εκεί τα ίχνη των δακτύλων της. Ήταν πολύ κοντά, κι ο Κόυ αισθάνθηκε πάλι τη μυρωδιά του ζεστού και καθαρού δέρματος. Μια γλυκειά στύση άρχισε να πιέζει την αριστερή τσέπη του τζην του. Τη φαντάστηκε γυμνή, στηριγμένη σ' εκείνο το ίδιο παράθυρο, με το φως του δρόμου να πέφτει στο δέρμα της. Φαντάστηκε ότι της έβγαζε τα ρούχα και την έστρεφε προς το μέρος του, μ' εκείνην να αφήνεται. Φαντάστηκε ότι την έπαιρνε στα χέρια και την πήγαινε ως τον καναπέ ή ως το κρεβάτι στο πλαϊνό δωμάτιο, με το Θας να κουνάει τρυφερά την ουρά του από την πόρτα. Φαντάστηκε ότι τρελαινόταν κι ότι την ακολουθούσε ως το φάρο στην άκρη του κόσμου, ανάμεσα από ανέμους και ναυάγια, και ότι εκείνη ζητούσε από αυτόν κάτι παραπάνω από το να τον χρησιμοποιεί στα τυφλά. Τα φαντάστηκε όλα αυτά κι ακόμα περισσότερα, όπως σε μια ακολουθία που στήνεται κομμάτι κομμάτι. Το έκανε γρήγορα, φλογερά, απεγνωσμένα, έως ότου ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι εκείνη τον κοίταζε και ότι η έκφραση των ματιών της ήταν  η ίδια με της γυναίκας στη γολέτα απέναντι από τη Βενετία, την οποία αυτός παρατηρούσε μέσα από τα κιάλια και νόμιζε, παρά την απόσταση, ότι το βλέμμα της διαπερνούσε τη σκέψη του.

"Σου υποσχέθηκα μόνο μία απάντηση" είπε τελικά "κι υπήρξαν ήδη πολλές γι' αυτή τη νύχτα... Για τις υπόλοιπες θα πρέπει να περιμένεις'.  
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου