Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

2. Η γυάλινη προθήκη του Τράφαλγκαρ

Στη στεριά υπάρχουν μόνο προβλήματα
Ντ. Χάεφτεν. Πως να αντιμετωπίζετε τις καταιγίδες
α1

Μετά κατάλαβε ότι ήταν σαν να πηδά στο κενό, κι αυτό ήταν κάτι μοναδικό στην περίπτωση του Κόυ, που δε θυμόταν να έχει πάρει μια τόσο βιαστική πορεία στη ζωή του.Ήταν από τους τύπους που, στην αίθουσα χαρτών ενός πλοίου, χρησιμοποιούν τον αναγκαίο χρόνο για να χαράξουν ενσυνείδητα οποιαδήποτε διαδρομή πάνω στο ναυτικό χάρτη. Πριν βρεθεί αναγκαστικά στη στεριά και χωρίς πλοίο, αυτό είχε υπάρξει πηγή ικανοποιήσεων σ' ένα επάγγελμα όπου τέτοια πράγματα μετρούν πολύ την ώρα που χαράζεις ένα σίγουρο δρομολόγιο μεταξύ δύο σημείων με διαφορετικό γεωγραφικό μήκος και πλάτος. Λίγες ήταν οι χαρές που μπορούσαν να συγκριθούν με το να περνάς ώρες μέσα σε υπολογισμούς πορείας και ταχύτητας, προβλέποντας ότι το ακρωτήριο τάδε ή ο φάρος δείνα θα εμφανίζονταν δύο μέρες αργότερα, στις έξι το πρωί και κάπου τριάντα μοίρες από την αριστερή μάσκα, και να περιμένεις εκείνη την ώρα, στην υγρή γέφυρα του ξημερώματος, με τα κιάλια στα μάτια, έως ότου δεις να εμφανίζεται ακριβώς στο σημείο που είχες προβλέψει, η γκρίζα σιλουέτα ή το αμυδρό φως, το οποίο, αφού χρονομετρούσες τη συχνότητα με την οποία φαινόταν και χανόταν, επαλήθευε την ακρίβεια των υπολογισμών σου. Πάντα όταν έφτανε εκείνη η στιγμή ο Κόυ χαμογελούσε από μέσα του, ήρεμα και με ικανοποίηση. Μετά, χαρούμενος από την επιβεβαίωση των μαθηματικών, των οργάνων και της επαγγελματικής του ικανότητας, πήγαινε και στεκόταν σε μια γωνιά της γέφυρας, κοντά στη σιωπηλή σκιά του τιμονιέρη, ή έβαζε ένα χλιαρό καφέ από το θερμός, ευχαριστημένος που βρισκόταν εκεί, σ' ένα καλό πλοίο, αντί ν' αποτελεί μέρος εκείνου του άλλου, του στενάχωρου, κόσμου, του φτιαγμένου από στερεό έδαφος, που ευτυχώς περιοριζόταν σε μια αμυδρή λάμψη πίσω από τον ορίζοντα.  

             Αυτή όμως η άκρα σχολαστικότητά του στην εύρεση θέσεων πάνω στο χαρτί των ναυτικών χαρτών,  που ρύθμιζαν τη ζωή του, δεν τον είχε γλιτώσει από το λάθος και την αποτυχία. Το να λες στεριά μπροστά μας και μετά να επαληθεύεις με απτό τρόπο την παρουσία αυτής της ίδιας στεριάς και τις συνέπειές της είναι καταστάσεις που δεν έρχονται πάντα μ' αυτή τη σειρά. Η στεριά υπήρχε, στους χάρτες ή έξω από αυτούς, κι είχε αποφασίσει να εμφανιστεί απρόοπτα, όπως συνήθως συμβαίνουν τέτοιου είδους πράγματα, εισχωρώντας στην εύθραυστη κατασκευή -ένα ελάχιστο κομμάτι σιδήρου που επέπλεε στον τεράστιο ωκεανό, πάνω στην οποία ο Κόυ θεωρούσε πως ήταν ασφαλής. Έξι ώρες πριν το "Isla Negra", ένα κοντέινερ της εταιρίας Minguez Escudero, προσαράξει στη μέση της απόστασης μεταξύ του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας και του διαύλου της Μοζαμβίκης, στη διάρκεια της βάρδιας του, ο Κόυ, υποπλοίαρχος, είχε ειδοποιήσει τον καπετάνιο ότι ο χάρτης του Βρετανικού Ναυαρχείου που αντιστοιχούσε σ' εκείνη τη ζώνη πληροφορούσε, με ειδική σημείωση, για κάποιες ανακρίβειες όσον αφορούσε τους υφάλους. Αλλά ο καπετάνιος βιαζόταν, κι επιπλέον ταξίδευε σ' εκείνα τα νερά εικοσιπέντε χρόνια με τους ίδιους χάρτες και χωρίς προβλήματα. Είχε επίσης δύο μέρες καθυστέρηση λόγω άσχημου καιρού στον κόλπο της Γουινέας κι επειδή αναγκάστηκε να διώξει με ελικόπτερο ένα μέλος του πληρώματος που είχε σπάσει την ωμοπλάτη του όταν γλίστρησε σε μια σκάλα απέναντι από την Ακτή των Σκελετών. Οι εγγλέζικοι χάρτες, είχε πει στη διάρκεια του δείπνου, είναι τόσο σχολαστικοί που πάντα τους παίρνουν στ' αστεία. Η ρότα είναι καθαρή, διακόσιες σαράντα οργιές βάθος κι ούτε ένα σκατό μύγας στο χαρτί. Θα περάσουμε λοιπόν ανάμεσα από τα νησάκια Τέρσον και Μόουετ Γρέιβ. Είχε πει ακριβώς έτσι: τους παίρνω στ' αστεία, σκατό μύγας κι ανάμεσα στη νησάκια. Ο καπετάνιος, ένας τύπος από τη Γαλικία, ήταν πάνω από εξήντα, μικρόσωμος, με κοκκινωπό μέτωπο και γκρίζα μαλλιά. Εκτός του ότι δεν έδινε σημασία στις σημειώσεις των εγγλέζικων χαρτών, ονομαζόταν δον Γαβριέλ Μόα, είχε τέσσερις δεκαετίες στη θάλασσα στις ρυτίδες του προσώπου του κι όλον εκείνον τον καιρό κανείς δεν τον είχε δει να χάνει την ψυχραιμία του. Ούτε καν όταν, στις αρχές της δεκαετίας του '90, όπως λεγόταν, πήγαινε επί μιάμιση μέρα με κλίση είκοσι μοιρών, αφού είχε χάσει έντεκα κιβώτια σε μια καταιγίδα στον Ατλαντικό. Ήταν ένας απ' αυτούς τους καπετάνιους για τους οποίους εφοπλιστές και υφιστάμενοι βάζουν το χέρι στη φωτιά: αυστηρός στη γέφυρα, σοβαρός στο καφέ των αξιωματικών, αόρατος στη στεριά. Ένας καπετάνιος του παλιού στυλ, από κείνους που μιλούσαν στον πληθυντικό στους αξιωματικούς και τους δόκιμους, και για τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα διέπραττε κάποιο λάθος. Γι' αυτό και ο Κόυ κράτησε εκείνη τη ρότα στον αγγλικό χάρτη που σημείωνε ανακρίβειες στους υφάλους. Και γι αυτό επίσης, αφού είχαν περάσει τα πρώτα είκοσι λεπτά της βάρδιας του, είχε ακούσει να τρίζει πάνω σ' ένα βράχο και να τρέμει κάτω από τα πόδια του το χαλύβδινο κύτος του "Isla Negra", και είχε σπεύσει, πριν καλά καλά συνέλθει από την τρομάρα του, στον τηλέγραφο μηχανοστασίου δίνοντας διαταγή να σταματήσουν τις μηχανές, καθώς ο καπετάνιος Μόα εμφανιζόταν στη γέφυρα με τις πιτζάμες και τα μαλλιά ανακατεμένα, κοιτάζοντας μακριά το σκοτάδι με μιαν ανόητη έκφραση υπνοβάτη, την οποία ο Κόυ δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Ο καπετάνιος είχε απλώς ψελλίσει "Δεν είναι δυνατόν" τρεις φορές, τη μία μετά την άλλη, και μετά, πάντα τόσο σαστισμένος σαν να μην είχε ξυπνήσει τελείως, μουρμούρισε ένα ξεψυχισμένο "Σταματήστε τις μηχανές", όταν αυτές είχα ήδη πέντε λεπτά σταματημένες κι ο τιμονιέρης παρέμενε ακίνητος, με τα χέρια στο τιμόνι, παρατηρώντας μια εκείνον και μια τον Κόυ. Κοιτούσε και ο Κόυ, με την τραγική βεβαιότητα αυτού που αναλαμβάνει το κόστος μιας απρόσμενης αποκάλυψης, εκείνο τον ανώτερό του αξιωματικό που έχαιρε εκτίμησης και στου οποίου τις διαταγές είχε υπακούσει χωρίς δισταγμό πριν μισή ώρα, αν και τον οδηγούσαν με κλειστό το ραντάρ στο σταθμό της Μαλάκκα, και που ξαφνικά, αιφνιδιασμένος και δίχως χρόνο να οπισθογράψει τη μάσκα της κίβδηλης φήμης του, ή ίσως -οι άνθρωποι αλλάζουν ανάλογα με τα χρόνια τους και την καρδιά τους- τη μάσκα του ικανού ναυτικού που είχε κάποτε αποκτήσει, έδειχνε τώρα ακριβώς όπως ήταν στην πραγματικότητα, ένας ηλικιωμένος με πιτζάμες, που τα γεγονότα τον είχαν ξεπεράσει, ανίκανος να δώσει μια σωστή διαταγή' ένας φτωχός τρομαγμένος άνθρωπος, που έβλεπε αίφνης να χάνεται η σύνταξή του υστερα από σαράντα χρόνια υπηρεσίας,

       Η σημείωση του ναυτικού χάρτη ήταν βάσιμη. Υπήρχε τουλάχιστον μία μη καταγεγραμμένη συστάδα υφάλων στο κανάλι μεταξύ Τέρσον και Μόουετ Γρέηβ, και κάποιος κοσμικός πλακατζής θα ' πρεπε να γελάει με την καρδιά του σε κάποιο σημείο του Σύμπαντος, γιατί εκείνα τα βράχια τα χαμένα στον αχανή ωκεανό, είχαν μπει ακριβώς στην πορεία του "Isla Negra", όπως και το περίφημο παγόβουνο του "Titanic", στη διάρκεια της βάρδιας του Μάνουελ Κόυ. Όπως και να 'ταν, καπετάνιος και αξιωματικός φυλακής πλήρωσαν γι' αυτό. Η ανακριτική επιτροπή, αποτελούμενη από έναν επιθεωρητή της εταιρείας και δύο αξιωματικούς του εμπορικού ναυτικού, έλαβε υπόψη της το ιστορικό του καπετάνιου Μόα, τακτοποιώντας το ζήτημα με μια διακριτική πρόωρη σύνταξη. Όσο για τον Κόυ, εκείνος ο χάρτης του Βρετανικού Ναυαρχείου τον είχε οδηγήσει πολύ μακριά από τη θάλασσα. Τώρα ήταν στη Μαδρίτη, ακίνητος δίπλα σε μια πέτρινη κρήνη, στην οποία ένα παιδί με ιερατικό χαμόγελο έπνιγε ένα δελφίνι, κι έμοιαζε με ναυάγιο που μόλις είχε ξεβραστεί σε μια θορυβώδη παραλία σε περίοδο αιχμής. Είχε τα χέρια στις τσέπες και, μέσα από το πλήθος των αυτοκινήτων και το μανιώδη θόρυβο των κορναρισμάτων, κοιτούσε από μακριά το μπρούντζινο γαλιόνι πάνω από την είσοδο του αριθμού 5 της λεωφόρου Πράδο. Δεν ήξερε την ακριβή θέση των υφάλων στην πορεία που σκόπευε ν' ακολουθήσει, άφηνε όμως πίσω του, στο βάθος του μυαλού του, το σημείο όπου ακόμα μπορείς να βιράρεις και ν' αλλάξεις ρότα. Τα χρήματα από τον εξάντα Weems de Plath, τον οποίο ο φίλος του Σέρχι Σολάνς είχε αποκτήσει τελικά σε λογική τιμή, του έφταναν για να πληρώσει το εισιτήριο του τραίνου Βαρκελώνης - Μαδρίτης, το οποίο χρησιμοποίησε την προηγούμενη νύχτα, και του εξασφάλιζαν ένα λογικό επίπεδο επιβίωσης για δύο βδομάδες. Ένα μέρος αυτών των χρημάτων φούσκωνε στη δεξιά τσέπη του τζην του, και τα υπόλοιπα βρίσκονταν στο σάκο από καραβόπανο που είχε αφήσει στο αποσκευοφυλάκιο του σταθμού της Ατότσα. Τώρα ήταν μία παρά τέταρτο, σε μια ηλιόλουστη, ανοιξιάτικη μέρα, και η κίνηση κυλούσε πολύχρωμη και θορυβώδης, προς την πλατεία Θιβέλες, δίπλα από το μέγαρο του ταχυδρομείου, που συνόρευε με το γενικό αρχηγείο του πολεμικού ναυτικού και τα γραφεία του Ναυτικού Μουσείου. Μισή ώρα νωρίτερα ο Κόυ είχε κάνει μια επίσκεψη στη γενική διεύθυνση του εμπορικού ναυτικού, δυο δρόμους πιο πάνω, για να δει αν προχωρούσε η προσφυγή του. Η υπεύθυνη του τμήματος, μια ώριμη γυναίκα με ευγενικό χαμόγελο και με μια γλάστρα με γεράνι πάνω στο γραφείο της, έπαψε να χαμογελάει όταν, αφού πληκτρολόγησε στον υπολογιστή τα στοιχεία του Κόυ, εμφανίστηκε στην οθόνη της ο φάλεκός του.  Η προσφυγή έχει απορριφθεί, είπε με άχρωμη φωνή. Θα λάβετε τη γνωστοποίηση γραπτώς. Μετά σταμάτησε να ασχολείται μαζί του και επέστρεψε στις δουλειές της. Ίσως από κείνο το γραφείο, κάπου τριακόσια ναυτικά μίλια από την κοντινότερη ακτή, η γυναίκα νε είχε μια ρομαντική εικόνα για τη θάλασσα και να μην της άρεσαν οι ναυτικοί που κάθιζαν τα πλοία τους. Ή ίσως να ήταν απλώς το αντίθετο, μια αντικειμενική, ανεπηρέαστη υπάλληλος, για την οποία μια προσάραξη στον Ινδικό ωκεανό ελάχιστα διέφερε από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Κι ένας ναυτικούς του οποίου είχε ανασταλεί η άδεια εργασίας και βρισκόταν στη μαύρη λίστα των εφοπλιστών να μην της φαινόταν διαφορετικός από οποιοδήποτε άτομο που ένας αυστηρός δικαστής τού είχε στερήσει την άδεια οδήγησης αυτοκινήτων. Το κακό, είχε σκεφτεί ο Κόυ καθώς κατέβαινε τα σκαλιά προς την έξοδο, ήταν πως σ' αυτή την περίπτωση, η γυναίκα δεν έπεφτε έξω. Σε μια εποχή που οι δορυφόροι σημείωναν διαδρομές και waypoints, που το κινητό τηλέφωνο καθιστούσε μη απαραίτητη την παρουσία του καπετάνιου στη γέφυρα και που οποιοσδήποτε διοικητικός υπάλληλος μπορούσε να κυβερνήσει από ένα γραφείο υπερωκεάνια ή πετρελαιοφόρα εκατό χιλιάδων τόνων, ένας ναυτικός του οποίου το πλοίο προσάραξε λίγο διέφερε από έναν φορτηγατζή που βγήκε από το δρόμο επειδή του χάλασαν τα φρένα ή επειδή οδηγούσε μεθυσμένος.
       

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

 η

Στο ραδιόφωνο της κόρης της ιδιοκτήτριας, η ίδια φωνή τον εκνεύριζε τώρα με το τραγούδι "La reina del barrio chino". Ο Κόυ έκλεισε το γουόκμαν του -ο Μάιλς Ντέιβις μονολογούσε "Saeta", το τέταρτο θέμα του "Sketches of Spain"- και σταμάτησε να κοιτάζει την κηλίδα στο ταβάνι. Το βιβλίο και τα ακουστικά έπεσεν στα σεντόνια όταν εκείνος σηκώθηκε και προχώρησε στο στενό δωμάτιο, το τόσο ίδιο με το κελί στο οποίο είχε βρεθεί για δύο μέρες στη Λα Γκουάιρα, τότε που το Τορπιλικό Τουκουμάν, ο Νέιρα από τη Γαλικία και ο ίδιος έχοντας βαρεθεί να τρώνε φρούτα, κατέβηκαν στη στεριά ν' αγοράσουν φρέσκο ψάρι και ο Νέιρα είπε πιείτε ένα καφέ και περιμένετέ με, ένα τέταρτο για ένα πήδημα κι επιστρέφω. Σε λίγο τον άκουσαν από το παράθυρο να ζητάει βοήθεια και μπήκαν και διέλυσαν το μπαρ, τα έκαναν όλα γυαλιά καρφιά, τα τραπέζια, τα μπουκάλια και τα πλευρά του νταβατζή που έβαλε χέρι στο πορτοφόλι του Νέιρα, και ο καπετάνιος, ο δον Ματίας Νορένια, αναγκάστηκε να πάει κακοδιάθετος να τους πάρει, δωροδοκώντας τους αστυνομικούς μ' ένα μάτσο δολάρια, τα οποία κράτησε μετά ως το τελευταίο σεντ από τους μισθούς τους 

             Αισθάνθηκε μια νοσταλγία καθώς τα θυμήθηκε όλα αυτά. Ο καθρέφτης πάνω από το νιπτήρα κατόπτριζε τους φαρδιούς ώμους του και το κουρασμένο, αξύριστο πρόσωπό του. Άφησε το νερό να τρέξει εώς ότου έγινε κρύο κι έβρεξε το πρόσωπο και τον αυχένα του, ξεφυσώντας και τινάζοντας το κεφάλι του όπως ένας σκύλος κάτω από τη βροχή. Σκουπίστηκε καλά με μια πετσέτα και κοιτάχτηκε για λίγο ακίνητος, βλέποντας τη δυνατή του μύτη, τα σκούρα μάτια, τα τραχιά χαρακτηριστικά, σα να υπολόγιζε τις πιθανότητες που είχε. Βαρβάτο μηδενικό, συμπέρανε. Με τέτοια κοψιά δεν πιάνεις μία.

           Άνοιξε το συρτάρι της σιφονιέρας κι αναζήτησε το φάκελο που φύλαγε τα χρήματα. Δεν ήταν πολλά, και τις τελευταίες μέρες λιγόστευαν επικίνδυνα. Έμεινε για μια στιγμή ακίνητος, δουλεύοντας στο μυαλό του την ιδέα, και μετά πήγε ως το ντουλάπι κι έβγαλε το σάκο όπου κρατούσε τα ελάχιστα υπάρχοντά του: μερικά πολυδιαβασμένα βιβλία, τις επωμίδες του αξιωματικού, των οποίων οι επιχρυσώσεις είχαν αρχίσει να γίνονται ένα μουχλιασμένο πράσινο, κασέτες με τζαζ, ένα άλμπουμ φωτογραφιών σε σχήμα πορτοφολιού -το εκπαιδευτικό πλοίο "Estrella del Sur", το Τορπιλικό Τουκουμάν και ο Νέιρα από τη Γαλικία στον πάγκο ενός μπαρ του Ρόττερνταμ, ο ίδιος με γαλόνια αξιωματικού πάνω στο "Isla Negra". κάτω από τη γέφυρα του Μπρούκλιν- και το ξύλινο κουτί όπου φύλαγε τον εξάντα του. Ήταν καλός εξάντας, ένας Weems & Plath έξι φίλτρων, από μαύρο μέταλλο και χείλος από επιχρυσωμένο μπρούντζο, τον οποίο ο Κόυ είχε αγοράσει με δόσεις όταν πήρε τον πρώτο του μισθό, μόλις απέκτησε το βαθμό του πλοηγού. Τα συστήματα προσδιορισμού θέσης μέσω δορυφόρου είχαν καταδικάσει σε θάνατο αυτό το όργανο, όσοι όμως θεωρούσαν τον εαυτό τους ναυτικό γνώριζαν την αξιοπιστία του, όταν γινόταν ηλεκτρονικά λάθη, στον προσδιορισμό του γεωγραφικού πλάτους το μεσημέρι, όταν ο ήλιος έφτανε στο ψηλότερό του σημείο στον ουρανό, ή τη νύχτα με ένα χαμηλό αστέρι στον ορίζοντα: ναυτικά ημερολόγια, πίνακες, τρία λεπτά υπολογισμών. Με τον ίδιο τρόπο που οι στρατιωτικού περιποιούνται και διατηρούν καθαρά τα όπλα τους, ο Κόυ είχε φροντίσει, στη διάρκεια όλων εκείνων των ετών, να μη μαζέψει ο εξάντας του αλατώδη υγρασία και βρωμιά, καθαρίζοντας τα κάτοπτρα κι επαληθεύοντας πιθανά πλευρικά λάθη ή λάθη του γωνιόμετρου. Ακόμα και τώρα, δίχως πλοίο κάτω από τα πόδια του, τον έπαιρνε πολλές φορές μαζί του στις βόλτες του στην παραλία για να κάνει υπολογισμούς ύψους, καθισμένος σ' ένα βράχο μπροστά στον ορίζοντα της ανοιχτής θάλασσας. Η συνήθεια αυτή κρατούσε από τότε που ταξίδευε ως δόκιμος στο "Monte Pequeño", το τρίτο του πλοίο αν υπολόγιζε και το "Estrella del Sur".Το "Monte Pequeño" ήταν ένα σκάφος 275.000 τόνων της Εnpetrol, και του καπετάνιου, του δον Αγουστίν δε λα Γέρρα, του άρεσε να δίνει επισημότητα τη στιγμή της μεσημβρίας, καλώντας τους αξιωματικούς για ένα ποτήρι τσέρι, αφού αυτοί και οι δόκιμοι είχαν συγκρίνει τους υπολογισμούς τους, με το ρολόι στο χέρι ο καπετάνιος κι εκείνοι βρίσκοντας την εφαπτομένη του ήλιου στον ορίζοντας μέσα από τα φίλτρα των οργάνων τους. Ήταν ένας καπετάνιος της παλιάς σχολής, με κάπως ξεπερασμένες ιδέες, αλλά θαυμάσιος ναυτικός, της εποχής που τα μεγάλα πετρελαιοφόρα πήγαιναν άδεια στον Περσικό μέσω Σουέζ κι επέστρεφαν φορτωμένα μέσω Ακρωτηρίου, κάνοντας τον γύρο της Αφρικής. Μια φορά είχε πυροβολήσει ένα καμαρότο σ' ένα λιμάνι επειδή δεν του είχε δείξει τον απαιτούμενο σεβασμό. Κι όταν το σωματείο πήγε να διαμαρτυρηθεί, απάντησε πως ο καμαρότος ήταν τυχερός, γιατί ενάμιση αιώνα νωρίτερα θα τον είχε κρεμάσει από το μεσαίο κατάρτι. Στο πλοίο μου, είπε σε κάποια περίσταση στον Κόυ, ή συμφωνεί κανείς με τον καπετάνιο ή το βουλώνει. ήταν στη διάρκεια ενός χριστουγεννιάτικου δείπνου στη Μεσόγειο, μ' έναν απαίσιο καιρό στην πλώρη, μια καταιγίδα με άνεμο δέκα μποφώρ, που τους ανάγκασε να κρατήσουν τις μηχανές στο ακρωτήριο Μπον. Ο Κόυ, ναυτικός δόκιμος, είχε διαφωνήσει μ' ένα σχόλιο του καπετάνιου, κι εκείνος πέταξε τότε την πετσέτα στο τραπέζι και είπε αυτό για το πλοίο του και τα λοιπά. Μετά τον έστειλε για βάρδια έξω, στο δεξί μέρος του πλοίου, όπου εκείνος παρέμεινε για τις επόμενες τέσσερις ώρες, με τον άνεμο, τη βροχή και τη θάλασσα που έσπαγε πάνω στο πετρελαιοφόρο να τον μαστιγώνουν. Ο δον Αγουστίν δε λα Γέρρα ήταν ένας παράξενος τύπος, που είχε επιζήσει από άλλες εποχές, δεσποτικός και σκληρός πάνω στο σκάφος. Όταν όμως ένα παναμέζικο φορτηγό, με το Ρώσο αξιωματικό φυλακής μεθυσμένο, τον χτύπησε με την πλώρη στην πρύμνη, μια νύχτα που η βροχή και το χαλάζι γέμιζαν τα ραντάρ στο στενό της Μάγχης, κατάφερε να κρατήσει το πετρελαιοφόρο στην πορεία του και να το οδηγήσει στο Ντόβερ  χωρίς να χύσει σταγόνα πετρελαίου, γλιτώνοντας έτσι την εταιρία από τα έξοδα των ρυμουλκών. Οποιοσδήποτε καθυστερημένος, έλεγε, μπορεί τώρα να κάνει το γύρο του κόσμου χωρίς να ξεκουμπώσει τα κουμπιά του σακακιού του. Αν όμως τα ηλεκτρονικά αποτύγχαναν ή οι Αμερικάνοι έσβηναν του καταραμένους τους δορυφόρους, που είναι εφεύρεση του Πονηρού, ή ένας αναθεματισμένος μπολσεβίκος σ' την έφερνε από πίσω στη μέση του ωκεανού, ένας καλός εξάντας, μια πυξίδα κι ένα χρονόμετρο θα συνέχιζαν να σε πηγαίνουν οπουδήποτε. Γι' αυτό κι εξασκήσου, μικρέ. Εξασκήσου. Υπάκουος ο Κόυ είχε εξασκηθεί ακούραστα επί μέρες, μήνες, χρόνια. Και είχε μάθει, αργότερα και με εκείνον τον ίδιο εξάντα, να κάνει πιο δύσκολες παρατηρήσεις, σε κατασκότεινες κι επικίνδυνες νύχτες, ή μέσα σε δυνατές καταιγίδες που διέτρεχαν απ' άκρη σ' άκρη τον Ατλαντικό, καθώς προσπαθούσε μουσκεμένος να κρατηθεί, την ώρα που η πλώρη δεχόταν μανιασμένα χτυπήματα, και παραμόνευε απεγνωσμένα, με το μάτι κολλημένο στη διόπτρα, την εμφάνιση του αμυδρού χρυσαφένιου δίσκου μεσ' από τα σύννεφα που σπρωχνόταν από το βορειοανατολικό άνεμο.

          
         Αισθάνθηκε μια γλυκειά μελαγχολία όταν κράτησε το οικείο βάρος του εξάντα στα χέρια, λύνοντας τον κινητό βραχίονα και ακούγοντάς τον να γλιστρά στο οδοντωτό χείλος που αριθμούσε από το 0 έως το 120 τις μοίρες οποιουδήποτε μεσημβρινού της Γης. Υπολόγισε έπειτα πόσα θα ζητούσε γι αυτόν από το Σέρχι Σόλανς, που για χρόνια θαύμαζε εκείνο το αντικείμενο. Γιατί, όπως συνήθιζε να λέει ο Σέρχι όταν έπιναν μαζί ένα ποτό στο "Schilling", δεν κατασκευάζονταν πια εξάντες σαν κι αυτόν. Ο Σέρχι ήταν ένα καλό παιδί, που πλήρωνε σχεδόν όλα τα ποτά από τότε που ο Κόυ είχε βρεθεί στη στεριά και δίχως χρήματα, και που δεν του κρατούσε κακία που είχε ξαπλώσει με την Εύα, εκείνη τη νύχτα που η Βραζιλιάνα επιδείκνυε ένα φανελάκι διαβολικά εφαρμοστό στο ύψος του στηθόδεσμου νούμερο 95 που ποτέ δε φορούσε, και ο ίδιος ήταν υπερβολικά μεθυσμένος για να τη διεκδικήσει. Είχε κάνει επίσης ναυτικές σπουδές μαζί με τον Κόυ και ήταν στο ίδιο πλοίο για μερικούς μήνες, όταν ταξίδευαν στο "Migalota", ένα μινεραλάδικο της Rodriguez & Saulnier, και τώρα ετοιμαζόταν για τις εξετάσεις του για καπετάνιος ενός φέρι της Tramsediterránea που έκανε δυο φορές την εβδομάδα τη διαδρομή Βαρκελώνη - Πάλμα. Είναι σαν να οδηγείς αυτοκίνητο, έλεγε. Άλλα μ' έναν τέτοιο εξάντα στην καμπίνα εξακολουθείς να αισθάνεσαι ναυτικός.

            Μετακίνησε το βραχίονα στη μέση του χείλους και ξανάβαλε προσεχτικά τον Weems & Plath στο κουτί του. Πήγε μετά στη σιφονιέρα, άνοιξε το πορτοφόλι του και έβγαλε την κάρτα που η γυναίκα του είχε δώσει τρεις μέρες νωρίτερα, καθώς τον αποχαιρετούσε στη γωνία της Ράμπλας. Δεν είχε τυπωμένα ούτε διεύθυνση ούτε τηλέφωνο, μόνο όνομα και επώνυμο: Τάνχερ Σότο. Από κάτω με στρογγυλά κι ευκρινή γράμματα, εκείνη είχε γράψει τη διεύθυνση του Ναυτικού Μουσείου της Μαδρίτης, βάζοντας μεγάλους κύκλους αντί για τόνους.

Καθώς έκλεινε το καπάκι του εξάντα, ο Κόυ σφύριζε το " Noche de samba en Puerto España".

Τετάρτη 15 Αυγούστου 2012

ζ
Τρεις μέρες αργότερα, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του δωματίου του "La  Marítima", ο Κόυ κοιτούσε μια κηλίδα υγρασίας στον τοίχο. "Kind of Blue". Στα ακουστικά του γουόκμαν του, που μετά το "So What", απ' όπου το κοντραμπάσο γλιστρούσε γλυκά, η τρομπέτα του Μάιλς Ντέιβις ξεκινούσε με το ιστορικό σόλο με τις δύο νότες -η δεύτερη μια οκτάβα χαμηλότερη από την πρώτη-, και ο Κόυ περίμενε, καθηλωμένος σ' εκείνο τον άδειο χώρο, την απελευθερωτική εκκένωση, το μοναδικό χτύπημα των κρουστών, την αντήχηση του πιάτου και τις τυμπανοκρουσίες που λειαίνουν το αργό μονοπάτι, το αναπόδραστο, το έκπληκτο στο μέταλλο της τρομπέτας.

        Θεωρούσε τον εαυτό του αναλφάβητο στη μουσική, αγαπούσε όμως τη τζαζ -την υπεροψία και την εφευρετικότητά της. Είχε γίνει λάτρης της στις ατέλειωτες βάρδιες της γέφυρας, όταν ταξίδευε ως ανθυποπλοίαρχος στο "Fedallah", ένα φρουτάδικο της Zoeline, του οποίου ο υποπλοίαρχος, ένας τύπος από τη Γαλικία ονόματι Νέιρα, διέθετε τις πέντε κασέτες της Smithsonian Collection με κλασική τζαζ. Περιλάμβαναν από Σκοτ Τζόπλιν και Μπιξ Μπέιντερμπεκ, έως Θελόνιους Μονκ και Ορνέτ Κόουλμαν, περνώντας από τους Άρμστρονγκ, Έλλιγκτον, Άρτ Τέιταμ, Μπίλλυ Χολλιντέυ, Τσάρλι Πάρκερ και τους άλλους. Ώρες και ώρες τζαζ, μ' ένα φλιτζάνι καφέ στα χέρια, κοιτώντας τη θάλασσα, ακουμπισμένος στην κουπαστή της πλώρης, τη νύχτα, κάτω από τ' αστέρια. Ο Γοροστιόλα, πρώτος μηχανικός από το Μπιλμπάο, πιο γνωστός ως Τορπιλικό Τουκουμάν, ήταν επίσης παθιασμένος μ' αυτή τη μουσική. Και οι τρεις είχαν μοιραστεί τζαζ και φιλία επί έξι χρόνια, σε μια τετραγωνική πορεία την οποία εκτελούσε το "Fedallah" -μετά πέρασαν και οι τρεις στο "Tashtego", άλλο δίδυμο πλοίο της Zoeline- με φρούτα και στάρι μεταξύ Ισπανίας, Καραϊβικής, Βόρειας Ευρώπης και νοτίων Ηνωμένων Πολιτειών. Ήταν μια ευτυχισμένη εποχή στη ζωή του Κόυ.

           Παρά τη μουσική από τα ακουστικά, μέσω της αυλής, που χρησίμευε και για το άπλωμα των ρούχων, έφτανε ο ήχος από το ραδιόφωνο της κόρης της ιδιοκτήτριας, που έμενε συνήθως να μελετάει ως πολύ αργά. Η κόρη της ιδιοκτήτριας ήταν μια σκυθρωπή νεαρή, ελάχιστα χαριτωμένη, στην οποία χαμογελούσε ευγενικά, δίχως ποτέ να παίρνει σε αντάλλαγμα μια κίνηση ή μια ματιά. Το "La  Marítima" ήταν ένα παλιό σπίτι για ιαματικά λουτρά -1844, βεβαίωνε το πλαίσιο της πόρτας που έβλεπε στην οδό Άρκ ντελ Τεάτρε-, που είχε μετατραπεί σε φτηνή πανσιόν για ναυτικούς. Βρισκόταν ανάμεσα στο παλιό λιμάνι και την κινέζικη συνοικία, και η μητέρα της κοπέλας, μια γεμάτη κυρία με μαλλιά βαμμένα κοκκινωπά, την είχε αναμφίβολα προειδοποιήσει από πολύ μικρή για τους κινδύνους της συνηθισμένης της πελατείας, άνθρωποι άξεστοι και χωρίς ενδοιασμούς, που έκαναν συλλογή από γυναίκες σε κάθε λιμάνι όπου κατέβαιναν διψασμένοι για αλκοόλ, ναρκωτικά και λίγο ή πολύ παρθένα κορίτσια.

           Από το παράθυρο ακουγόταν θαυμάσια, μέσα από τη τζαζ του γουόκμαν,  ο Νοέλ Σότο να τραγουδά το "Noche de samba en Puerto España, Ο Κόυ δυνάμωσε την ένταση. Φορούσε μόνο ένα μικρό σλιπ. Πάνω στο στομάχι του είχε το βιβλίο Κυρίαρχος των θαλασσών του Πάτρικ Ο΄Μπράιαν *, ανοιχτό προς τα κάτω. Το μυαλό του όμως ταξίδευε πολύ πιο μακριά από τις ναυτικές περιπέτειες του πλοιάρχου Τζακ Όμπτρυ και του δόκτορα Στίβεν Ματιούρι. Η κηλίδα στο ταβάνι έμοιαζε με το περίγραμμα μιας ακτής, με τα ακρωτήρια και τους ορμίσκους της και ο Κόυ διέτρεχε με το βλέμμα τη φανταστική πορεία δύο πλοίων στην κιτρινωπή θάλασσα του ανέφελου ουρανού. Σκεφτόταν βέβαια εκείνην.


         

           Έβρεχε όταν βγήκαν από το "Boadas". Μια ψιλή βροχή, ελάχιστα ενοχλητική, που λούστραρε με αστραφτερά φώτα την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια και γέμιζε κουκκίδες τις δέσμες των προβολέων των αυτοκινήτων. Εκείνην δεν έδειχνε να την απασχολεί μήπως βραχεί το σουέτ σακάκι της, και είχαν περπατήσει προς τα κάτω την κεντρική λεωφόρο, ανάμεσα στα κιόσκια με τις εφημερίδες και τα περιοδικά και τα λουλουδάδικα που άρχιζαν να κλείνουν. Ένας μίμος, στωικός κάτω από το ψιλόβροχο, που σχημάτιζε ρυάκια στην άσπρη πούδρα του ακίνητου προσώπου του, του τόσο μελαγχολικού΄, που γέμιζε θλίψη όλους τους περαστικούς σε μια ακτίνα είκοσι μέτρων, τους ακολούθησε με τα μάτια όταν η γυναίκα έσκυψε για να αφήσει ένα κέρμα στο καπέλο του. Προχωρούσε όπως και προηγουμένως, κάπως προπορευόμενη και κοιτάζοντας το έδαφος στ' αριστερά της, σαν να άφηνε στον Κόυ την επιλογή να καταλάβει εκείνο το χώρο ή ν' αποσυρθεί διακριτικά. Εκείνος παρατηρούσε στα κρυφά το σκληρό της προφίλ, μέσα από τα ίσια μαλλιά, που κυμάτιζαν καθώς περπατούσε, και τα καυχησιάρικα μάτια, που στρέφονταν πότε πότε προς το μέρος του σαν προπομποί ενός σκεφτικού βλέμματος ή ενός χαμόγελου.

             Στο "Schilling" δεν υπήρχε πολύς κόσμος. Ξαναζήτησε μπλε τζιν με τόνικ, ενώ εκείνη βολεύτηκε με σκέτο τόνικ. Η Εύα, η Βραζιλιάνα σερβιτόρα, σέρβιρε τα ποτά κοιτώντας τη με θράσος και μετά σήκωσε το ένα φρύδι προς την κατεύθυνση του Κόυ, χτυπώντας πάνω στον πάγκο με τα ίδια μακριά πράσινα νύχια που τρία ξημερώματα είχε μπήξει συνειδητά στη γυμνή του πλάτη. Ο Κόυ όμως πέρασε το χέρι στα βρεγμένα μαλλιά του και διατήρησε αναλλοίωτο το χαμόγελό του, πολύ γλυκό και ήρεμο, έως ότου η σερβιτόρα μουρμούρισε μπάσταρδε και χαμογέλασε με τη σειρά της, αρνούμενη ταυτόχρονα να πάρει χρήματα για το δικό του ποτό. Έπειτα από λίγο ο Κόυ και η γυναίκα πήγαν να καθίσουν σε ένα τραπέζι, απέναντι από το μεγάλο καθρέφτη που κατόπτριζε τα μπουκάλια που ήταν αραδιασμένα στον τοίχο. Εκεί συνέχισαν τη συζήτησή τους, που είχε διακοπεί. Εκείνη δεν ήταν φλύαρη. Μέχρι τότε είχε πει μόνο ότι δούλευε σ' ένα μουσείο, και πέντε λεπτά αργότερα εκείνος μπόρεσε να καταλάβει ότι επρόκειτο για το Ναυτικό Μουσείο της Μαδρίτης. Υπέθεσε ότι είχε σπουδάσει ιστορία και ότι κάποιος, ο πατέρας της ίσως, υπήρξε στρατιωτικός καριέρας. Δεν ήξερε αν σ' αυτό οφειλόταν η όψη της της καλοαναθρεμμένης κοπέλας. Διέκρινε επίσης μια συγκρατημένη αποφασιστικότητα, μια εσωτερική, κρυφή, σιγουριά που τον φόβιζε.

        Αργότερα μόνο ο Κόυ έκανε αναφορά στον τύπο με τη γκρίζα αλογοουρά, όταν περπατούσαν κάτω από τις αψίδες της πλατείας Ρεάλ. Εκείνη είχε βεβαιώσει ότι ο Ουρρούτια ήταν πολύτιμο κομμάτι, αν και όχι μοναδικό. Δεν έκανε όμως σαφές αν η αγορά έγινε για την ίδια ή για λογαριασμό του μουσείου. Είναι ένας σημαντικός ναυτικός άτλαντα, σχολίασε επιθετικά όταν εκείνος αναφέρθηκε στη σκηνή της οδού Κονσέλ δε Θέντ, και πάντα υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται γι αυτού του είδους τα πράγματα. Συλλέκτες, πρόσθεσε έπειτα από λίγο. Τέτοιος κόσμος. Μετά έγειρε λίγο το κεφάλι και ρώτησε για τη ζωή που έκανε εκείνος στη Βαρκελώνη. Ο Κόυ μίλησε για την πανσιόν "La  Marítima", για τις βόλτες του στο λιμάνι, για τα ηλιόλουστα πρωινά στον υπαίθριο χώρο του "Universal", απέναντι από τη Ναυτική Διοίκηση, όπου μπορούσε να περάσει τρεις και τέσσερις ώρες  μ' ένα βιβλίο και το γουόκμαν του με την τιμή μιας μπύρας. Μίλησε επίσης για το χρόνο που είχε μπροστά του ως τη λήξη της ποινής του, για το πόσο δυσάρεστο είναι να βρίσκεσαι στη στεριά χωρίς δουλειά και χρήματα. Εκείνη τη στιγμή νόμισε πως είδε, στην άκρη των αψίδων, να προβάλλει ο κοντός τύπος με το μουστάκι, τα μαλλιά με το τζελ και το καρρώ σακάκι που το απόγευμα ήταν στη δημοπρασία. Τον παρατήρησε μια στιγμή για να βεβαιωθεί και στράφηκε προς το μέρος της για να διαπιστώσει αν κι εκείνη είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Τα μάτια της όμως ήταν ανέκφραστα, σαν να μην έβλεπαν τίποτα το ιδιαίτερο. Όταν ο Κόυ γύρισε και ξανακοίταξε, ο ανθρωπάκος με το καρρώ σακάκι ήταν ακόμα εκεί, κόβοντας βόλτες με τα χέρια στην πλάτη και ύφος αδιάφορο.

            Βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα του "Club de la Pipa" κι εκείνος έκανε ένα γρήγορο υπολογισμό του πόσα του απέμεναν στο πορτοφόλι, συμπεραίνοντας ότι μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να την καλέσει για ένα ακόμα ποτό και ότι, στη χειρότερη περίπτωση ο Ρότζερ, ο υπεύθυνος του μαγαζιού, θα τον εμπιστευόταν. Εκείνη έδειξε να εκπλήσσεται από το ασυνήθιστο μέρος, από το κουδούνι στην πόρτα, την παλιά σκάλα και το χώρο στο δεύτερο πάτωμα, με τον περίεργο πάγκο του,  τον καναπέ και τις γκραβούρες με τον Σέρλοκ Χολμς κρεμασμένες στον τοίχο. Δεν είχε μουσική τζαζ εκείνη τη νύχτα, και στάθηκαν όρθιοι μπροστά στον άδειο πάγκο, καθώς ο Ρότζερ έλυνε ένα σταυρόλεξο στην άλλη άκρη. Εκείνη θέλησε να δοκιμάσει το μπλε τζιν και είπε πως της άρεσε το άρωμά του. Σε λίγο δήλωσε γοητευμένη από το χώρο και πρόσθεσε ότι ποτέ δεν είχε φανταστεί πως υπήρχε στη Βαρκελώνη ένα τέτοιο μέρος. Ο Κόυ είπε πως ήταν έτοιμοι να το κλείσουν, γιατί οι γείτονες διαμαρτύρονταν για το θόρυβο και τη μουσική.  Πατούσαν σ' ένα πλοίο που βρισκόταν καθ' οδόν προς διάλυση. Σ' εκείνην είχε μείνει μια σταγονίτσα τζιν στην άκρη του στόματος, κι αυτός σκέφτηκε πως δυστυχώς είχε μόνο τρία ποτά στο στομάχι του, γιατί με ένα δυο ακόμα θα είχε απλώσει το χέρι για να τη σκουπίσει με τα δάχτυλά του. Η γυναίκα δε φαινόταν απ' αυτές που αφήνουν να τους σκουπίσει κάτι ένας ναυτικός που μόλις γνώρισαν και τον οποίον κοιτούν μ' ένα μείγμα επιφύλαξης, ευγένειας κι εμπιστοσύνης. Τότε, εκείνος τη ρώτησε το όνομά της, κι αυτή χαμογέλασε πάλι -έπειτα από λίγες στιγμές αυτή τη φορά, σαν να είχε χρειαστεί να πάει μακριά για να το κάνει- και τα μάτια της καρφώθηκαν σ' εκείνα του Κόυ, ή μάλλον καρφώθηκαν κυριολεκτικά για ένα ατέλειωτο και γεμάτο ένταση δευτερόλεπτο, και του είπε το όνομά της. Εκείνος σκέφτηκε πως ήταν ένα όνομα μοναδικό, όπως και η εμφάνισή της, ένα όνομα που ωστόσο της ταίριαζε καλά και που το πρόφερε μία φορά με δυνατή φωνή, αργά,  όταν από τα χείλη της δεν είχε σβήσει το απόμακρο χαμόγελο. Ο Κόυ ζήτησε μετά ένα τσιγάρο από το Ρότζερ για να της το προσφέρει, εκείνη όμως δεν ήθελε να καπνίσει άλλο. Κι όταν την είδε να φέρνει το ποτήρι στο στόμα και διέκρινε μέσ' από το γυαλί τα άσπρα της δόντια, με τον πάγο να τα αγγίζει μ' ένα υγρό κροτάλισμα, κατέβασε το βλέμμα ως την ασημένια αλυσίδα που γυάλιζε λίγο στον ανοιχτό λαιμό του πουκαμίσου της, πάνω στο δέρμα που μ' εκείνο το φως έδειχνε πιο ζεστό από ποτέ, κι αναρωτήθηκε αν κανείς άντρας είχε ποτέ μετρήσει όλες αυτές τις φακίδες. Αν τις είχε μετρήσει δίχως βιασύνη, μία μία, με κατεύθυνση προς το νότο, όπως θα ήθελε κι ο ίδιος να κάνει. Τότε ήταν που, καθώς σήκωσε τα μάτια, διαπίστωσε ότι εκείνη είχε ερμηνεύσει το βλέμμα του, κι ένιωσε ένα χτύπο λιγότερο στην καρδιά του όταν την άκουσε να λέει πως ήταν ώρα να φύγουν.  

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

ε

Παρά τα φαινόμενα, ο Κόυ δεν ήταν απαισιόδοξος τύπος.Το να είναι κανείς απαισιόδοξος σημαίνει ότι κάποια στιγμή έχει παραιτηθεί από την πίστη στην ανθρώπινη συνθήκη, ενώ εκείνος γεννήθηκε ήδη χωρίς αυτή την πίστη. Περιοριζόταν να παρατηρεί τον κόσμο της στεριάς σαν ένα ασταθές, αξιοθρήνητο και αναπόφευκτο θέαμα. Και το μοναδικό του μέλημα ήταν να κρατιέται μακριά, για να περιορίζει τις απώλειες. Ωστόσο διατηρούσε ακόμα μια κάποια αθωότητα εκείνη την  εποχή, μιαν αθωότητα μερική, που είχε σχέση με τα πράγματα και τα μέρη που ήταν ξένα προς το επάγγελμά του. Τέσσερις μήνες δίχως θάλασσα δεν αρκούσαν για να του ξεριζώσουν μια κάποιαν αγνότητα χαρακτηριστική του υδάτινου κόσμου του, μια κάπως ασυνείδητη αποστασιοποιημένη στάση που τηρούν πολλοί ναυτικοί απέναντι στους ανθρώπους που πατούν σε στερεό έδαφος. Κοιτούσε ορισμένα πράγματα από μακριά, ή απέξω, με μιαν αφελή ικανότητα να εκπλήσσεται, παρόμοια μ' εκείνην που, όταν ήταν παιδί, τον έκανε να κολλάει η μύτη του στις βιτρίνες των παιχνιδάδικων τις παραμονές των Χριστουγέννων. Τώρα όμως με τη βεβαιότητα, πιο κοντινή στην ανακούφιση παρά στην απογοήτευση, ότι κανένα από εκείνα τα ανησυχητικά θαύματα δεν προοριζόταν για κείνον. Στην περίπτωσή του, το ότι είχε μείνει απέξω, το ότι γνώριζε πως το όνομά του δεν βρισκόταν στη λίστα των μάγων, τον ηρεμούσε. Ήταν καλό να μην περιμένει τίποτε από τον κόσμο και ο ταξιδιωτικός του σάκος να είναι τόσο ελαφρύς, που να μπορεί εύκολα να τον ρίξει στον ώμο και να βαδίσει προς το κοντινότερο λιμάνι χωρίς να λυπάται για ό,τι άφηνε πίσω. Καλώς ορίσατε στο σκάφος. Επί χιλιάδες χρόνια, πριν ακόμα τα κοίλα πλοία σηκώσουν άγκυρα για την Τροία, υπήρχαν άντρες με ρυτίδες γύρω από το στόμα και με βροχερές Νοεμβριάτικες καρδιές -αυτοί που η φύση τους αργά ή γρήγορα τους ορίζει να κοιτάξουν τη μαύρη τρύπα ενός πιστολιού-, για τους οποίους η θάλασσα σήμαινε μια λύση και που πάντα καταλάβαιναν πότε ήταν η ώρα ν' απομακρυνθούν. Ακόμα και πριν γίνει επισήμως ένας απ' αυτούς, ο Κόυ ήταν τέτοιος, από κλίση κι ένστικτο. Κάποτε, σ' ένα μπαρ της Βερακρούζ, μια γυναίκα -πάντα γυναίκες διατυπώνουν τέτοιες ερωτήσεις- τον είχε ρωτήσει γιατί ήταν ναυτικός και όχι δικηγόρος ή οδοντίατρος. Εκείνος περιορίστηκε να σηκώσει τους ώμους του και να απαντήσει ύστερα από λίγο, όταν πια η γυναίκα δεν περίμενε απάντηση:
              
              "Η θάλασσα είναι καθαρή". 

      Και ήταν αλήθεια. Στην ανοιχτή θάλασσα ο αέρας είναι δροσερός, οι πληγές επουλώνονται γρήγορα και η σιωπή γίνεται αρκετά έντονη για να κάνει ανεκτές τις αναπάντητες ερωτήσεις και να αιτιολογήσει τις δικές σου σιωπές. Κάποιαν άλλη φορά, στο εστιατόριο "Sunderland" του Ροσάριο, ο Κόυ είχε γνωρίσει το μοναδικό επιζήσαντα ενός ναυαγίου, έναν από τους δεκαεννιά. Εισροή υδάτων στις τρεις τα ξημερώματα, αγκυροβολημένο στη μέση του ποταμού, όλοι κοιμούνταν, το πλοίο βυθίστηκε σε πέντε λεπτά. Στο άτομο εκείνο τον είχε εντυπωσιάσει η σιωπή του. Κάποιος ρώτησε πώς ήταν δυνατόν, δεκαοχτώ άντρες στο βυθό χωρίς να το καταλάβουν. Εκείνος τον κοιτούσε σιωπηλός, αμήχανος, σαν να ήταν όλα τόσο εμφανή, που δεν άξιζε τον κόπο να εξηγήσει τίποτα, κι έφερνε στο στόμα το ποτήρι του με τη μπύρα. Τον Κόυ οι πολιτείες με τα πεζοδρόμια τα γεμάτα κόσμο και τα τόσο φωτισμένα όπως οι βιτρίνες της παιδικής του ηλικίας τον έκανε να αισθάνεται εξίσου αμήχανος -αδέξιος και εκτός τόπου, όπως μια πάπια έξω από το νερό ή εκείνος ο τύπος στο εστιατόριο του Ροσάριο, ο τόσο σιωπηλός όσο και οι υπόλοιποι δεκαοχτώ, που θα σιωπούσαν για πάντα. Ο κόσμος είχε μια πολύ σύνθετη δομή, που μόνο από τη θάλασσα μπορούσε να παρατηρηθεί. Η στεριά έπαιρνε καθησυχαστικές διαστάσεις μόνο τη νύχτα, στη διάρκεια της βάρδιας, όταν ο τιμονιέρης ήταν μια βουβή σκιά και από τα σωθικά του πλοίου έφτανε το γλυκό τρέμουλο των μηχανών. Όταν από τις πόλεις έμεναν μόνο μικρές μακρινές φωτεινές γραμμές και η στεριά ήταν η τρεμουλιαστή λάμψη ενός φάρου που αχνοφαινόταν μες στη θαλασσοταραχή. Φωτάκια που προειδοποιούσαν, που επαναλάμβαναν ξανά και ξανά: Προσοχή, κρατηθείτε μακριά, κίνδυνος. Κίνδυνος.

          Δεν είδε αυτά τα φωτάκια στα μάτια της γυναίκας όταν επέστρεψε δίπλα της μ' ένα ποτήρι σε κάθε χέρι, ανάμεσα στον κόσμο που συνωστιζόταν στον πάγκο του μπαρ, "Badas". Αυτό ήταν το τρίτο λάθος της νύχτας. Γιατί δεν υπάρχουν βιβλία για φάρους και κινδύνους και ναυτιλιακές οδηγίες στη στεριά. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πορείες, ενημερωμένοι χάρτες, ελιγμοί στον ένα ή στον άλλο κάβο, κόκκινες, πράσινες ή κίτρινες σημαδούρες, ούτε κανονισμοί αγκυροβόλησης, ούτε καθαροί ορίζοντες για να ορίζοντες για να καθορίσεις υπ σωστό γεωγραφικό πλάτος. Στη στεριά πάντα ταξιδεύεις μόνο κατ' εκτίμηση, στα τυφλά, και καταλαβαίνει τον ύφαλο μόνον όταν ακούς το χτύπημα στην πλώρη σου και βλέπεις τη θάλασσα, από σκούρα, να αλλάζει χρώμα πάνω στα βράχια, στο ύψος της στάθμης του νερού. Ή όταν ακούς τον απρόσμενο βράχο -όλοι οι ναυτικοί ξέρουν ότι υπάρχει ένας βράχος με τ' όνομά τους που παραμονεύει κάπου-, το δολοφόνο βράχο, να ξύνει το κύτος με ένα τσίριγμα που κάνει τα χωρίσματα να τραντάζονται, αυτή την τρομερή στιγμή που κάθε άντρας στο πλήρωμα ενός πλοίου θα προτιμούσε να είναι νεκρός.
           
              "Γρήγορα γύρισες" είπε εκείνη. 
              "Πάντα είμαι γρήγορος στα μπαρ".

             Η γυναίκα τον κοίταξε με περιέργεια. Χαμογελούσε λίγο, ίσως έχοντας παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Κόυ είχε πλησιάσει τον πάγκο, ανοίγοντας δρόμο με την αποφασιστικότητα ενός μικρού και συμπαγούς ρυμουλκού ανάμεσα από τον κόσμο που στριμωχνόταν μπροστά του, αντί να μείνει πίσω και να αναζητήσει το σερβιτόρο. Είχε ζητήσει ένα μπλε τζιν με τόνικ για τον ίδιο κι ένα σκέτο μαρτίνι για κείνην, κι επέστρεφε μ' αυτά,  κουνώντας επιδέξια τα χέρια του και χωρίς να χύσει σταγόνα. Κάτι που στο "Boadas", και μάλιστα τέτοια ώρα, σήμαινε αρκετά. 

        Εκείνη τον παρατηρούσε μέσα από το ποτήρι. Πολύ σκούρο μπλε πίσω από το κρύσταλλο και τη διαύγεια του μαρτίνι.
         
         "Και τί κάνεις στη ζωή σου όταν δεν κινείσαι καλά στα μπαρ ή δεν πηγαίνεις σε ναυτικές δημοπρασίες και δε βοηθάς ανυπεράσπιστες κυρίες;"
         "Είμαι ναυτικός".
         "Α".
         "Ναυτικός χωρίς πλοίο".
         "Α".

          Μιλούσαν στον ενικό τα τελευταία μόνο λεπτά. Μισή ώρα νωρίτερα,  στο φως του φαναριού όταν ο άντρας με την αλογοουρά μπήκε στο Audi, εκείνη είχε πει ευχαριστώ πίσω του κι αυτός γύρισε να την κοιτάξει για τα καλά για πρώτη φορά, όρθιος στο πεζοδρόμιο, καθώς σκεφτόταν ότι μέχρι εδώ ήταν τα εύκολα και ότι πια δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο να κρατήσει κοντά του εκείνο το σκεφτικό και λίγο έκπληκτο βλέμμα, που τον διέτρεχε από πάνω ως κάτω, σαν να προσπαθούσε να τον εντάξει σε κάποιο γνωστό είδος αντρών. Έτσι, περιορίστηκε σ' ένα συγκρατημένο χαμόγελο, κάπως συνεσταλμένο, που απευθύνει κανείς στον καπετάνιο όταν πιάνει δουλειά σ' ένα καινούριο πλοίο,  εκείνη την αρχική στιγμή όπου οι λέξεις δε σημαίνουν τίποτα και οι συνομιλητές ξέρουν ότι ο χρόνος θα βάλει κάθε πράγμα στη θέση του. Για τον Κόυ όμως το θέμα ήταν ότι κανείς δεν εγγυόταν την ύπαρξη αυτού του τόσο απαραίτητου χρόνου, και τίποτε δεν την εμπόδιζε να τον ευχαριστήσει πάλι, να φύγει με τον πιο φυσικο τρόπο του κόσμου και να εξαφανιστεί για πάντα. Ήταν δέκα ατελείωτα δευτερόλαπτα διερεύνησης, τα οποία εκείνος άντεξε σιωπηλός και ακίνητος. ΝΑΦ: Νόμος του Ανοιχτού Φερμουάρ. Ελπίζω να μην είναι το φερμουάρ μου ανοιχτό, σκέφτηκε. Μετά είδε ότι εκείνη έεγρνε λίγο το κεφάλι προς τη μια πλευρά, ακριβώς όσο χρειαζόταν ώστε η αριστερή άκρη των ξανθών και ίσιων μαλλιών της, των κομμένων ασύμμετρα με την ακρίβεια νυστεριού, ν' αγγίξει το γεμάτο φακίδες μάγουλό της. Μετά η γυναίκα δε χαμογέλασε ούτε είπε τίποτα, παρά μόνο άρχισε να περπατά αργά στο πεζοδρόμιο, με τα χέρια στις τσέπες του σουέτ σακακιού της. Είχε μια μεγάλη δερμάτινη τσάντα κρεμασμένη στον ώμο και τη συγκρατούσε στα πλευρά της με τον αγκώνα. Η μύτη της ήταν λιγότερο όμορφη όταν έβλεπες από το πλάι, λίγο πλακουτσωτή, σαν να την είχε σπάσει κάποτε. Αυτό δε μείωνε την ελκυστικότητά της, σκέφτηκε ο Κόυ. Της έδινε όμως μια ασυνήθιστη σκληρότητα. Περπατούσε κοιτάζοντας το έδαφος μπροστά της και κάπως προς τ' αριστερά, σαν να έδινε στον Κόυ τη δυνατότητα να καταλάβει το χώρο δίπλα της. Προχώρησαν σιωπηλοί, σε κάποια απόσταση ο ένας από τον άλλο, χωρίς ματιές, εξηγήσεις ή σχόλια, ώσπου εκείνη σταμάτησε στη γωνία και ο Κόυ κατάλαβε ότι ήταν η στιγμή του αποχαιρετισμού ή της ομιλίας. Η γυναίκα άπλωσε ένα χέρι, που εκείνος έσφιξε στο αδέξιο και μεγάλο δικό του, καθώς αισθανόταν μια σταθερή επαφή, οστεώδη, που διέψευδε τις νεανικές φακίδες και ταίριαζε περισσότερο στην ήρεμη έκφραση των ματιών της, που τελικά κατέληξε ότι ήταν γαλάζια.

            Τότε ο Κόυ μίλησε. Το έκανε μ' εκείνη την αυθόρμητη ατολμία του που ήταν ο φυσικός του τρόπος ν' απευθύνεται σε αγνώστους, σηκώνοντας τους ώμους με απλότητα και συνοδεύοντας τα λόγια του με ένα χαμόγελο που, κι ας μην το ήξερε εκείνος φώτιζε το πρόσωπό του κι απάλυνε την τραχύτητά του. Μίλησε κι έπιασε τη μύτη του, και πάλι μίλησε, αγνοώντας αν κάποιος περίμενε κάπου τη γυναίκα, ή αν ήταν απ' αυτή την πόλη ή από οποιαδήποτε άλλη. Είπε ό,τι νόμιζε πως έπρεπε να πει και μετά έμεινε εκεί, ταλαντευόμενος ελαφρά και κρατώντας την ανάσα του, σαν ένα παιδί που μόλις είπε μεγαλόφωνα το μάθημά του  και περιμένει χωρίς πολλές ελπίδες την ετυμηγορία της δασκάλας. Τότε εκείνη τον κοίταξε για άλλα δέκα δευτερόλεπτα σιωπηλή, έγειρε πάλι το κεφάλι και τα μαλλιά της ξανάγγιξαν το μάγουλό της. Είπε πως ναι, γιατί όχι, πως κι εκείνη ήθελε μα πιει κάπου κάτι. Κι έτσι, περπάτησαν προς την πλατεία της Καταλούνια, και μετά ως τη Ράμπλας και την οδό Ταλιέρς. Και όταν εκείνος στάθηκε στην πόρτα του 'Boadas" για να την αφήσει να περάσει, αισθάνθηκε για πρώτη φορά το άρωμά της, αόριστο και απαλό, που φαινόταν να μην προέρχεται από κολώνια αλλά από το δέρμα της, το φτιαγμένο από χρυσαφιές κουκκίδες, που το φαντάστηκε, απαλό και ζεστό, με μια υφή σαν του λωτού. Μπαίνοντας και πλησιάζοντας τον πάγκο δίπλα στον τοίχο, διαπίστωσε ότι οι άντρες και ι γυναίκες πάντα κοιτάνε πρώτα μαι όμορφη γυναίκα και κατόπιν στρέφουν το βλέμμα εξεταστικά προς το συνοδό της, για να δουν ποιος να 'ναι αυτός ο τύπος. Σαν για να διαπιστώσουν αν η εμφάνισή του αξίζει μια τέτοια γυναίκα κι αν στέκεται στο ύψος  των περιστάσεων.


στ
              
                "Και τί κάνει ένας ναυτικός χωρίς πλοίο στη Βαρκελώνη;"

             Καθόταν σ' ένα ψηλό σκαμνί, με την τσάντα στα γόνατα και την πλάτη στον πάγκο που διέτρεχε τον τοίχο, κάτω από τις κορνιζαρισμένες φωτογραφίες και τα ενθύμια του μπαρ. Είχε δυο μικρές χρυσές μπαλίτσες για σκουλαρίκια κι ένα μόνο δαχτυλίδι στα χέρια. Ήταν ελάχιστα βαμμένη. Από το μισάνοιχτο λαιμό του πουκαμίσου, που ήταν λευκό και με το τελευταίο κουμπί ξεκούμπωτο πάνω από εκατοντάδες φακίδες, ο Κόυ 'έβλεπε να λάμπει μια ασημένια αλυσίδα. 

              "Περιμένει" είπε.

          Πίνοντας μια γουλιά τζιν είδε πως εκείνη παρατηρούσε το παλιωμένο του σακάκι, και ίσως το βλέμμα της να στεκόταν στα πιο σκούρα σημεία των γαλονιών που έλειπαν από τις άκρες των μανικιών. 

             "Περιμένει καλύτερες μέρες".

             "Ένας ναυτικός πρέπει να ταξιδεύει"
             "Δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη".

             "Έκανες κάτι κακό;"

           Συγκατένευσε με μισό μελαγχολικό χαμόγελο. Εκείνη άνοιξε την τσάντα κι έβγαλε ένα πακέτο εγγλέζικα τσιγάρα. Τα νύχια της δεν ήταν ωραία -κοντά και πλατιά. με ακανόνιστες άκρες. Θα τα δάγκωνε άλλοτε, αναμφίβολα. Ίσως να το έκανε ακόμα. Στο πακέτο απέμενε ένα τσιγάρο, και το άναψε μ' ένα σπίρτο που στο κουτί του είχε τη διαφήμιση μιας βέλγικης πλοιοκτήτριας εταιρίας την οποία εκείνος ήξερε, της Zeeland Ship. Παρατήρησε ότι το άναψε προστατεύοντας τη φλόγα με τη χούφτα της, μια κίνηση σχεδόν αντρική. Η γραμμή της ζωής της ήταν πολύ μακριά, σαν να είχε ζήσει πολλές ζωές στη γη. 

             "Ήταν δικό σου λάθος;"
             "Τυπικά ναι. Συνέβη στη διάρκεια της βάρδιας μου".
             "Σύγκρουση;"
             "Χτύπησε κάτω. Υπήρχε βράχος που δεν τον έδειχναν οι χάρτες'.

         Έτσι ήταν. Ένας ναυτικός δε λέει ποτέ εξώκειλα ή προσάραξα. Το συνηθισμένο ρήμα είναι χτύπησα: χτύπησα κάτω, χτύπησα στο μώλο. Αν μέσα στην ομίχλη της Βαλτικής κάποιος έκοβε τον άλλο στη μέση και τον βύθιζε, έλεγε: Χτυπήσαμε ένα πλοίο. Παρατήρησε πάντως ότι εκείνη χρησιμοποίησε το ναυτικό όρο σύγκρουση. Το πακέτο των τσιγάρων ήταν ανοιχτό πάνω στον πάγκο και  ο Κόυ το κοίταξε προσεχτικά: το κεφάλι ενός ναυτικού, ένα σωσίβιο σαν σιρίτι και δύο πλοία. Πήγαινε καιρός που είχε να δει κάποιο πακέτο Players χωρίς φίλτρο όπως εκείνο. Δεν ήταν εύκολο να τα βρεις, και δεν ήξερε ότι ακόμα τα έφτιαχναν στο άσπρο χάρτινο, σχεδόν τετράγωνο, κουτί τους. Ήταν ωραίο που αυτή κάπνιζε αυτή τη μάρκα. Η δημοπρασία των ναυτικών αντικειμένων, ο Άτλας του Ουρρούτια, αυτός ο ίδιος. ΝΚΣ : Νόμος των Καταπληκτικών Συμπτώσεων. 

                "Ξέρεις την ιστορία;'

               Έδειχνε το κουτί. Εκείνη το κοίταξε και μετά σήκωσε έκπληκτη τα μάτια. 

               "Ποιαν ιστορία;" 
               "Αυτήν του Ήρωα".
               "Ποιου Ήρωα;"

           Της είπε. Της μίλησε για το όνομα στην κορδέλα του καπέλου του ναυτικού με τα ξανθά γένια, και τα νειάτα του στο ιστιοφόρο που φαίνεται στη μια πλευρά της στάμπας, για το άλλο πλοίο, το ατμόπλοιο, που υπήρξε το τελευταίο του πλοίο. Για το πώς οι κύριοι Πλέυερ και Υιοί αγόρασαν το πορτραίτα του για να το βάλουν στα πακέτα. Μετά σώπασε, καθώς εκείνη κάπνιζε - το τσιγάρο τελείωνε ανάμεσα στα δάχτυλά της και τον κοιτούσε.

            "Ωραία ιστορία' είπε έπειτα από λίγο.

             Ο Κόυ σήκωσε τους ώμους. 

          "Δεν είναι δική μου. Τη διηγείται η Ντομινό Βιτάλι στον Τζέημς Μποντ, στο Επιχείρηση Αστραπή. Ταξίδευα με ένα πετρελαιοφόρο που ήταν γεμάτο μυθιστορήματα του Ίαν Φλέμινγκ".

        Θυμόταν επίσης ότι εκείνο το πλοίο "Palestina", είχε περάσει ενάμιση μήνα αποκλεισμένο στο Ρας Τανούρα εν μέσω μιας διεθνούς κρίσης, με τις λαμαρίνες της κουβέρτας να καίνε στους εξήντα βαθμούς, κάτω από τον αισχρό ήλιο, και με το πλήρωμα ξαπλωμένο στις καμπίνες, να το πνίγει ο καύσωνας και η ανία. Το "Palestina" ήταν ένα κακότυχο πλοίο, από κείνα που οι άνθρωποι γίνονται εχθρικοί ο ένας με τον άλλο και μισιούνται: ο πρώτος μηχανικός γκρίνιαζε παραληρώντας σε μια γωνιά -είχαν κρύψει το κλειδί του μπαρ, κι εκείνος έπινε στα κρυφά το μεθανόλη του φαρμακείου, έχοντάς το αναμείξει με πορτοκαλάδα- και ο υποπλοίαρχος δεν απηύθυνε καθόλου το λόγο στον καπετάνιο9, ούτε όταν το πλοίο ήταν έτοιμο να προσαράξει. Ο Κόυ είχε άφθονο χρόνο να διαβάσει αυτά τα μυθιστορήματα, και πολλά ακόμα, στην πλωτή του φυλακή, εκείνες τις ατέλειωτες μέρες που ο καυτός αέρας τον έκανε να χτυπιέται σαν το ψάρι έξω από το νερό και να αφήνει, όταν σηκωνόταν, το σχήμα του γυμνού του σώματος αποτυπωμένο με ιδρώτα πάνω στα ζαρωμένα και βρώμικα σεντόνια της κουκέτας. Ένα ελληνικό πετρελαιοφόρο ειχε χτυπηθεί από βόμβα αεροπλάνου κι επί δύο ημέρες φαινόταν από την καμπίνα του η στήλη του μαύρου καπνού που ανέβαινε στον ουρανό, και τη νύχτα η κόκκινη λάμψη του ορίζοντα αντανακλούσε πάνω στις σκοτεινές, ευάλωτες μορφές των αγκυροβολημένων πλοίων. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου, κάθε νύχτα ξυπνούσε τρομαγμένος, καθώς ονειρευόταν ότι κολυμπούσε σε μια θάλασσα από φλόγες. 

                "Διαβάζεις πολύ;"
          "Κάπως". Ο Κόυ έπιασε τη μύτη του. "Διαβάζω κάπως. Μόνο όμως βιβλία για τη θάλασσα".
                "Υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα βιβλία".
               "Μπορεί. Εμένα όμως μόνο αυτά μ' ενδιαφέρουν"

             Η γυναίκα τον κοιτούσε κι εκείνος σήκωσε πάλι τους ώμους, πριν ταλαντευτεί λίγο στα πόδια του. Τότε, συνειδητοποίησε ότι δεν είχαν μιλήσει καθόλου για τον τύπο με την γκρίζα αλογοουρά, ούτε για το τί έκανε αυτή εκεί. Δεν ήξερε καν το όνομά της.   

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

γ

Πέντε λεπτά αργότερα ο Κόυ βγήκε στο δρόμο. Η λάμψη της πόλης φώτιζε τα σύννεφα, που έτρεχαν προς τα νοτιοανατολικά πάνω στο σκοτεινό ουρανό. Κατάλαβε πως θα άλλαζε ο άνεμος και ίσως να έβρεχε εκείνη τη νύχτα. Στεκόταν μπροστά σε μια πόρτα, με τα χέρια στις τσέπες του σακακιού του, και σκεφτόταν αν θα περπατούσε προς τα αριστερά ή προς τα δεξιά' αν δηλαδή θα τσιμπούσε κάτι σ' ένα κοντινό μπαρ ή αν θα έκανε μια βόλτα ως τη πλατεία Ρεάλ και θα έπινε δύο μπλε τζιν με πολύ τόνικ. Ή ίσως ένα, επανόρθωσε γρήγορα καθώς θυμήθηκε την αξιοθρήνητη κατάσταση του πορτοφολιού του. Υπήρχε λίγη κίνηση στο δρόμο και, μέσα από τα φύλλα των δέντρων μια μακριά σειρά από φανάρια περνούσε από το πορτοκαλί στο κόκκινο ως εκεί που έφτανε το βλέμμα. Αφού σκέφτηκε για δέκα δευτερόλεπτα, ακριβώς τη στιγμή που το τελευταίο φανάρι έγινε κόκκινο και το πιο κοντινό πάλι πράσινο, άρχισε να περπατά προς τα δεξιά. Ήταν το πρώτο λάθος εκείνης της νύχτας. 

           ΝΚΤΣ: Νόμος των Καθόλου Τυχαίων Συναντήσεων. Βασισμένος στο γνωστό νόμο του Μέρφι - που πολλά γεγονότα τον είχαν επιβεβαιώσει τον τελευταίο καιρό -, ο Κόυ είχε την τάση να ορίζει, για εσωτερική κατανάλωση, μια σειρά από γραφικούς νόμους, που τους βάφτιζε με απόλυτη τεχνική επισημότητα. ΝΧΠΑ: Νόμος που Χορεύεις με την Πιο Άσχημη, για παράδειγμα' ή ΝΦΒΠΠΜΣ: Νόμος της Φρυγανιάς με Βούτυρο που Πάντα Πέφτει Μέσα στο Στόμα κι άλλες αρχές, λίγο πολύ εφαρμόσιμες στις τελευταίες άτυχες περιόδους της ζωής του. Δεν ωφελούσαν πουθενά - εκτός από το να τον κάνουν μερικές φορές να χαμογελάει. Να χαμογελάει με τον εαυτό του. Ανεξάρτητα από τα χαμόγελα όμως, ο Κόυ ήταν πεπεισμένος ότι στην περίεργη τάση του σύμπαντος, όπως και στην τζαζ - την οποίας ήταν λάτρης -, υπήρχαν τυχαιότητες και αυτοσχεδιασμοί τόσο μαθηματικά ακριβείς, που αναρωτιόταν αν ήταν κάπου γραμμένοι. Σ' αυτό βάσιζε τον πρόσφατα διατυπωμένο νόμο ΝΚΤΣ. Γιατί, καθώς πλησίαζε τη γωνία, είδε πρώτα ένα γκρι, μεταλλικό αυτοκίνητο μεγάλο, παρκαρισμένο κολλητά στο πεζοδρόμιο, με μια από τις πόρτες του ανοικτή. Μετά, στο φως ενός φαναριού, κατάφερε να δει λίγο πιο μακριά έναν άντρα που συνομιλούσε με μια γυναίκα. Αναγνώρισε πρώτα τον άντρα, που ήταν γυρισμένος προς το μέρος του. Κι έπειτα από δυο βήματα μπόρεσε να διακρίνει τις θυμωμένες κινήσεις του και κατάλαβε ότι φιλονικούσε με τη γυναίκα, που τώρα πια δεν έκρυβε το φανάρι, και ήταν ξανθιά, με τα μαλλιά κομμένα κομμένα πολύ κοντά στον αυχένα, μ' ένα σουέτ σακάκι και μια σκούρα φούστα. Αισθάνθηκε ένα μυρμήγκιασμα στο στομάχι καθώς γελούσε από μέσα του έκπληκτος. Μερικές φορές, σκέφτηκε, η ζωή από σαφώς απρόβλεπτη γίνεται προβλέψιμη. Δίστασε λίγο πριν προσθέσει : ή το αντίθετο. Μετά υπολόγισε την πορεία του. Αν ήταν σε κάτι συνηθισμένος, αυτό ήταν να μπορεί να εκτιμά από ένστικτο τέτοιου είδους πράγματα. Αν και την τελευταία φορά που είχε ασχοληθεί με τη χάραξη ρότας - ακριβώς έτσι, ρότας -, είχε οδηγηθεί κατευθείαν στο ναυτικό δικαστήριο. Εν πάσει περιπτώσει, άλλαξε κατά δέκα μοίρες την πορεία του, ώστε να περάσει όσο πιο κοντά  γινόταν από το ζευγάρι. Αυτό ήταν το δεύτερο λάθος του: Είχε χάσει την κοινή σε ναυτικό αίσθηση που τον συμβουλεύει ώστε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα προστασίας απέναντι σε κάθε ακτή ή σε κάθε κίνδυνο. 


δ

Τον άντρα με τη γκρίζα αλογοουρά τον έβλεπε οργισμένο. Στην αρχή δεν κατάφερε ν' ακούσει τί έλεγε, γιατί μιλούσε χαμηλόφωνα. Παρατήρησε όμως ότι είχε σηκωμένο το ένα χέρι και έδειχνε με το δάχτυλο τη γυναίκα, που στεκόταν ακίνητη μπροστά του. Το δάχτυλο τη χτύπησε τελικά στον ώμο με θυμό και βία, κι εκείνη οπισθοχώρησε ένα βήμα, σα να είχε τρομάξει. 
          
          "...τις συνέπειες" κατάφερε ν' ακούσει ο Κόυ. "Καταλαβαίνετε; Όλες τις συνέπειες". 

           Σήκωνε το δάχτυλο σα να ήθελε να της δώσει κι άλλο χτύπημα, εκείνη απομακρύνθηκε ακόμα ένα βήμα και ο τύπος φάνηκε να το σκέφτεται καλύτερα, γιατί αυτό που έκανε ήταν να την αρπάξει από το μπράτσο, ίσως όχι με βίαιο τρόπο, αλλά πειστικό, πειθαναγκαστικό. Φαινόταν όμως τόσο οργισμένος, που η γυναίκα, καθώς αισθάνθηκε το χέρι του στο μπράτσο της, τινάχτηκε τρομαγμένη και οπισθοχώρησε κι άλλο, ξεγλιστρώντας του  Τότε , ο άντρας θέλησε να την ξαναρπάξει, αλλά δεν μπόρεσε, γιατί ο Κόυ ήταν πια ανάμεσά τους και τον κοιτούσε από πολύ κοντά. Ο άλλος έμεινε με το χέρι στον αέρα, ένα χέρι με δάχτυλα που έλαμπαν στο φως του φαναριού, και με το στόμα ανοιχτό, γιατί εκείνη τη στιγμή ετοιμαζόταν να πει κάτι στη γυναίκα ή γιατί δεν ήξερε από πού ξεφύτρωσε αυτός ο τύπος με το ναυτικό σακάκι, τα αθλητικά παπούτσια, με τους φαρδιούς ώμους και τα πλατιά και δυνατά χέρια, που κρέμονταν με ψεύτικη ατημελησιά στο πλάι πάνω στο φθαρμένο τζην παντελόνι. 

          "Συγνώμη;' είπε ο άντρας με την αλογοουρά. Είχε μια κάπως απροσδιόριστη προφορά, μεταξύ Ανδαλουσιάνου και ξένου. Κοιτούσε έκπληκτος και παραξενεμένος τον Κόυ, σα να προσπαθούσε κάπου να τον εντάξει, χωρίς επιτυχία. Το ύφος του δεν ήταν πια οργισμένο αλλά κατάπληκτο κυρίως όταν συνειδητοποίησε ότι ο εισβολέας του ήταν άγνωστος. Ήταν πιο ψηλός από τον Κόυ - όπως ήταν σχεδόν όλοι εκείνη τη νύχτα - κι αυτός το είδε να ρίχνει μια ματιά από πάνω του, προς μεριά της γυναίκας, σα να περίμενε μιαν εξήγηση γι αυτήν την αλλαγή προγράμματος..Ο Κόυ δεν μπορούσε να τη δει, καθώς παρέμενε πίσω του ακίνητη κι αμίλητη. 

          "Τί διάβολο...;' άρχισε να λέει αυτός με την αλογοουρά, αλλά σταμάτησε απότομα, με το πρόσωπο να έχει πάρει ένα τόσο πένθιμον ύφος, σα να του είχαν ανακοινώσει κάτι πολύ δυσάρεστο. Όρθιος μπροστά του, με το στόμα κλειστό και τα χέρια να κρέμονται στο πλάι, ο Κόυ υπολόγιζε τις πιθανότητές του. Παρά την οργή του, ο άλλος είχε καλλιεργημένη φωνή. Φορούσε ακριβό κοστούμι, γραβάτα και γιλέκο,  καλά παπούτσια, και στο αριστερό χέρι, αυτό με τα δαχτυλίδια, έλαμπε ένα πανάκριβο χρυσό ρολόι με υπερμοντέρνο σχέδιο. Αυτός ο τύπος σηκ΄'ωνειο δέκα κιλά χρυσάφι κάθε φορά που δένει τη γραβάτα του, σκέφτηκε ο Κόυ. Ήταν κομψός, με αθλητική όψη, όχι όμως από ατούς που πλακώνονται στο ξύλο στη μέση του δρόμου, κοντά στην πόρτα του οίκου "Claymore". 

          Εξακολουθούσε να μη βλέπει τη γυναίκα, που ήταν πάντα πίσω του, αισθανόταν όμως το βλέμμα της. Ελπίζω τουλάχιστον, σκέφτηκε, να μη φύγει τρέχοντας και να βρει χρόνο να μου πει ευχαριστώ, αν δεν μου σπάσουν τα μούτρα. Ακόμα κι αν μου τα σπάσουν. Μπροστά του, ο άντρας με την αλογοουρά κοιτούσε στ' αριστερά του, προς τη βιτρίνα ενός καταστήματος ρούχων, σα να έλπιζε πως κάποιος θα έβγαινε από εκεί με μιαν εξήγηση μέσα σε μια σακούλα Αρμάνι. Στο φως του φαναριού και της βιτρίνας, ο Κόυ διαπίστωσε ότι είχε σκούρα καστανά μάτια. Αυτό του έκανε εντύπωση λίγο, γιατί στη δημοπρασία τα θυμόταν πράσινα. Μετά ο άλλος στράφηκε προς την αντίθετη πλευρά προς τη λεωφόρο, και ο Κόυ μπόρεσε να διαπιστώσει ότι είχε δίχρωμα μάτια, καστανό το δεξί, πράσινο το αριστερό - όπως τα διαφορετικά φανάρια στις δύο πλευρές των πλοίων. Είδε επίσης κάτι πιο ανησυχητικό από το χρώμα των ματιών του: η ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου, ενός τεράστιου Audi, φώτιζε το εσωτερικό, απ' όπου η γραμματέας παρακολουθούσε τη σκηνή καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Φώτιζε επίσης και τον οδηγό, ένα σωματώδη τύπο μα σγουρά μαλλιά, ντυμένο με κοστούμι και γραβάτα, που εκείνη τη στιγμή άφηνε το κάθισμα για να βγει στο πεζοδρόμιο. Δεν ήταν κομψός, ούτε έδειχνε να έχει καλλιεργημένη φωνή, όπως ο άντρας με την αλογοουρά. Η μύτη ήταν πλακουτσωτή, όπως των μποξέρ, και το πρόσωπο έμοιαζε σα να είχε ραφτεί και ξαναραφτεί μισή ντουζίνα φορές, με μερικά κομμάτια να έχουν ωστόσο μείνει απέξω. Είχε όψη Βέρβερου. Ο Κόυ θυμόταν να έχει δει παρόμοιους τύπους να κάνουν τους πορτιέρηδες σε μπουρδέλα της Βυρηττού ή σε μπαρ στον Παναμά. Συνήθιζαν να έχουν τον αυτόματο σουγιά στη δεξιά κάλτσα.

          Όλα αυτά δε θα έχουν καλό τέλος, σκέφτηκε παραιτημένος. ΝΠΧΛΚ : Νόμος της Πολλής Χασούρας και του Λίγου Κέρδους.. Αυτού θα του έσπαγαν κανά δυο κόκαλα, ενώ στο μεταξύ η κοπέλα θα έφευγε τρέχοντας, όπως η Σταχτοπούτα ή η Χιονάτη - ο Κόυ πάντα μπέρδευε αυτά τα δύο παραμύθια, γιατί δεν περιείχαν πλοία -, χωρίς να την ξαναδεί ποτέ. Προς το παρόν όμως παρέμενε εκεί, κι αυτός αισθανόταν τα μπλε μάτια με τις σκούρες ανταύγειες, ή ίσως το αντίθετο, θυμήθηκε, σκούρα με μπλε ανταύγειες. Τα αισθανόταν καρφωμένα στην πλάτη του. Ε'ιχε αρκετό γούστο, να κινδυνεύει να τον τσακίσουν για μια γυναίκα την οποία είχε δει από μπροστά μόνο για δύο δευτερόλεπτα. 

       "Γιατί ανακατεύεστε σε θέματα που δε σας αφορούν;" ρώτησε ο άντρας με την αλογοουρά.

         Ήταν μια καλή ερώτηση. Ο τόνος της φωνής του δεν ήταν πια οργισμένος αλλά σοβαρός, πολύ περισσότερο ήρεμος και γεμάτος περιέργεια. Τουλάχιστον έτσι φάνηκε στον Κόυ, που δε σταματούσε να κοιτάζει τον οδηγό με την άκρη του ματιού του. 

             " Για όνομα του Θεού" συνέχισε ο άλλος βλέποντάς τον να σωπαίνει. "Φύγετε από δω".
Τώρα κι αυτή θα πει το ίδιο, σκέφτηκε ο Κόυ. Τώρα θα συμφωνήσει μ' αυτό το υποκείμενο και θα ρωτήσει ποιος σου είπε να χώσεις τη μύτη σου, θα σου ζητήσει να φύγεις και να μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν. Κι εσύ θα τραυλίσεις μια δικαιολογία με τ' αυτιά κατακόκκινα, θα στρίψεις στη γωνιά και θα κόψεις τις φλέβες σου, τόσο βλάκας είσαι. Τώρα εκείνη θα πει ότι... 

          Η γυναίκα όμως δεν είπε τίποτα. Ήταν τόσο σιωπηλή όσο κι ο Κόυ. Σαν να μην ήταν ακόμα εκεί, σα να είχε φύγει πριν από λίγο. Κι εκείνος παρέμεινε ήρεμος, χωρίς να βγάζει άχνα, ανάμεσά τους, κοιτάζοντας τα δίχρωμα μάτια που είχε απέναντί του,. Ίσως ο τύπος με την αλογοουρά είχε την ίδια γνώμη, γιατί τον κοιτούσε σκεφτικός. Στο τέλος ο Κόυ πίστεψε πως διέκρινε αβεβαιότητα στα δίχρωμα μάτια του. 
         
          "Τί έγινε λοιπόν;" είπε ο άλλος. "Μας προέκυψε ένας ήρωας δεύτερης κατηγορίας;"

         Ο Κόυ συνέχιζε να τον κοιτάζει χωρίς να βγάζει άχνα. Αν κινηθώ γρήγορα, σκεφτόταν, θα μπορούσα να του δώσω μια κλωτσία, πριν δοκιμάσω την τύχη μου με τον Βέρβερο. Το θέμα είναι εκείνη. Αναρωτιέμαι τί στο καλό θα κάνει εκείνη. 

         Ο άντρας με την αλογοουρά ξεφύσηξε απότομα, κάτι σαν εκπνοή που έμοιαζε με ξινό και υπερβολικό γέλιο. 
         "Αυτό είναι γελοίο" είπε. 
     Έμοιαζε πραγματικά μπερδεμένος με την όλη κατάσταση. Ο Κόυ σήκωσε αργά τυ αριστερό του χέρι για να ξύσει τη μύτη του που τον έτρωγε. Πάντα το έκανε αυτό όταν σκεφτόταν. Με το γόνατο, σκεφτόταν. Θα πω κάτι για ν' αφαιρεθεί και θα του δώσω μια στ' απαυτά του. Το πρόβλημα είναι ο άλλος που θα έρθει προετοιμασμένος και με πολύ άγριες διαθέσεις. 

      Ένα ασθενοφόρο πέρασε από το δρόμο βγάζοντας πορτοκαλί κάμψεις. Με τη σκέψη ότι σε λίγο θα χρειαζόταν ένα και για τον ίδιο, ο Κόυ έριξε μια ματιά γύρω του χωρίς όμως να βρει κάτι για να πιαστεί κι έτσι, πλησίασε τα δάχτυλα στην τσέπη του παντελονιού του, αγγίζοντας με τον αντίχειρα τον όγκο των κλειδιών της πανσιόν. Θα μπορούσε να χαρακώσεις το πρόσωπο του οδηγού με τα κλειδιά, όπως είχε κάνει μ' ένα μεθυσμένος Γερμανό στην πόρτα του κλαμπ "Mamma Silvana de la Spezia", γεια σου και αντίο, όταν τον είδε να ορμά καταπάνω του. Γιατί σίγουρα αυτός ο πουτάνας γιος θα ορμούσε καταπάνω του.

           Τότε, ο άντρας που βρισκόταν μπροστά του σήκωσε το ένα χέρι στο μέτωπο και προς τα πίσω, σα να ήθελε να ισιώσει περισσότερο τα μαλλιά που ήταν πιασμένα στην αλογοουρά, πριν κουνήσει το κεφάλι πέρα δώθε. Είχε ένα παράξενο και πονεμένο χαμόγελο στο στόμα, και ο Κόυ κατέληξε ότι του άρεσε πολύ περισσότερο όταν ήταν σοβαρός.
"Θα έχετε νέα μου' είπε στη γυναίκα πάνω από τον ώμο του Κόυ. "Σίγουρα θα έχετε νέα μου'.


           Την ίδια στιγμή κοίταξε τον οδηγό που είχε ήδη κάνει λίγα βήματα προς το μέρος τους. Σα να πήρε διαταγή, εκείνος σταμάτησε. Κι ο Κόυ, που είχε δει την κίνηση και τέντωνε τους μυς του με την αδρεναλίνη να τον βομβαρδίζει, χαλάρωσε με κρυφή ανακούφιση. Ο άντρας με την αλογοουρά τον κοίταξε πάλι πολύ προσεχτικά, σα να ήθελε να τον γράψει στη μνήμη του - ένα μοχθηρό βλέμμα, με υπότιτλους στα ισπανικά. Σήκωσε το χέρι με τα δαχτυλίδια κι έδειξε με το δείκτη το στήθος του Κόυ, όπως είχε κάνει νωρίτερα με τη γυναίκα, δίχως όμως να τον αγγίξει. Περιορίστηκε να κρατήσει το δάχτυλο έτσι, δείχνοντας στον αέρα, σαν απειλή, και μετά έκανε μεταβολή κι απομακρύνθηκε σα να είχε θυμηθεί ξαφνικά ένα επείγον ραντεβού.

          Μετά όλα τελείωσαν με μια σύντομη διαδοχή εικόνων, τις οποίες ο Κόυ παρατήρησε προσεχτικά: ένα βλέμμα της γραμματέα από το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, το τσιγάρο της που διέγραψε ένα τόξο πριν πέσει στο πεζοδρόμιο, το απότομο κλείσιμο της πόρτα του άντρα με την αλογοουρά, αφού κάθισε δίπλα της, και το τελευταίο βλέμμα του οδηγού, όρθιου στην άκρη του πεζοδρομίου, ένα βλέμμα που κράτησε πολύ και που υποσχόταν πολλά, πιο εύγλωττο από του εργοδότη του, πριν το απότομο κλείσιμο και της δικής πόρτας και το γλυκό ήχο της μηχανής που ξεκινούσε. Μόνο μ' αυτά που χρειάζεται αυτό το αυτοκίνητο να ξεκινήσει, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Κόυ, εγώ θα μπορούσα να τρώω ζεστό φαί για δυο μέρες. 

           "Ευχαριστώ" είπε μια φωνή πίσω του.           

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

β 
Το κομμάτι 307 ήταν από τα τελευταία και η υπόλοιπη συνεδρία συνεχίστηκε δίχως άλλες συγκινήσεις ή επεισόδια, εκτός του ότι ο άντρας με την αλογοουρά δεν ξαναπλειοδότησε για τίποτα και, πριν το τέλος, σηκώθηκε και εγκατέλειψε την αίθουσα, ακολουθούμενος από το βιαστικό τακ τακ τακουνιών της γραμματέα,  όχι όμως χωρίς να ρίξει ένα οργισμένο βλέμμα στην ξανθιά. Ούτε εκείνη ξανασήκωσε το καρτελάκι της. Ο αδύνατος γενειοφόρος άντρας αγόρασε τελικά ένα πολύ όμορφο ναυτικό τηλεσκόπιο,  και ένας κύριος με σκαιό ύφος και βρώμικα νύχια, που καθόταν μπροστά από τον Κόυ, απέκτησε με λίγα περισσότερα χρήματα από την τιμή εκκίνησης μια μακέτα του "San Juan Nepomouceno", σχεδόν ενός μέτρου μήκους και σε πολύ καλή κατάσταση. Το τελευταίο κομμάτι, ένα παιχνίδι με παλιές κάρτες του Βρετανικού Ναυαρχείου, έμεινε χωρίς αγοραστή. Κατόπιν ο δημοπράτης έληξε τη συνεδρία και όλος ο κόσμος σηκώθηκε και πέρασε στο σαλονάκι όπου ο Κλέυμορ καλούσε τους πελάτες του για ένα ποτήρι σαμπάνια. 
          
          Ο Κόυ αναζήτησε την ξανθιά γυναίκα. Υπό άλλες περιστάσεις θα είχε αφιερώσει περισσότερη προσοχή στο χαμόγελο της νεαρής ρεσεψιoνίστ, που πλησίασε με το δίσκο στο χέρι, προσφέροντας ένα ποτήρι . Η ρεσεψιονίστ τον ήξερε από άλλες δημοπρασίες. Και παρ'ότι γνώριζε ότι ποτέ δεν έπαιρνε μέρος στη διαδικασία, έδειχνε αναμφίβολα ευαισθησία στο ξεβαμμένο τζην παντελόνι του και στα άσπρα αθλητικά παπούτσια που φορούσε σα συμπλήρωμα του μπλε σκούρου ναυτικού σακακιού με τις δύο παράλληλες σειρές των κουμπιών, που άλλες φορές ήταν χρυσά, στολισμένα με την άγκυρα του εμπορικού ναυτικού, αλλά που τώρα τα αντικαθιστούσαν άλλα, μαύρα, πιο διακριτικά. Και στις άκρες των μανικιών επίσης υπήρχαν ίχνη από τα γαλόνια του αξιωματικού που κάποτε έλαμπαν πάνω τους. Ακόμα κι έτσι, του Κόυ του άρεσε πολύ αυτό το σακάκι. Ίσως γιατί, φορώντας το αισθανόταν τους δεσμούς του με τη θάλασσα. Κυρίως όταν γυρόφερνε, καθώς έπεφτε το δειλινό, στο λιμάνι κι ονειρευόταν εποχές που του ήταν ακόμα δυνατό να ψάχνει κάποιο πλοίο για να μπαρκάρει και που υπήρχαν μακρινά νησιά για να δώσουν άσυλο σ' έναν άνθρωπο, σωστές δημοκρατίες, όπου δε γνώριζε κανείς τίποτα για διετείς αναστολές και όπου δεν έφταναν ποτέ αποφάσεις ναυτικών δικαστηρίων και εντάλματα σύλληψης. Του είχαν φτιάξει το σακάκι επί παραγγελία, μαζί με το πηλίκιο και το παντελόνι, στο "Sucesores de  Rafael Valls"  δεκαπέντε χρόνια πριν, όταν πέρασε τις εξετάσεις του ανθυποπλοιάρχου. Και μ' αυτό ταξίδευε πάντα, χρησιμοποιώντας το στις περιπτώσεις, όλο και πιο σπάνια στη ζωή ενός αξιωματικού του εμπορικού ναυτικού, που ήταν αναγκαίο να ντυθεί σωστά. Από την αρχή αυτής της περιόδου, που σα μανιακός αναγνώστης ναυτικής λογοτεχνίας την όριζε ως εποχή Κόνραντ, αποκαλούσε εκείνο το παλιό ρούχο το σακάκι του Λόρδου Τζιμ, κάτι που ταίριαζε πολύ με την κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί. Νωρίτερα, υπήρξε μια εποχή Στήβενσον και μια εποχή Μέλβιλ. Κι από τις τρεις, με βάση τις οποίες ταξινομούσε τη ζωή του όταν αποφάσιζε να ρίξει ένα βλέμμα στα απόνερα που κάθε άνθρωπος άφηνε πίσω του, αυτή προέκυπτε η πιο δυστυχής. Είχε μόλις κλείσει τα 38, του έμεναν ακόμα είκοσι μήνες απαγόρευσης εργασίας και οι εξετάσεις για το δίπλωμα καπετάνιου είχαν αναβληθεί επ' αόριστον, βρισκόταν καθηλωμένος στη στεριά, με ένα φάκελο που θα έκανε οποιονδήποτε πλοιοκτήτη του οποίου θα χτυπούσε την πόρτα να συνοφρυωθεί, και με την πανσιόν κοντά στη Ράμπλας και το καθημερινό φαγητό στης Τερέζα να του στερεύουν ανελέητα τις τελευταίες του οικονομίες. Δύο εβδομάδες ακόμα και θα έπρεπε να δεχτεί οποιαδήποτε δουλειά ως απλός ναύτης, σε κάποιο από εκείνα τα σκουριασμένα πλοία με ουκρανικό πλήρωμα, Έλληνα καπετάνιο και σημαία Αντιλλών, που οι εφοπλιστές αφήνουν πότε πότε να βυθιστούν για να εισπράξουν την ασφάλεια, πολλές φορές δίχως φορτίο και χωρίς να δώσουν χρόνο να προετοιμαστείς. Αυτό, ή να απαρνηθεί τη θάλασσα και να κερδίσει τη ζωή του στη στεριά, κάτι που και μόνο σα σκέψη του προκαλούσε ναυτία, γιατί ο Κόυ - αν και το ταξίδι του με το "Isla Negra" δεν του είχε αποβεί και πολύ χρήσιμο - διέθετε σε υψηλό βαθμό την κύρια αρετή κάθε ναυτικού: μια κάποια αίσθηση ανασφάλειας, εννοούμενης ως δυσπιστίας, κάτι που μπορεί να καταλάβει μόνο όποιος βλέπει στο Βισκαϊκό κόλπο ένα βαρόμετρο να πέφτει πέντε μίλιμπαρ σε τρεις ώρες, ή βρίσκεται στον πορθμό του Χορμουζ έχοντας μπροστά του ένα πετρελαιοφόρο του μισού εκατομμυρίου τόνων και τετρακοσίων μέτρων μήκους να κλείνει σιγά σιγά το πέρασμα. Είναι η ίδια αόριστη αίσθηση, η έκτη αίσθηση, που ξυπνάει κάποιον νυχτιάτικα λόγω  μια αλλαγής στη λειτουργία των μηχανών, και τον κάνει να ανησυχεί με την εμφάνιση ενός μαύρου σύννεφου μακριά, ή που κάνει τον καπετάνιο, απροσδόκητα, χωρίς λογική αιτία, να εμφανίζεται στη γέφυρα και να πηγαινοέρχεται κοιτάζοντας εδώ κι εκεί, σα να μην του αρέσει κάτι. Κάτι κοινό, από μια άλλη πλευρά σ' ένα επάγγελμα στο οποίο η συνήθης εργασίας σου όταν είσαι βάρδια συνίσταται στο να συγκρίνεις ανά πάσα στιγμή τη γυροσκοπική με τη μαγνητική πυξίδα, ή, με άλλα λόγια, να επαληθεύεις έναν ψεύτικο βορρά βάσει ενός επίσης μη αληθινού βορρά. Κι όσον αφορά τον Κόυ, αυτή η αίσθηση της ανασφάλειας αυξανόταν, παραδόξως, όταν δεν πατούσε στην κουβέρτα ενός πλοίου. Είχε την ατυχία, ή την τύχη, να είναι ένας από αυτούς τους άντρες για τους οποίους το μοναδικό κατοικήσιμό μέρος βρίσκεται δέκα μίλια μακριά από την κοντινότερη ακτή. 

         Ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι που μόλις του είχε προσφέρει με φιλαρέσκεια η ρεσεψιονίστ, Δεν ήταν ελκυστικός τύπος. Το ανάστημά του, λίγο μικρότερο του μετρίου, τόνιζε υπερβολικά τους πλατιούς του ώμους, που ήταν δυνατοί, με χέρια επίσης πλατιά και δυνατά, κληρονομημένα από ένα πατέρα αποτυχημένο έμπορο ναυτικών αντικειμένων, ο οποίος, ελλείψει χρημάτων, του είχε αφήσει αυτόν τον τρόπο να περπατά ταλαντευόμενος, σχεδόν αδέξια, σαν ένα άνθρωπος που δεν είναι πεπεισμένος ότι η γη όπου πατά είναι να την εμπιστεύεσαι. Τις τραχιές όμως γραμμές του μεγάλου στόματός του και της επίσης μεγάλης και επιθετικής μύτης του απάλυναν δύο ήρεμα μάτια, σκούρα και γλυκά, που σ'έκαναν να σκέφτεσαι κυνηγόσκυλα τη στιγμή που κοιτάζουν το αφεντικό τους. Είχε επίσης ένα άτολμο, ειλικρινές χαμόγελο, σχεδόν παιδικό, που εμφανιζόταν πού και πού στα χείλη του, ενισχύοντας την εντύπωση του γεμάτου πίστη βλέμματός του, του λίγο μελαγχολικού, που ανταμείφθηκε από το ποτήρι και τη φιλική κίνηση της ρεσεψιονίστ, που τώρα απομακρυνόταν ανάμεσα στους πελάτες, με την αναπόφευκτη φούστα πάνω στα όμορφα πόδια της, στα οποία πίστευε ότι έπεφτε το βλέμμα του Κόυ.
          
           Πίστευε. Γιατί την ίδια στιγμή, καθώς έφερνε το ποτήρι στα χείλη, εκείνος αναζητούσε με το βλέμμα την ξανθιά γυναίκα. Για λίγο αυτό στάθηκε στον κοντούλη άντρα με τα μελαγχολικά μάτια και το καρρώ σακάκι, που του απηύθυνε μια ευγενική κλίση του κεφαλιού. Μετά συνέχισε να ερευνά την αίθουσα, έως ότου τη βρήκε: ήταν ακόμα με την πλάτη γυρισμένη, μέσα στον κόσμο, μ' ένα ποτήρι στο χέρι, συνομιλώντας με τον δημοπράτη. Φορούσε σουέτ σακάκι, σκούρα φούστα και χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Την πλησίασε σιγά σιγά, περίεργος  παρατηρώντας τα ίσια , χρυσαφένια μαλλιά της, που ήταν κομμένα πολύ ψηλά στον αυχένα και που κατέβαιναν από κάθε πλευρά προς το σαγόνι, σε δύο ασύμμετρες αλλά ωστόσο τέλειες γραμμές. Καθώς μιλούσε, τα μαλλιά της κινούνταν απαλά, με τις άκρες τους να χαϊδεύουν τα μάγουλα, που, από το σημείο που βρισκόταν ο Κόυ, μόνο από το πλάι μπορούσε να τα παρατηρήσει. Κι αφού διήνυσε τα δύο τρίτα της απόστασης που τον χώριζε από κείνη, διαπίστωσε ότι η γυμνή γραμμή του λαιμού της ήταν γεμάτη από φακίδες, εκατοντάδες μικροσκοπικές κουκκίδες, ελαφρώς πιο σκούρες από το χρώμα του δέρματος, που, παρά τα ξανθά μαλλια, δεν ήταν πολύ ανοιχτό και παρέπεμπε σε ήλιο, σ' ανοιχτούς ουρανούς, σε ζωή στον ελεύθερο αέρα. Και τότε, όταν απείχε μόνο δύο βήματα και ετοιμαζόταν να περάσει από μπροστά της για να δει, διακριτικά, το πρόσωπό της, η γυναίκα χαιρέτισε το δημοπράτη, στράφηκε και βρέθηκε για δύο δευτερόλεπτα απέναντι από τον Κόυ, τον αναγκαίο χρόνο για να αφήσει πάνω σε ένα τραπέζι το ποτήρι που κρατούσε, να κάνει μεταβολή με μια απαλή κίνηση των ώμων και της μέσης και ν' απομακρυνθεί. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν για κείνη τη σύντομη στιγμή, κι ο Κόυ βρήκε το χρόνο να συγκρατήσει δύο ασυνήθιστα σκούρα μάτια με μπλε ανταύγειες. Ή ίσως το αντίθετο, μπλε μάτια με σκούρες ανταύγειες, θαλασσιές ίριδες που γλίστρησαν πάνω στον Κόυ δίχως να τον προσέξουν, καθώς εκείνος διαπίστωνε ότι υπήρχαν φακίδες και στο μέτωπο και στο πρόσωπο και στο λαιμό και στα χέρια, ότι η γυναίκα ήταν γεμάτη φακίδες, κι αυτό της έδινε μια ξεχωριστή, ασυνήθιστη εμφάνιση, ελκυστική και σχεδόν εφηβική, παρότι σαφώς βρισκόταν στα είκοσι τόσα της χρόνια. Μπόρεσε να δει ότι στο δεξί καρπό φορούσε ένα αντρικό ρολόι από ατσάλι, μεγάλο και με μαύρη πλάκα. Επίσης ότι ήταν μισή παλάμη ψηλότερή του και πολύ όμορφη.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

1. Το κομμάτι 307

Έχω πλεύσει σε ωκεανούς και βιβλιοθήκες.
Χέρμαν Μέλβιλ Μόμπυ Ντικ
α
Θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε Ισμαήλ, αλλά στην πραγματικότητα ονομαζόταν Κόυ. Τον συνάντησα στην προτελευταία πράξη αυτής της ιστορίας, όταν ήταν έτοιμος να μετατραπεί σε έναν ακόμα ναυαγό από αυτούς που πλέουν πάνω σε κάποιο φέρετρο, καθώς το φαλαινοθηρικό "Ραχήλ" ψάχνει για τα χαμένα του παιδιά. Είχε ήδη περάσει κάμποσος καιρός που τριγυρνούσε άσκοπα, όπως κι εκείνο το απόγευμα που μπήκε στον οίκο δημοπρασιών "Claymore" στη Βαρκελώνη, για να περάσει λίγο την ώρα του. Είχε πολύ λίγα χρήματα στην τσέπη του και, στο δωμάτιο μιας πανσιόν κοντά στη Ράμπλας, μερικά βιβλία, έναν εξάντα κι ένα δίπλωμα υποπλοιάρχου, το οποίο η γενική διεύθυνση του εμπορικού ναυτικού είχε αναστείλει για δύο χρόνια πριν τέσσερις μήνες, όταν το "Isla Negra", ένα κοντέινερ σαράντα χιλιάδων τόνων, προσάραξε στον Ινδικό ωκεανό, στις 4:20 τα ξημερώματα και στη διάρκεια της βάρδιας του. 
      
       Στον Κόυ άρεσαν οι δημοπρασίες ναυτικών αντικειμένων, αν κι εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να λάβει μέρος. Στο "Claymore" όμως υπήρχε κλιματισμός, πρόσφεραν στο τέλος ποτό και οι κοπέλα της ρεσεψιόν είχε ωραίες γάμπες και όμορφο χαμόγελο. Όσο για τα αντικείμενα της δημοπρασίας, του άρεσε να τα κοιτάζει και να φαντάζεται τα ναυάγια που τα μετέφεραν από δω κι από κει, έως ότου εξώκειλαν στην τελευταία τους παραλία. Σε ολόκληρη τη συνεδρία, με τα χέρια στις τσέπες του σκούρου μπλε πάνινου σακακιού του, παρατηρούσε προσεκτικά εκείνους που αγόραζαν τα αγαπημένα του. Συχνά το να περνά εκεί την ώρα του απέβαινε απογοητευτικό. Ένα υπέροχο σκάφανδρο δύτη, του οποίου ο βαθουλωμένος και γεμάτος χτυπήματα χαλκός σε έκανε να σκεφτείς ναυάγια και σφουγγαράδικα και ταινίες του Τζιν Νεγκουλέσκο, με γιγάντια καλαμάρια και τη Σοφία Λόρεν να βγαίνει από το νερό με το σώμα της να σχηματίζεται κάτω από τη βρεγμένη μπλούζα *, αποκτούνταν από κάποιο παλαιοπώλη του οποίου δε χτυπούσε καν δυνατότερα   ο σφυγμός όταν σήκωνε το καρτελάκι με τον αριθμό του. Και μια πυξίδα Browne & Son, παλιά, σε καλή κατάσταση και μέσα στο αυθεντικό κουτί της, για την οποία ο Κόυ θα είχε δώσει και την ψυχή του τον καιρό των ναυτικών του σπουδών, πουλήθηκε, δίχως ν' ανέβει η τιμή εκκίνησης, σε ένα άτομο που έδειχνε να μην έχει την παραμικρή ιδέα για τη θάλασσα, πέραν του ότι το κομμάτι αυτό, τοποθετημένο στην προθήκη ενός αριστοκρατικού αθλητικού συλλόγου,  θα πουλιόταν δέκα φορές την αξία του. 
     
          Εκείνο το απόγευμα ο δημοπράτης τελείωσε με το κομμάτι 306 - ένα χρονόμετρο Ulysse Nardin από την ιταλική Regia Marina, στην τιμή εκκίνησης - και συμβουλεύτηκε τις σημειώσεις του, ισιώνοντας τα γυαλιά του με το δείκτη. Ήταν ένας τύπος με απαλές κινήσεις, μια λίγο τολμηρή γραβάτα κι ένα πουκάμισο χρώματος σομόν. Ανάμεσα στις πλειοδοσίες, έπινε μικρές γουλιές νερό από ένα ποτήρι που είχε κοντά του.
     
           "Επόμενο κομμάτι: Ναυτικός άτλας των ακτών της Ισπανίας, του Ουρρούτια Σαλθέδο. Αριθμός 307".
    
            Είχε συνοδέψει την αναγγελία μ' ένα διακριτικό χαμόγελο, που το κρατούσε, ο Κόυ το ήξερε καθώς το είχε παρατηρήσει συχνά, για τα κομμάτια των οποίων άφηνε να εννοηθεί ότι γνώριζε καλά. Κόσμημα της χαρτογραφία του 18ου αιώνα, πρόσθεσε μετά την ενδεδειγμένη παύση, τονίζοντας αυτό το περί κοσμήματος σαν να τον πονούσε που το αποχωριζόταν. Ο βοηθός του, ένας νεαρός που φορούσε μια μπλε μπλούζα, σήκωσε λίγο τον τόμο μεγάλου σχήματος, για να μπορέσουν να τον δουν από όλη την αίθουσα, και ο Κόυ τον κοίταξε μελαγχολικά. Σύμφωνα με το κατάλογο του "Claymore" , δεν ήταν εύκολο να τον βρει κανείς στο εμπόριο, καθώς τα περισσότερα αντίτυπα βρισκόταν σε βιβλιοθήκες και μουσεία. Αυτό το αντίτυπο ήταν σε άριστη κατάσταση, και το πιθανότερο ήταν να μην είχε βρεθεί ποτέ πανό σε κάποιο πλοίο, όπου η υγρασία, οι σημειώσεις και η εργασία πάνω στους χάρτες του θα άφηναν ανεπανόρθωτα σημάδια.
         
            Ο δημοπράτης άνοιξε τον πλειστηριασμό μ' ένα ποσό που θα αρκούσε στον Κόυ για να ζήσει μισό χρόνο με λογική άνεση. Ένας άντρας με φαρδιές πλάτες, μεγάλο μέτωπο και πολύ μακριά γκρίζα μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά, που καθόταν στην πρώτη σειρά και του οποίου το κινητό τηλέφωνο είχε χτυπήσει τρεις φορές προς αγανάκτηση της αίθουσα σήκωσε ένα καρτελάκι με τον αριθμό 11. Κι άλλα χέρια υψώθηκαν, καθώς η προσοχή του δημποπράτη που κρατούσε ψηλά το ξύλινο σφυράκι, πήγαινε από το ένα στο άλλο και η καλλιεργημένη φωνή του επαναλάμβανε κάθε προσφορά, υποβάλλοντας την επόμενη με επαγγελματική μονοτονία. Η τιμή εκκίνησης κόντευε να διπλασιαστεί και οι υποψήφιοι για το κομμάτι 307 εγκατέλειπαν ένας ένας.   Τον αγώνα συνέχιζαν το σωματώδες άτομο με τη γκρίζα αλογοουρά, ένας άλλος αδύνατος με γένια, μια γυναίκα από την οποία έβλεπε μόνο τα ξανθά μαλλιά της και το χέρι που ύψωνε το καρτελάκι κι ένας πολύ καλοντυμένος φαλακρός άντρας. Όταν η γυναίκα διπλασίασε την τομή εκκίνησης, ο άντρας με τη γκρίζα αλογοουρά μισοστράφηκε και κοίταξε εκνευρισμένος προς το μέρος της. Ο Κόυ μπόρεσε τότε να δει δύο πρασινωπά μάτια κι ένα επιθετικό προφίλ, μια μεγάλη μύτη κι ένα αλαζονικό ύφος. Στα δάχτυλα του χεριού που ύψωνε το καρτελάκι υπήρχαν διάφορα χρυσά δαχτυλίδια. Δεν φαινόταν συνηθισμένος αν του διεκδικούν αντικείμενα σε δημοπρασίες και με μια απότομη κίνηση στράφηκε στα δεξιά του, όπου μια πολύ μακιγιαρισμένη νεαρή μελαχροινη, η οποία απαντούσε ψιθυριστά στο τηλέφωνο  κάθε φορά που χτυπούσε, υπέστη τις συνέπειες της κακής του διάθεσης, καθώς βάλθηκε να την κατσαδιάζει χαμηλόφωνα.
               
          "Υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά;"
       
           Ο άντρας με τη γκρίζα αλογοουρά ύψωσε το χέρι, και η ξανθιά γυναίκα αντεπιτέθηκε υψώνοντας το καρτελάκι της, που είχε τον αριθμό 74. Το γεγονός δημιούργησε ένταση στην αίθουσα. Ο αδύνατος γενειοφόρος προτίμησε να αποσυρθεί, κι έπειτα από δύο νέες αυξημένες προσφορές ο καλοντυμένος φαλακρός άντρας άρχισε να διστάζει. Αυτός με την αλογοουρά ανέβασε την προσφορά, προκαλώντας γύρω του γενική συνοφρύωση όταν το τηλέφωνο ξαναχτύπησε και το πήρε από τα χέρια της γραμματέως του, στηρίζοντάς το ανάμεσα στον ένα ώμο  και στο αυτί του, ενώ το άλλο χέρι υψωνόταν εγκαίρως για να απαντήσει στη νέα προσφορά που μόλις είχε κάνει η ξανθιά γυναίκα. Σ' αυτό το σημείο του πλειστηριασμού όλη η αίθουσα φαινόταν να είναι με το μέρος της ξανθιάς, επιθυμώντας διακαώς να εξαντληθούν οι πόροι ή πο μπαταρίες του τηλεφώνου του άντρα με την αλογοουρά. Ο Άτλας του Ουρρούτια είχε τριπλασιάσει την τιμή εκκίνησής του και ο Κόυ αντάλλαξε ένα διασκεδαστικό βλέμμα με το διπλανό του, ένα μελαχροινό ανθρωπάκο με πυκνό μαύρο μουστάκι και μαλλιά χτενισμένα πίσω με τζελ. Αυτός ανταπέδωσε το βλέμμα του Κόυ με ένα ευγενικό χαμόγελο, έχοντας σταυρώσει τα χέρια και στρέφοντας τον ένα αντίχειρα γύρω σπό τον άλλο. Ήταν μικροσκοπικός κι ευπρεπισμένος, σχεδόν κοκέτης, με παπιγιόν με κόκκινες βούλες και υβριδικό σακάκι, κάτι μεταξύ σακακιού Ουαλού πρίγκιπα και σκοτσέζικου τάρταν, που του έδινε τον εκνευριστικά βρεττανικό αέρα ενός Τούρκου ντυμένου στα "Burberrys". Είχε μάτια μελαγχολικά, συμπαθητικά  λίγο γουρλωτά, όπως τα βατράχια των παραμυθιών.
         
          "Θέλετε να βελτιώσετε την προσφορά;¨
           
           Ο δημοπράτης κρατούσε το σφυράκι ψηλά και το ερευνητικό βλέμμα του στόχευσε το άτομο με την αλογοουρά, που είχε επιστρέψει το κινητό στη γραμματέα και τον κοιτούσε ενοχλημένος. Η τελευταία προσφορά, ακριβώς το τριπλάσιο της τιμής εκκίνησης, καλύφθηκε από την ξανθιά κυρία, της οποίας το πρόσωπο ο Κόυ δεν μπορούσε να δει, όσο κι αν, περίεργος, προσπαθούσε να το διακρίνει ανάμεσα από τα κεφάλια που είχε μπροστά του. Ήταν δύσκολο να πει κανείς αν ήταν το ποσό της πλειοδοσίας αυτό που εκνεύριζε τον άντρα με την αλογοουρά ή ο άγριος ανταγωνισμός από την πλευρά της γυναίκας.
         
          "Κυρίες και κύριοι, προσφέρει κανείς περισσότερα;" είπε ο δημοπράτης με πολύ ηρεμία.
        Απευθυνόταν στον άντρα με την αλογοουρά, δίχως να παίρνει απάντηση. Σύσσωμη η αίθουσα σε αναμονή, κοιτούσε προς την ίδια κατεύθυνση. Το ίδιο και ο Κόυ.
         
           "Έχουμε λοιπόν αυτήν την τιμή που φαίνεται οριστική,  ένα.... Αυτή την τιμή, δύο....."
           
             Ο άντρας με τα γκρίζα μαλλιά ύψωσε το καρτελάκι του με μια τόσο βίαιη κίνηση, σα να έσφιγγε όπλο. Καθώς ένα μουρμουρητό απλωνόταν συην αίθουσα, ο Κόυ στράφηκε να κοιτάξει την ξανθιά γυναίκα. Το καρτελάκι της ήταν ήδη ψηλά, αυξάνοντας την προσφορά. Αυτό πυροδότησε και πάλι την ένταση. Και σα να επρόκειτο για ένα αγώνα ζωής και θανάτου, όσοι ήταν παρόντες για τα επόμενα δύο λεπτά έγιναν μάρτυρες μιας γρήγορης μονομαχίας, από τον έντονο ρυθμό της οποίας - δεν προλάβαινε να κατέβη το καρτελάκι με το 11 και υψωνόταν εκείνο με το 74 - δε γλίτωσε ούτε ο δημοπράτης, που χρειάστηκε να κάνει δύο παύσεις για να φέρει στα χείλη του το ποτήρι που είχε δίπλα στο αναλόγιο.
           
                "Άλλη προσφορά;"
             
                  Ο  Άτλας του Ουρρούτια είχε φτάσει στο πενταπλάσιο της τιμής εκκίνησής του, όταν ο αριθμός 11 διέπραξε το λάθος. Ίσως να έσπασαν τα νεύρα του, αν και μπορεί το λάθος να το διέπραξε η γραμματέας, της οποίας το κινητό χτυπούσε επίμονα και του το έδωσε σε ένα κρίσιμο σημείο,. όταν ο δημοπράτης όταν με το σφυράκι ψηλά, σε αναμονή νέας προσφοράς, και ο άντρας με τη γκρίζα αλογοουρά δίσταζε, σα να επανεξέταζε το θέμα. Το λάθος, αν πράγματι υπήρξε λάθος, θα μπορούσε να καταλογιστεί και στο δημοπράτη, που εξέλαβε την απότομη κίνηση προς τη γραμματέα σαν εγκατάλειψη της πλειοδοσίας. Ίσως όμως και να μην υπήρξε λάθος, γιατί οι δημοπράτες, όπως οποιοσδήποτε άνθρωπος, έχουν τις προτιμήσεις και τις αντιπάθειες τους, Και ο συγκεκριμένος μπορεί να έκλεινε προς την άλλη πλευρά.. Το θέμα είναι ότι άρκεσαν τρία δευτερόλεπτα ώτε να κατέβει το σφυράκι στο αναλόγιο και ο Άτλας του Ουρρούτια να κατακυρωθεί στην ξανθιά γυναίκα, της οποίας το πρόσωπο εξακολουθούσε να παραμένει αθέατο για τον Κόυ..